Διεθνή

Πρώτα η Αίγυπτος

Υπό τον Sisi, το Κάιρο παίρνει τον δικό του δρόμο
Michael Wahid Hanna και Daniel Benaim
Η προσπάθεια της Αιγύπτου να επιστρέψει σε προεξάρχουσα περιφερειακή θέση θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του Σίσι να συμμαζέψει την ισχύ εγχωρίως. Για να προβάλει επιρροή εκτός των συνόρων της, η Αίγυπτος θα πρέπει να επιτύχει εγχωρίως σταθερότερη και εξασφαλισμένη βάση οικονομική, πολιτική και ασφάλειας.
Τον Νοέμβριο του 2017, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας-διάδοχος Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν (MbS) ξεκίνησε μια παρορμητική προσπάθεια να απομονώσει το Ιράν, αναγκάζοντας σε παραίτηση τον πρωθυπουργό του Λιβάνου, Σαάντ Χαρίρι [1] κατά την διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στο Ριάντ. Ο πρίγκιπας-διάδοχος βασιζόταν στην υποστήριξη των Σουνιτών Αράβων συμμάχων του, αλλά μια αξιοσημείωτη αραβική χώρα απείχε. Αντί να υποστηρίξει τον βασικό περιφερειακό ευεργέτη της, η Αίγυπτος ευθυγραμμίστηκε αμέσως με τις γαλλικές προσπάθειες για την διαμεσολάβηση μιας διπλωματικής λύσης, φιλοξενώντας τον Χαρίρι στο Κάιρο και υποστηρίζοντας την επιστροφή του στον Λίβανο ως πρωθυπουργός. Η στάση της Αιγύπτου, εστιασμένη [2] «στην σημασία της διατήρησης της σταθερότητας του Λιβάνου και της ανύψωσης των εθνικών συμφερόντων του Λιβάνου», χτύπησε μια νότα διαφωνίας με την πρόσφατη προσπάθεια τύπου «με εμάς ή εναντίον μας» του Ριάντ για την αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, κατά μήκος μανιχαϊστικών γραμμών μεταξύ του ίδιου και της Τεχεράνης.

10012018-1.jpg

Ο Σίσι μιλά στον Τύπο μετά από μια συνάντηση με τον Πούτιν, τον Δεκέμβριο του 2017. REUTERS
———————————————————————

Ο Χαρίρι δεν ήταν ο μόνος υψηλόβαθμος επισκέπτης στο Κάιρο που ήγειρε ανησυχίες ανάμεσα στους από μακρού χρόνου προστάτες της Αιγύπτου: Στις 11 Δεκεμβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε την χώρα για να επισημάνει την εμβάθυνση των δεσμών μεταξύ της Αιγύπτου και της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής συμφωνίας που θα επιτρέπει στα ρωσικά αεροπλάνα να χρησιμοποιούν αιγυπτιακές στρατιωτικές βάσεις -παρά την τεσσάρων δεκαετιών, ύψους 50 δισ. δολαρίων αμυντική συνεργασία της Αιγύπτου με την Ουάσινγκτον.

Μια τέτοια ανεξαρτησία μπορεί να απογοητεύει [3] τους ξένους ευεργέτες του Καΐρου, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η θέληση της Αιγύπτου να ακολουθήσει την δική της πορεία υπήρξε ένα σταθερό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2013, όταν ένα λαοφιλές στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Υπό τη νέα προεδρία του Abdel Fattah el-Sisi, το Κάιρο έχει διαμορφώσει σταδιακά ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής βασισμένο σε ιδεολογικές δεσμεύσεις στον αντι-ισλαμισμό [4], τον σεβασμό στις παραδοσιακές και συχνά παλαιές έννοιες της κυριαρχίας και της μη παρέμβασης, και μια προκλητικά εθνικιστική επαναβεβαίωση της ελευθερίας ελιγμών της Αιγύπτου στην περιοχή. Από κοινού, οδηγούν την Αίγυπτο μακριά από τους παραδοσιακούς συμμάχους της και προς ένα πιο ανεξάρτητο -και αβέβαιο- μέλλον.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Οι ρίζες της νέας εξωτερικής πολιτικής της Αιγύπτου βρίσκονται στην εξέγερση του 2011 που οδήγησε στην απομάκρυνση του προέδρου Hosni Mubarak [5]. Υπό την ηγεσία του προέδρου Gamel Abdel Nasser, η Αίγυπτος ήταν ο πολιτικός και πολιτιστικός ηγέτης του αραβικού κόσμου και μια εξέχουσα δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Ωστόσο, κατά την διάρκεια των σχεδόν 20 ετών της εξουσίας του, ο Mubarak μετέτρεψε την χώρα σε έναν αξιόπιστο και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο πελάτη των ΗΠΑ και στενό σύμμαχο αμερικανικών εταίρων όπως η Σαουδική Αραβία, αν και εμφάνιζε έλλειψη δυναμισμού και περιφερειακής επιρροής.

