To λιντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου έχει εξελιχθεί σε μείζον ζήτημα της διαδικτυακής δημόσιας σφαίρας. Η συζήτηση εξάπτει τα πάθη σε βαθμό που παίρνει τη μορφή ενός «πολέμου» στα social media. Είναι προφανές ότι αυτός ο «πόλεμος» ξεπερνά κατά πολύ αυτή καθαυτή την υπόθεση και θέτει κρίσιμα ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζει η ελληνικά κοινωνία την αυτοδικία, τα δικαιώματα και την παραβατικότητα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο «πόλεμος» στα social media για τον Ζακ Κωστόπουλο αντανακλά έναν βαθύ κοινωνικό διχασμό.

Η καταδίκη της αυτοδικίας…

Η κατηγορηματική απόρριψη της αυτοδικίας και πρακτικών όπως το λιντσάρισμα αποτελούν πυλώνα της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Το «κράτος δικαίου» είναι το μοναδικό υποκείμενο άσκησης βίας και απονομής δικαιοσύνης. Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μιλώντας στο Newpost, μας το θυμίζει: «Η συλλογική εξαχρείωση και η καθοδήγηση από τα ευτελέστερα, τα πιο ποταπά των ανθρωπίνων συναισθημάτων απέναντι στους αδύναμους, είναι η επιτομή της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Μακράν πιο αντικοινωνική από τα περισσότερα αδικήματα για τα οποία υποτίθεται πως λιντσάρεται το θύμα. Η κοινωνική, ηθική και νομική καταδίκη τέτοιων συμπεριφορών είναι αυτονόητη και επιβεβλημένη σε ένα κράτος δικαίου. Ειδάλλως, δεν είναι κράτος δικαίου αλλά ασύντακτη πολιτεία καθοδηγούμενη από και στην βαρβαρότητα και τέλος στον εκφασισμό της. Τα «ναι μεν αλλά» στην καταδίκη, οι δεύτερες σκέψεις και η υποταγή στη λογική των συμψηφισμών είναι όνειδος ατομικό και συλλογικό. Για όλους έναντι όλων.»

…και η αποδοχή της

Ωστόσο, τη φιλελεύθερη προσέγγιση έτσι όπως την εκφράζει ο κ. Χροστόπουλος, δεν την συμμερίζεται μεγάλος αριθμός από αυτούς που συμμετείχαν στη δημόσια συζήτηση στα social media. Η αποδοχή της αυτοδικίας και του λιντσαρίσματος έχει διάφορες διαβαθμίσεις: από το «καλά του έκανε ο κοσμηματοπώλης» μέχρι το «έλα λίγο στη θέση του». Ακόμα πιο πολλοί είναι αυτοί που χωρίς να επαινούν και να δικαιολογούν, δεν καταδίκαζαν το λιντσάρισμα. Εν προκειμένω, η σιωπή είναι ανοχή.

Δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί ότι «ο κόσμος πρέπει να πάρει το νόμο στα χέρια του» γιατί αισθάνεται ότι δεν προστατεύεται από την αστυνομία. Απορρίπτει επίσης την όποια επιείκεια σε όσους επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά και δεν νιώθει άβολα με την επαναφορά της θανατικής ποινής. Συνήθως αυτό το τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται αποξενωμένο ή ακόμα και απειλούμενοι από κοινωνικές ομάδες όπως οι μετανάστες, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι gay. Το «αίσθημα ασφάλειας» είναι το απόλυτο ζητούμενο, ακόμα και αν χρειαστεί να θυσιαστούν στο βωμό του δικαιώματα κι ελευθερίες.

Η παραβατικότητα και τα δικαιώματα

Στο «αντίπαλό» στρατόπεδο των… «social media» τοποθετήθηκαν όσοι απορρίπτουν (με το ένα ή το άλλο ιδεολογικό σκεπτικό) την αυτοδικία. Επιπλέον, η πλειονότητα της ΛΟΑΤ κοινότητας στην οποία ο άτυχος Ζακ Κωστόπουλος είχε ενεργό ρόλο. Και αυτή η πλευρά έχει διαβαθμίσεις στις τοποθετήσεις της: Από την γενική καταδίκη του λιντσαρίσματος ως πρακτικής μέχρι την πλήρη ταύτιση με τον νεκρό. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα παρατηρήσουν επίσης ότι ένα τμήμα της νεολαίας βλέπει τον εαυτό του πολύ πιο κοντά στον «ληστή» παρά στον «νοικοκυραίο». Αριθμητικά αυτοί οι νέοι υπερβαίνουν κατά πολύ αυτό που παραδοσιακά ονομάζεται «κοινωνικό περιθώριο».

Η σύγκρουση

Είναι γνωστό ότι τα social media προάγουν τη λεγόμενη εχθροπάθεια. Σπανίως οι διαδικτυακές συζητήσεις σέβονται τους κανόνες του δημοκρατικού διαλόγου. Στην περίπτωση όμως του Ζακ Κωστόπουλου μπορούμε να κάνουμε λόγο για διαδικτυακό «πόλεμο». Δεν είχαμε να κάνουμε μόνο με αδιαλλαξία στις τοποθετήσεις, αλλά με ανοιχτή σύγκρουση και ανταλλαγή απειλών σε μαζική κλίμακα. Η λογική του «εμείς ή αυτοί» έχει καταστεί ηγεμονική, κάτι που δεν αφήνει αμφιβολία για τον βαθύ διχασμό της ελληνικής κοινωνίας. «Εμείς ή αυτοί», αλλά η κοινωνία έχει εκ των πραγμάτων και «εμάς» και «αυτούς», κάτι που καθιστά πολύ δύσκολη την πολιτική διαχείρισή της.

Πηγή: http://newpost.gr