Απόψεις

Τα λάφυρα των οικονομικών πολέμων

Η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία είναι σήμερα στο στόχαστρο των «επενδυτών», οι οποίοι κερδίζουν τεράστια ποσά με τα στοιχήματα τους, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τι θα συμβεί – ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων μάλλον έχει πλήρη άγνοια της λεηλασίας που διενεργείται.

Ανάλυση

Στην ανάλυση μας «Το καρτέλ, το δολάριο και ο στρατός» (πηγή) έχουμε δώσει μία εικόνα, σχετικά με τον τρόπο που οι Η.Π.Α. χρησιμοποιούν τα οικονομικά τους όπλα διεθνώς – κάτι που είναι δύσκολα κατανοητό σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς επίσης του δυτικού συστήματος του χρέους, από το οποίο προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν κυρίως οι χώρες των BRICS (αν και τόσο η Βραζιλία, όσο και η Νότιος Αφρική έχουν ήδη καταθέσει τα όπλα – η πρώτη στα πλαίσια της ανακατάληψης της Λατινικής Αμερικής από τις Η.Π.Α., ενώ η δεύτερη λόγω των τεράστιων οικονομικών της προβλημάτων που συνηθίζονται σε κράτη που έχει εισβάλλει κάποτε το ΔΝΤ).

Στο στόχαστρο τώρα των οικονομικών επιθέσεων της υπερδύναμης είναι ξανά η Ρωσία, (η πρώτη φορά ήταν το 2014 ως αντίποινα για την προσάρτηση της Κριμαίας), επίσης ξανά το Ιράν (μετά το εμπάργκο και την απομόνωση του από το Swift λόγω των πυρηνικών φιλοδοξιών του το 2012) και για πρώτη φορά η Τουρκία – εξαιτίας της προσέγγισης της με τη Ρωσία. Οι επιθέσεις αυτές έχουν στόχο κυρίως τα νομίσματα των χωρών-θυμάτων, καθώς επίσης τις μεγάλες εταιρείες τους – υπενθυμίζοντας τα λόγια του Keynes, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για ένα κράτος, από την κατάρρευση του νομίσματος του.

Το πόσο καταστροφικές είναι αυτές οι επιθέσεις φαίνονται καθαρά στο παράδειγμα της Τουρκίας η οποία, σε αντίθεση με τη Ρωσία σήμερα και με το Ιράν, είναι απόλυτα εξαρτημένη τόσο από τις εισροές κεφαλαίων, όσο και από τα αμερικανικά επιτόκια – λόγω των τεράστιων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, του μεγάλου ιδιωτικού της χρέους (έχει πενταπλασιαστεί σε σχέση με το 2008), καθώς επίσης του επικίνδυνα υψηλού εξωτερικού της χρέους.

https://i2.wp.com/analyst.gr/wp-content/uploads/2018/04/488.pngΕιδικά όσον αφορά το εξωτερικό της χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο έχει υπερβεί τα 450 δις $ ή το 50% του ΑΕΠ της, η πτώση της ισοτιμίας του νομίσματος της από το 1:1,5 σε σχέση με το δολάριο το 2011 στο 1:4,14 σήμερα (γράφημα) σημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής (παράδειγμα):

Το 2011 για την πληρωμή του εξωτερικού χρέους της η Τουρκία χρειαζόταν 450 δις $ Χ 1,5 λίρες = 675 δις $ σε τουρκικές λίρες. Σήμερα, για το ίδιο ποσόν, χρειάζεται 450 δις $ Χ 4,14 λίρες = 1,863 τρις λίρες – γεγονός που σημαίνει ότι, σε όρους εγχωρίου νομίσματος η Τουρκία χρειάζεται σχεδόν το τριπλάσιο ποσόν για την πληρωμή των εξωτερικών της χρεών, το οποίο είναι υπερδιπλάσιο του ΑΕΠ της σε δολάρια! Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που μία χώρα δεν χρεοκοπεί συνήθως από το δημόσιο χρέος της, αλλά από το εξωτερικό – ενώ η άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων αυξάνει επί πλέον το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, καθιστώντας το συχνά αδύνατο.

Αντίθετα με την Τουρκία η Ρωσία, η οποία αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα το 2014 όταν κατέρρευσε το ρούβλι, παρά το ότι είχε πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αλλά επίσης υψηλό εξωτερικό χρέος (περί τα 700 δις $), μείωσε τότε τον εξωτερικό δανεισμό της χρησιμοποιώντας τα συναλλαγματικά της αποθέματα – τα οποία όμως είναι περιορισμένα στην Τουρκία εξαιτίας των ελλειμμάτων του ισοζυγίου της.

Πλεονασματικό είναι επίσης το Ιράν, με σχετικά χαμηλά εξωτερικά χρέη, στο οποίο παρ’ όλα αυτά το νόμισμα του υποτιμάται συνεχώς, από το 1:10.000 σε σχέση με το δολάριο το 2012 στο 1:60.000 στη μαύρη αγορά χθες – μέσω των σκόπιμων εκροών συναλλάγματος από τη Δύση, ο στόχος των οποίων είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης των Ιρανών στο νόμισμα τους που στη συνέχεια ανατροφοδοτεί την υποτίμηση.