Ωστόσο, η αναχώρηση του Μουμπάρακ έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτή την στάση. Αν και οι ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με τα εγχώρια ζητήματα που προκάλεσαν την εξέγερση, τα αιτήματα των διαδηλωτών περιελάμβαναν μια μη δομημένη ιδέα για αποκατάσταση της εθνικής αξιοπρέπειας που επεκτεινόταν στην σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής και επέζησε σε όλη την ταραχώδη μετάβαση της Αιγύπτου.

Κατά την διάρκεια της πρώιμης περιόδου μετά τον Μουμπάρακ, αιγυπτιακές ελίτ και μέλη του κοινού συζήτησαν πώς να αποκαταστήσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους και να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις τους στο εξωτερικό. Η διετής προεδρία του Morsi, για παράδειγμα, περιέλαβε επισκέψεις στο Πεκίνο και τη Μόσχα. Αυτός ο μετα-πραξικοπηματικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής ήταν εν μέρει ένα αποτέλεσμα [6] των επειγόντων εγχώριων οικονομικών και πολιτικών αναγκών και των αναγκών ασφαλείας, κυρίως δε της πάλης της χώρας εναντίον των Ισλαμιστών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της. Όμως, τα τελευταία χρόνια, καθώς η οικονομική και πολιτική ζωή της Αιγύπτου έχει εν μέρει σταθεροποιηθεί υπό τον Sisi, αυτές οι αρχικά διάσπαρτες τάσεις έχουν όλο και περισσότερο εξελιχθεί σε μια συνεκτική κοσμοθεωρία.

Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο αυτής της κοσμοθεωρίας είναι ο αντι-ισλαμισμός. Η φανατική, άκαμπτη αντίθεση στη Μουσουλμανική Αδελφότητα [7] και στα παρακλάδια της ήταν η εντέλουσα αρχή του καθεστώτος του Σίσι, και είναι πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αιγυπτιακής πολιτικής ζωής. Αν και το καθεστώς Sisi έχει στοχεύσει όλες τις μορφές πολιτικής έκφρασης και διαφωνίας, έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στην Αδελφότητα. Η κυβέρνηση, στις προσπάθειές της για την εξάλειψη της οργάνωσης, κατέφυγε σε ευρεία καταστολή, βγάζοντας εκτός νόμου την Αδελφότητα, φυλακίζοντας δεκάδες χιλιάδες μέλη και συμπαθούντες της, και εμπλεκόμενη σε άμεση βία για να καταστρέψει την δυνατότητα μελλοντικής κινητοποίησης.

