Πολιτική

Η αθέτηση της συμφωνίας για το Ιράν και το σχίσμα ΗΠΑ-ΕΕ

Είναι ξεκάθαρο πως ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο του «Η Αμερική πρώτα». Ειναι επίσης πασιφανές πως το ρήγμα ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ αρχίζει να μεγαλώνει.

«Faraway so close» έλεγαν σε ένα από τα τραγούδια τους οι U2 και ο στίχος του Bono δεν θα μπορούσε να ισχύει περισσότερο στην περίπτωση της διατλαντικής σχέσης ΕΕ-ΗΠΑ: γιατί οι δυο υπερδυνάμεις είναι συνάμα τόσο κοντά και τόσο μακριά, «φίλοι» στο ΝΑΤΟ αλλά «εχθροί» όσον αφορά στο Ιράν, όπως κατέδειξε περίτρανα και η προ ημερών απόφαση του αμερικανού προέδρου Τραμπ να αποχωρήσει από την συμφωνία για τα πυρηνικά (JCPOA).

Κι αυτό γιατί, με την αθέτηση της  JCPOA, είναι πλέον ακόμη πιο ξεκάθαρο πως ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο του «Η Αμερική πρώτα», μεγαλώνοντας έτσι εν γνώσει του το ρήγμα ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ.

Μαζί με αυτό, ο Τραμπ κατάφερε να πετάξει στο καλάθι των αχρήστων και σχεδόν 13 χρόνια επίμονης διεθνούς διπλωματικής προσπάθειας, με την συμμετοχή των κυβερνήσεων Ομπάμα, Γερμανίας, Γαλλίας, Βρετανίας, Κίνας, οι οποίες αντέδρασαν αμέσως, δηλώνοντας ότι για τις χώρες τους, η συμφωνία με το Ιράν εξακολουθεί να ισχύει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μόσχα, που διατηρεί στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, στο θέμα της Συρίας.

Για τους «New York Times», η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου για αποχώρηση απ’ τη συμφωνία με το Ιράν δεν είναι τίποτε άλλο από το «αποτύπωμα» του δόγματος «America First» στην εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την εφημερίδα, σηματοδοτεί και την αρχή μιας περιόδου επανακαθορισμού του νέου στίγματος των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή: πως πλέον, με τον Ντόναλντ Τραμπ στον προεδρικό θώκο, η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να βασίζεται στην Ουάσιγκτον και να τη θεωρεί αξιόπιστο παράγοντα στις διεθνείς υποθέσεις.

«Πρόκειται για μια κλασική διαπραγματευτική τακτική α λα Ντόναλντ Τραμπ, δηλαδή, δεν μου αρέσει μια συμφωνία, τη σκίζω, φτιάχνω μια άλλη και διορθώνω τα πράγματα», υποστηρίζει ο Κρίστοφερ Ρούντι, πρόεδρος του ομίλου ΜΜΕ Newsmax, ένας άνθρωπος που τον γνωρίζει… από την καλή κι από την ανάποδη.

Αυτή ακριβώς η αναξιόπιστη τακτική του Τραμπ είναι που ανάγκασε, άλλωστε, και τον πρώην Πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος σπάνια σχολιάζει δημόσια αποφάσεις του Τραμπ, να μιλήσει για «σοβαρό λάθος», τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι να αναφερθεί σε «αθέτηση του λόγου της Αμερικής», τον πρώην αντιπρόεδρο Τζον Μπάιντεν να προειδοποιήσει ότι η ΗΠΑ «απομονώνονται από όλες τις υπόλοιπες παγκόσμιες δυνάμεις» και τον πρώην διευθυντή της CIA Τζον Ο. Μπρέναν να χαρακτηρίσει την απόφαση Τραμπ «βλακώδη και επικίνδυνη».

Απροκάλυπτα… προκλητική η διπλωματία των ΗΠΑ

Οταν η Ουάσιγκτον επαναφέρει τις οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Τεχεράνης και κατ’ επέκταση σε βάρος των κρατών που έχουν συνάψει οικονομικές σχέσεις με αυτήν, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα στην υλοποίηση των οικονομικών συμφωνιών τους, μετά το 2015.

