Απόψεις

Γιατί το Ταμείο είναι αναγκαίο

ÊÔÉÑÉÏ ÂÏÕËÇÓ

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου

 

Βουλευτές της πλειοψηφίας θεωρούν πως «αν το ΔΝΤ δεν μας δώσει θετική έκθεση βιωσιμότητας για το χρέος, τότε δεν πρέπει να πάρουμε τα μέτρα για τις συντάξεις και το αφορολόγητο». Ας φύγει! Ο κύριος λόγος για τον οποίο καμία κυβέρνηση δεν θέλει παρόμοια επιτήρηση, είναι πως ισοδυναμεί με ομολογία αποτυχίας. Δεν είναι τόσο η χρηματική βοήθεια· τον ελληνικό λογαριασμό πληρώνουν οι εταίροι της Ζώνης. Χρειαζόμαστε όμως το πιστοποιητικό ικανότητας δανεισμού. Κανείς άλλος δεν έχει την καλή φήμη του ΔΝΤ, ώστε να μπορεί το ενδιαφερόμενο κράτος να την επικαλεσθεί όταν ζητεί χρήματα στις αγορές. Υπό κανονικές συνθήκες, τη δουλειά αυτή κάνουν οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης: βαθμολογούν το αξιόχρεο του κράτους και με αυτό δανείζεται νέο χρήμα ή συμμετέχει στις αναχρηματοδοτήσεις της ΕΚΤ. Κανείς όμως τέτοιος οίκος δεν πρόκειται να προχωρήσει χωρίς το Ταμείο να κάνει το πρώτο βήμα.

Αν κάποιος βιάζεται να φύγει από την ελληνική περιπέτεια, αυτό είναι το ίδιο το Ταμείο. Το αποκαλύπτει σειρά εκθέσεων εσωτερικού ελέγχου που διαπίστωσαν ότι το πιο σοβαρό λάθος ήταν πως «πολύ συχνά το Ταμείο συνέκλινε προς την επίσημη άποψη Ευρωπαίων αξιωματούχων». Αυτή τη φορά, όπως διαπίστωσε ακόμη και προχθές ο πρωθυπουργός, το Ταμείο δεν υποχωρεί, ούτε πρόκειται να το κάνει: υποστηρίζει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι, ακόμη, βιώσιμο και θα επιμείνει στην υιοθέτηση πρόσθετων επικουρικών ρυθμίσεων σε μακρό ορίζοντα. Ομως, αν κάποιος χρειάζεται το Ταμείο, αυτή είναι η κυβέρνηση. Σήμερα περισσότερο κι από το 2010. Αλλά και από το καλοκαίρι του 2015, όταν έστειλε την πρώτη παρακλητική επιστολή ο κ. Τσακαλώτος, ζητώντας τη συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα σταθεροποίησης και το τρίτο μνημόνιο, κάτι που δεν έχει ακόμη καταφέρει. Η σημασία της συμμετοχής του ΔΝΤ φάνηκε από τον εκνευρισμό που προκάλεσε στον κ. Σόιμπλε, κατά το Γιούρογκρουπ της 22ας Μαΐου, η εμμονή Λαγκάρντ-Τόμσεν να συνεχίσουν να απέχουν από το ελληνικό πρόγραμμα μέχρις ότου ξεκαθαρίσει αυτό που η Γερμανία υπόσχεται να δώσει κάποια στιγμή. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι οι υπουργοί Οικονομικών Γερμανίας και Γαλλίας σκέφτονται ήδη τον εφιάλτη της επόμενης διαπραγμάτευσης με την ελληνική κυβέρνηση. Οπως γνωρίζουμε, στην αρχή του 2018 πρέπει να διευκρινιστούν οι όροι μετάβασης της Ελλάδας από το τρίτο μνημόνιο στη φάση της μεταπρογραμματικής παρακολούθησης. Θα χρειαστεί, για παράδειγμα, πρόσθετα κεφάλαια η Αθήνα; Οσοι συμπίπτουν με τις απόψεις του Ταμείου, λένε ότι αρκεί αυτό να αναβαθμίσει την εκτίμησή του για το κρατικό χρέος ώστε να επιτρέψει στο Συμβούλιο της ΕΚΤ να βελτιώσει τους όρους αναχρηματοδότησης των τίτλων που διαθέτουν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες. Οι αγορές ανυπομονούν να δανείσουν μια Ελλάδα απελευθερωμένη από τον ζουρλομανδύα των μνημονίων, εξηγούν.

 Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται τελικά στη συνολική οπτική του Ταμείου, την οποία δεν μπορεί κανένα ευρωπαϊκό όργανο να υιοθετήσει για προφανείς λόγους πολιτικής ευαισθησίας. Το ΔΝΤ επιμένει ότι η Ελλάδα έχει ακόμη να κάνει πολλά για να καρπωθεί τα οφέλη της εσωτερικής υποτίμησης και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, κυρίως με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι και τα δύο αυτά συστατικά της «συνταγής ΔΝΤ» είναι αρκετά για να εύχονται ολοψύχως στο Μαξίμου την –με κάθε τρόπο– απομάκρυνση των Τόμσεν, Βελκουλέσκου κ.λπ. Είναι άλλωστε ο κύριος λόγος που καθιστά την παρέμβαση του Ταμείου, έμμεση ή με χρηματοδότηση, μοναδική εγγύηση για την ανάκαμψη της οικονομίας.
Πηγή: Καθημερινή

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια

Ξεχώρισαν