Η εκστρατεία της Αιγύπτου κατά της Αδελφότητας δεν σταματά στα σύνορα -το Κάιρο θεωρεί την ομάδα ως διακρατική απειλή και έχει επιδιώξει να πιέσει και να αποδυναμώσει ομάδες που εκλαμβάνει ως θυγατρικές της Αδελφότητας στην Λιβύη και στην Λωρίδα της Γάζας. (Οι πρόσφατες κινήσεις της Αιγύπτου για την βελτίωση των δεσμών με την Χαμάς [8], το παλαιστινιακό παρακλάδι της Αδελφότητας, αποτελούν μια σπάνια ρεαλιστική εξαίρεση από την συνήθως αδιάλειπτη εχθρότητά της απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ). Η Αίγυπτος ήταν επίσης άκαμπτη στην αντίθεσή της προς την χρήση ισλαμιστών παραστρατιωτικών πληρεξουσίων ως εργαλείο σε οποιαδήποτε από τις συγκρούσεις της περιοχής -ένας αξιωματούχος προειδοποίησε έναν από τους συγγραφείς σε μια συνέντευξη για τον επικίνδυνο «βάλτο» που θα έφερνε μια τέτοια προσέγγιση στην Συρία. Αυτός ο αντι-ισλαμισμός οδήγησε την Αίγυπτο να ευθυγραμμιστεί ήσυχα [9] με την κυβέρνηση του προέδρου Bashar al-Assad και τους Ρώσους υποστηρικτές του -οι οποίοι μοιράζονται την σκοτεινή άποψη της Αιγύπτου για τον σουνιτικό ισλαμισμό και την πίστη στην σταθερότητα μέσω της κυριαρχικής καταπίεσης- αντί με τις υπό σαουδική ηγεσία προσπάθειες να καλλιεργηθούν δυνάμεις ανταρτών και να ανατραπεί ο Assad.

Η δεύτερη, σχετική δέσμευση της Αιγύπτου του Σίσι είναι μια προσκόλληση στην προερχόμενη από την κρατική κυριαρχία σταθερότητα. Καθώς οι γείτονές της παρεμβαίνουν για να επαναδιαμορφώσουν την περιοχή κατά μήκος σεχταριστικών ή ισλαμικών γραμμών, η Αίγυπτος έχει αναδειχθεί ως ίσως ο πιο εξέχων παίκτης του status quo στη Μέση Ανατολή. Οι πρώτες ενδείξεις αυτής της προσέγγισης θα μπορούσαν να εντοπιστούν στις συναλλαγές της Αιγύπτου με το Ιράκ κατά την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους, όταν ο Σίσι υποστήριξε δημοσίως [10] τον Σιίτη πρωθυπουργό του Ιράκ, Νούρι αλ Μαλίκι. Η στάση της Αιγύπτου είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη δεδομένης της εμφάνισης της Σαουδικής Αραβίας ως απρόβλεπτης ρεβιζιονιστικής δύναμης, όπως φαίνεται στον Λίβανο, την Συρία και την Υεμένη. Ο ρεβιζιονισμός της εξωτερικής πολιτικής του βασιλείου ήταν ως επί το πλείστον στην υπηρεσία της αντιπαλότητάς του με το Ιράν, όμως η Αίγυπτος αρνήθηκε να ακολουθήσει την σκληρή γραμμή της Σαουδικής Αραβίας, αποφεύγοντας οτιδήποτε περισσότερο από τα τυπικά αντι-ιρανικά αισθήματα και αντιστεκόμενη στην θρησκευτική πόλωση που αποσταθεροποίησε την περιοχή τα τελευταία χρόνια. Η Αίγυπτος ούτε έχει επιλύσει τις μακροχρόνιες εντάσεις της με το Ιράν ούτε έχει αποκαταστήσει πλήρεις διπλωματικές σχέσεις. Απλώς αρνήθηκε να διολισθήσει σε περιφερειακές συγκρούσεις.

10012018-2.jpg

Αιγύπτιοι στρατιώτες στο τζαμί al-Rawdah στην Bir al-Abed, τον Δεκέμβριο του 2017. MOHAMED ABD EL GHANY / REUTERS
——————————————————————–