«Ωστόσο, ο Τραμπ έχει να αντιμετωπίσει σημαντικά διπλωματικά εμπόδια στην Ευρώπη, όπου το εμπόριο με το Ιράν έχει αυξηθεί από την έναρξη ισχύος του JCPOA. Από το 2015 έως το 2017, οι ευρωπαϊκές εισαγωγές από το Ιράν αυξήθηκαν κατά περίπου 800% (κυρίως λόγω της ανανέωσης των ευρωπαϊκών εισαγωγών ιρανικού πετρελαίου), ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς το Ιράν αυξήθηκαν κατά περισσότερο από τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ (5 δισ. δολάρια) ετησίως κατά την ίδια περίοδο», τονίζει ο Πίτερ Χάρελ, αρθρογράφος στο Foreign Affairs. 

Με το Ιράν λοιπόν πλέον να έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στον ευρωπαϊκό παράγοντα στην προσπάθειά του να αποφύγει μια νέα διεθνή απομόνωση, έρχεται και ένα ακόμη «χτύπημα» της αμερικανικής διπλωματίας να μας υπενθυμίσει….ποιοι είναι «μανούλες» στις ωμές παρεμβάσεις.

Ο Αμερικανός πρέσβης στο Βερολίνο, Ρίτσαρντ Γκρένελ, «προειδοποίησε» τις γερμανικές επιχειρήσεις να σταματήσουν άμεσα τις δραστηριότητές τους στο Ιράν. Σε δηλώσεις του επικαλέστηκε το διάγγελμα Τραμπ ότι οι νέες αμερικανικές κυρώσεις «θα στοχεύουν κρίσιμης σημασίας τομείς της ιρανικής οικονομίας» και ως εκ τούτου οι γερμανικές επιχειρήσεις «θα πρέπει να σταματήσουν άμεσα τις δραστηριότητές τους» στο Ιράν.

Αν κάτι δείχνει αυτό είναι πως ο Τραμπ δεν φείδεται… προσπαθειών προκειμένου να οδηγήσει την κόντρα ΕΕ-ΗΠΑ στα άκρα, εκεί που έχει αποδείξει πως «παίζει μπάλα» καλύτερα από τον καθένα.

«Αυξάνεται ο κίνδυνος αντιπαράθεσης με τους Ευρωπαίους», λέει ο Πιερ Βιμόντ, πρώην Γάλλος διπλωμάτης.

«Θα μπορούσαν να βρεθούν σε κίνδυνο σύγκρουσης με τους Ευρωπαίους γιατί είναι πολύ ξεκάθαρο ότι το Ιράν σέβεται τις δεσμεύσεις του όσον αφορά τη συμφωνία του 2015 στη Βιέννη. Και οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κανένα λόγο να επαναφέρουν εκ νέου τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν».

Στα παραπάνω ήρθε να προστεθεί και η δήλωση του Τζον Μπόλτον Συμβουλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, ο οποίος χαρακτήρισε «πιθανή» την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων κατά ευρωπαϊκών εταιρειών που συνεργάζονται με το Ιράν, μετά την αποχώρηση της Ουάσινγκτον από την διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. «Είναι πιθανή. Εξαρτάται από την συμπεριφορά των άλλων κυβερνήσεων», δήλωσε ο Μπόλτον στην εκπομπή «State of the Union» του τηλεοπτικού δικτύου CNN

Η ευρωπαϊκή αντίδραση

Στο παρόν γεωπολιτικό status quo, πλέον οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές είναι αναγκασμένες να διασφαλίσουν τα οικονομικά συμφέροντά τους στο Ιράν, καταρτίζοντας  σχέδια έκτακτης ανάγκης, καθώς δεν φαίνονται διατεθειμένες να εγκαταλείψουν την ιρανική αγορά.