Πάντως, στην ιεραρχία των συμφερόντων της εξωτερικής πολιτικής της, η προσκόλληση της Αιγύπτου στην κρατική κυριαρχία παραμένει δευτερεύουσα ως προς την αντι-ισλαμική ατζέντα της. Όταν αυτές οι αρχές βρίσκονται σε άμεση σύγκρουση, ο αντι-ισλαμισμός εξακολουθεί να υπερτερεί έναντι όλων των άλλων ζητημάτων. Αυτό είναι εμφανές τόσο στην συνεχιζόμενη κρίση με το Κατάρ (του οποίου οι κυρίαρχοι ηγέτες αντιμετωπίζουν σήμερα ένα υπό σαουδική ηγεσία και αιγυπτιακή υποστήριξη εμπάργκο οφειλόμενο κυρίως στην υποστήριξή του προς τους ισλαμιστές κατά το παρελθόν) και στο χάος της πολύπλευρης σύγκρουσης της Λιβύης (όπου ο επιλεχθείς εταίρος της Αιγύπτου στο να ασφαλίσει την πορώδη δυτική πλευρά της, ο στρατηγός Hafter, διεξάγει τον δικό του υπαρξιακό πόλεμο εναντίον των ισλαμιστών και κάποτε δήλωσε ότι «η Λιβύη χρειάζεται έναν Σίσι»).

Ο ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Η τρίτη και η τελική δέσμευση πίσω από την καινοφανή θεληματικότητα και ανεξαρτησία της Αιγύπτου είναι ένας αναδυόμενος εθνικισμός [11] που επιδιώκει να αποκαταστήσει την χώρα σε ό, τι υποδηλώνει η ιστορία και η ματαιοδοξία της ότι είναι ο δικαιολογημένος ρόλος της στην περιοχή. Παρόλο που αυτό χτύπησε μερικές φορές στον σοβινισμό, όπως φάνηκε με τις αντι-αμερικανικές θεωρίες συνωμοσίας και τις υποψίες περί αλλοδαπών που κυριαρχούν στον αιγυπτιακό Τύπο, έχει υπογραμμίσει την επιθυμία της Αιγύπτου να αποκτήσει σχέση με τις περιφερειακές υποθέσεις. Έχει επίσης προκαλέσει μια τραχιά καχυποψία, ευκαιριακά τροφοδοτημένη από ορισμένους Αιγύπτιους αξιωματούχους, ότι οι ξένες δυνάμεις δεν επιδιώκουν απλώς να επηρεάσουν την Αίγυπτο αλλά να την κυριαρχήσουν ή να την αποσταθεροποιήσουν. Αυτό έχει προσβάλει τους πιο γενναιόδωρους ευεργέτες της Αιγύπτου, οδηγώντας σε σοβαρές διπλωματικές εντάσεις όχι μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και με την Ιταλία, την Ρωσία, την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Κατά τα έτη μετά το 2011, οι ηγέτες της Αιγύπτου, συμπεριλαμβανομένου και του Sisi, μίλησαν ειλικρινά για την ανάγκη να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση των εσωτερικών προκλήσεων, αλλά αυτά τα αισθήματα έχουν συχνά εκτοπιστεί από την διαρκή, διογκωμένη αίσθηση του ρόλου της Αιγύπτου -περιλαμβανομένης της λανθασμένης αλλά διαδεδομένης πεποίθησης ότι καμία σημαντική περιφερειακή σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί χωρίς το Κάιρο. Αυτή η άποψη, που κυριαρχεί μεταξύ του αιγυπτιακού λαού και της κυβερνητικής ελίτ (αν και ο Sisi υπήρξε πιο ρεαλιστής), είναι συνάρτηση του μεγέθους της [χώρας], του κεντρικού χαρακτήρα και της πολιτιστικής κυριαρχίας της στον αραβικό κόσμο. Αυτά τα αισθήματα, ωστόσο, έχουν περιορισμένη μόνο σχέση με την πραγματική ισχύ και επιρροή της Αιγύπτου. Από την ακμή της χώρας πριν από μισό αιώνα, όταν ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του αραβικού κόσμου, η ισχύς και ο πλούτος της Μέσης Ανατολής μετανάστευσαν προς τα ανατολικά σε πιο δυναμικές οικονομίες όπως το Ισραήλ, η Τουρκία, τα πετρο-κράτη της Σαουδικής Αραβίας, οι μοναρχίες του Κόλπου και το Ιράν. Αυτές οι χώρες (αν και σε διαφορετικό βαθμό) είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους, την στρατιωτική ισχύ και τα περιφερειακά δίκτυα πληρεξουσίων τους για να προβάλλουν ισχύ με τρόπους που η Αίγυπτος απλά δεν μπορεί. Η γεωγραφία σημαίνει ότι η Αίγυπτος συνέχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Λιβύη και την Γάζα, αλλά αλλού το Κάιρο προσπάθησε να μετατρέψει την σχετική αδυναμία του σε διπλωματικό νόμισμα -για παράδειγμα, προσκολλώμενη σε διπλωματικές πρωτοβουλίες και αναζητώντας θέση μεσίτη μεταξύ ανταγωνιστικών περιφερειακών φατριών, όπως έκανε κατά την κρίση στον Λίβανο.

Η Αίγυπτος είναι απίθανο να πακτώσει ένα τέταρτο σημαντικό περιφερειακό μπλοκ παράλληλα με τους ρεβανσιστές της Σαουδικής Αραβίας, τους Ιρανούς ηγεμονιστές και τους φιλο-ισλαμιστές Τούρκους και Καταρινούς, αλλά ένα περιφερειακό σώμα μπορεί να υπάρχει κατ’ αρχήν. Η φωνή της Αιγύπτου στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχει παραμείνει μέχρι στιγμής σιωπηλή και η χώρα υπήρξε περισσότερο πεδίο μάχης για περιφερειακή υπεροχή παρά ένας παίκτης από μόνη της. Εντούτοις, η εγχώρια πολιτική της Αιγύπτου παραμένει ενδεικτική για άλλους -όπως όταν η άνοδος και η πτώση των ισλαμιστών της Αιγύπτου έθεσε το θεμέλιο για την περιοχή στο σύνολό της- και η άρνηση του Καΐρου να υιοθετήσει τη μαξιμαλιστική γραμμή της Σαουδικής Αραβίας και ωφέλησε τους Αιγυπτίους, και έδειξε τον δρόμο προς μια λιγότερο σεχταριστική περιφερειακή πολιτική.

Ειδικότερα, η Αίγυπτος είναι σήμερα ένα παράδειγμα των ορίων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο MbS αν προσπαθήσει, ως ο προεξάρχων Σονίτης Άραβας ηγέτης, να υπαγορεύσει τις πολιτικές επιλογές των άλλων. Αυτά τα όρια ήταν σε πλήρη θέα την άνοιξη του 2015, όταν η Αίγυπτος αρνήθηκε την ξαφνική έκκληση του MbS για να συμμετάσχει σε έναν συνασπισμό Σουνιτικού Αραβικού στρατού για να πολεμήσει τους Χούτι στην Υεμένη. Όπως παρατήρησε ένας ανώτερος αξιωματούχος της Αιγύπτου σε έναν από τους συγγραφείς [αυτού του άρθρου]: «Είμαστε η Αίγυπτος -δεν μπορείτε να μας τηλεφωνείτε στις τρεις τα ξημερώματα και να περιμένετε από εμάς να πάμε στον πόλεμο το πρωί». Η Αίγυπτος έκανε καθυστερημένα περιορισμένες εισφορές στον Αραβική στρατιωτικό συνασπισμό, αλλά σε μεγάλο βαθμό έμεινε έξω από αυτό που έχει αποδειχθεί ένας καταστροφικός και δαπανηρός πόλεμος.

ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΤΟ ΚΑΪΡΟ ΕΦ’ΕΞΗΣ

Από το 2013, το αυτόνομο πνεύμα της Αιγύπτου μετριάστηκε από την απελπισμένη ανάγκη της για διεθνή νομιμοποίηση, βοήθεια για την ασφάλειά της και, πάνω απ’ όλα, δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από πλούσια έθνη του Κόλπου (τα οποία, κατά τη μνημειώδη ρήση του Σίσι [12] έχουν «χρήματα όπως το ρύζι»). Παρόλα αυτά, ενώ η Αίγυπτος ήταν ευτυχής να εξαργυρώνει τις ξένες επιταγές, συχνά απέρριπτε τις ξένες συμβουλές, είτε από την Ουάσινγκτον είτε από το Άμπου Ντάμπι. Τώρα, όμως, ορισμένες συνθήκες θα μπορούσαν να δώσουν στους ηγέτες της χώρας την αυτοπεποίθηση να ακολουθήσουν μια ακόμη πιο ανεξάρτητη προσέγγιση.