«Οι επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου είχαν σπεύσει να εκμεταλλευθούν τις νέες ευκαιρίες, που ανοίχτηκαν στην αγορά του Ιράν. Κινήθηκαν πολύ πιο γρήγορα και αποφασιστικά από τις αμερικανικές ανταγωνίστριές τους, καθώς ειδικά στον ενεργειακό κλάδο, καθώς αρκετές από αυτές είχαν σημαντική παρουσία και δεσμούς στη χώρα και στο παρελθόν. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της γαλλικής πετρελαιοβιομηχανίας Total, η οποία ανακοίνωσε ότι ευελπιστεί να διατηρήσει τη συμφωνία ύψους 1 δισ. δολαρίων για την ανάπτυξη offshore κοιτασμάτων φυσικού αερίου, ακόμη και εάν επιβληθούν αμερικανικές κυρώσεις. Όταν υπέγραψε τη συμφωνία, δεν βρίσκονταν σε ισχύ κυρώσεις εκ μέρους των Αμερικανών ή των Ευρωπαίων. Επομένως δεν μπορεί να την εγκαταλείψει τώρα, επειδή η αμερικανική πλευρά άλλαξε γνώμη. Έχει εξάλλου φροντίσει να μην χρησιμοποιήσει στο project καθόλου αμερικανικά προϊόντα και να μην έχουν εμπλοκή σε αυτό οι αμερικανικές δραστηριότητές της», σημειώνει η Wall Street Journal.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η οποία επικαλείται πηγές που δεν κατονομάζει, ο διευθύνων σύμβουλος της Total έχει ζητήσει από τη γαλλική κυβέρνηση να παρέμβει για να εξασφαλίσει εξαίρεση του project, που ονομάζεται South Pars, από ενδεχόμενες κυρώσεις.

Φέρεται επίσης να εξετάζει διάφορα σενάρια για τις κοινοπραξίες της με την ιρανική National Iranian Oil Co. και την κινεζική China National Petroleum Corp στη χώρα. Δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να μεταβιβάσει το μερίδιο 50,1%  στην κοινοπραξία CNPC.

«Από την πλευρά της η ολλανδική Royal Dutch Shell υπέγραψε το 2016 συμβόλαιο για την πώληση πετροχημικής τεχνολογίας σε Ιρανούς εταίρους. Η εταιρεία φέρεται να έστειλε κορυφαίο στέλεχός της στο Ιράν τον Απρίλιο προκειμένου να καθησυχάσει τους Ιρανούς αξιωματούχους, ότι δεν σχεδιάζει να εγκαταλείψει τη χώρα- υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα της επιτραπεί να έχει δραστηριότητα σε περίπτωση νέων κυρώσεων», αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Αλλά και άλλες εταιρίες-κολοσσοί, όπως η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία Renault και ο αεροναυπηγικός κολοσσός Airbus, είχαν το τελευταίο διάστημα, σύμφωνα με πληροφορίες συναντήσεις με Γάλλους αξιωματούχους, προκειμένου να ενημερωθόυν για τις εξελίξεις και να επιδιώξουν περισσότερη σαφήνεια για το τι ακριβώς θα μπορούσαν να σημαίνουν ενδεχόμενες νέες κυρώσεις. Η Renault υπέγραψε το 2017 συμφωνία με ιρανικές εταιρείες για τη δημιουργία κοινοπραξίας, που θα κατασκευάζει 150.000 αυτοκίνητα ετησίως. Από την άλλη η Airbus έχει δεχθεί παραγγελία για 100 αεροσκάφη αξίας 20 δισ. δολαρίων από την Iran Air.

«Μια αποφασιστική Ευρώπη θα μπορούσε να λάβει μέτρα για να υπονομεύσει τον αντίκτυπο των όποιων μονομερών κυρώσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως με την δρομολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που σχετίζονται με το Ιράν μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας», καταλήγει ο Χάρελ.

Πηγή: http://www.thetoc.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Ξεχώρισαν