Κατ’ αρχήν, αντί να αντιμετωπίζει συνεχείς πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Sisi έχει λάβει μια άκριτη έγκριση και υιοθέτηση του Οβάλ Γραφείου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υποστηρίχθηκαν από το ΔΝΤ στην Αίγυπτο έφεραν επίσης ένα μέτρο οικονομικής σταθερότητας, παρά τον πληθωρισμό και την ανεργία. Και τόσο το εμπάργκο στο Κατάρ από την Σαουδική Αραβία όσο και η βίαιη αστάθεια που ακολούθησε τις αραβικές εξεγέρσεις συνέβαλαν σε μια παρακμή των ισλαμικών ομάδων σε ολόκληρη την περιοχή, θέτοντας το έδαφος για την επιδιόρθωση των προηγουμένως πληγωμένων δεσμών Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας. Ίσως το πιο σημαντικό, η Αίγυπτος έχει συμπεράνει ότι είναι απλά πάρα πολύ μεγάλη για να αποτύχει και μέχρι στιγμής οι σύμμαχοί της ενήργησαν ανάλογα. Ίσως επειδή τόσοι πολλοί από τους γείτονές της μαστίζονται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι ανορθόδοξες κινήσεις του Καΐρου δεν οδήγησαν σε διπλωματικές ρήξεις. Αντ’ αυτού, οι εταίροι της Αιγύπτου έχουν προσαρμοστεί και παραμένουν αρνητικοί στο να αμφισβητήσουν το Κάιρο σε αυτή την λεπτή συγκυρία.

Τελικά, η προσπάθεια της Αιγύπτου να επιστρέψει σε προεξάρχουσα περιφερειακή θέση θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του Σίσι να συμμαζέψει την ισχύ εγχωρίως. Για να προβάλει επιρροή εκτός των συνόρων της, η Αίγυπτος θα πρέπει να επιτύχει εγχωρίως σταθερότερη και εξασφαλισμένη βάση οικονομική, πολιτική και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών μεταρρυθμίσεων για να ανοίξει ο χώρος για μια ζωηρή δημόσια βάση και έναν ιδιωτικό τομέα, αντί να τοποθετήσει το βάρος της εθνικής ανανέωσης της Αιγύπτου μόνο στην κυβέρνησή της.

Όσο περισσότερη η Αίγυπτος ακολουθεί τον δικό της δρόμο, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να συμβιβαστεί η αντίφαση στην καρδιά της σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής της Αιγύπτου: Αφενός, η Αίγυπτος επιδιώκει να διατηρήσει την παραδοσιακή της ευθυγράμμιση με το Ριάντ και την Ουάσινγκτον, λαμβάνοντας χρήματα από το πρώτο και όπλα από την δεύτερη. Από την άλλη πλευρά, το Κάιρο αρνείται όλο και περισσότερο να ακολουθήσει την περιφερειακή γραμμή της Σαουδικής Αραβίας και φλερτάρει με την Ρωσία, ανοίγοντας ενδεχομένως τις βάσεις της στον κύριο γεωστρατηγικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Εάν η Αίγυπτος συνεχίσει να ακολουθεί αυτήν την πολιτική των δύο γραμμών, το Ριάντ ή η Ουάσινγκτον μπορεί να παρουσιάσουν κάποια στιγμή στην Αίγυπτο μια πιο οξεία επιλογή. Μέχρι να το κάνουν, η Αίγυπτος είναι βέβαιο ότι δοκιμάζει τα όριά τους.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Ξεχώρισαν