Τόσο στη Ρωσία όμως, όσο και στο Ιράν, οι Πολίτες υποφέρουν οικονομικά, αφού μειώνεται σημαντικά η αγοραστική αξία των εισοδημάτων τους – κυρίως όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα αλλά, επίσης, τα εγχώρια που παράγονται με ξένες πρώτες ύλες. Ακριβώς για το λόγο αυτό ο πρωθυπουργός της Ρωσίας δήλωσε πως το πρόβλημα της χώρας είναι η φτώχεια – ενώ η φτώχεια είναι αυτή που τελικά υποκινεί τις λαϊκές εξεγέρσεις, αποτέλεσμα των οποίων είναι συνήθως η ανατροπή της εκάστοτε εξουσίας.

https://i2.wp.com/analyst.gr/wp-content/uploads/2018/04/493.jpgΤα έσοδα των οικονομικών πολέμων

Περαιτέρω, οι οικονομικοί πόλεμοι που διεξάγουν οι Η.Π.Α. δεν προκαλούν μόνο μεγάλες ζημίες στα θύματα τους. Τους αποφέρουν επί πλέον σημαντικά έσοδα (λάφυρα), όπως άλλωστε συμβαίνει με τους συμβατικούς πολέμους – κάτι που όμως δεν είναι ευρέως κατανοητό στους ανθρώπους. Τα έσοδα αυτά αποκομίζονται από τα στοιχήματα στο νόμισμα, στα χρηματιστήρια, στα CDS (στο γράφημα η πρόσφατη άνοδος των CDS της Ρωσίας), στα ομόλογα κοκ., καθώς επίσης από τις εξαγορές εταιρειών των θυμάτων τους σε εξευτελιστικές τιμές – όταν αναγκαστούν να ζητήσουν τη «βοήθεια» του ΔΝΤ, το οποίο εκτός των άλλων πληρώνεται αδρά για τον κόπο του (κάτι που βιώνουμε στην Ελλάδα με τις σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις – όπου ευτυχώς για τα ΕΛΠΕ ανέβηκε η «εκτίμηση» στα 1,2 -1,5 δις € από 500 εκ. € που ήταν στην αρχή, καθώς επίσης για τη ΔΕΣΦΑ, στην οποία συμμετέχει).

Για παράδειγμα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων οι τράπεζες, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια και οι λοιποί Αμερικανοί επενδυτές τα σχέδια οικονομικής επίθεσης των Η.Π.Α. στην Τουρκία, στοιχηματίζουν στην πτώση του νομίσματος της – όπου στα νομίσματα η μόχλευση (leverage) φτάνει ακόμη και στο 1 προς 100, γεγονός που σημαίνει ότι, με 1 δολάριο στοιχηματίζει κανείς για 100 $. Εάν υποθέσουμε τώρα πως η μόχλευση στην τουρκική λίρα είναι μόλις 1:10 και όχι 1:100, τότε ένα κερδοσκοπικό κεφάλαιο θα μπορούσε με 100.000 $ δικά του χρήματα να στοιχηματίσει 1.000.000 $ στην πτώση της λίρας.

Αυτό σημαίνει πως θα «πουλούσε» υποθετικά το 2011 το ποσόν των 1.000.000 $ Χ 1,5 που ήταν τότε η ισοτιμία – οπότε 1.500.000 λίρες. Σήμερα θα αγόραζε αυτές τις 1.500.000 λίρες για να κλείσει τη θέση του έναντι μόλις 362.318 δολαρίων (1.500.000 δια 4,14) – οπότε το κέρδος του θα ήταν 637.682 $ έχοντας επενδύσει δικά του χρήματα μόλις 100.000 $ (άρα 637%).

Με ένα δεύτερο παράδειγμα, οι Αμερικανοί επενδυτές γνώριζαν εκ των προτέρων το εμπάργκο που θα επέβαλλε ο πρόεδρος Trump στις εξαγωγές αλουμινίου της Ρωσίας – οπότε ασφαλώς (α) θα στοιχημάτισαν μεγάλα ποσά στην πτώση του βασικού ρωσικού δείκτη (RTS) με τη μεγαλύτερη δυνατή μόχλευση κερδίζοντας τεράστια ποσά (έπεσε 11,4% σε μία ημέρα), (β) στην πολύ μεγαλύτερη πτώση (άνω του 50%) της σημαντικότερης επιχείρησης αλουμινίου της RUSAL (έχει μερίδιο 6% στην παραγωγή αλουμινίου παγκοσμίως), (γ) στην άνοδο των μετοχών των εταιρειών αλουμινίου της Δύσης (δ) στην αύξηση των τιμών του αλουμινίου κοκ.

Στην Τουρκία ξανά, οι Αμερικανοί ασφαλώς θα στοιχημάτισαν στην άνοδο των επιτοκίων του δεκαετούς ομολόγου της (γράφημα), στην αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS), καθώς επίσης στην πτώση του χρηματιστηρίου της – αν και δεν θα διαρκέσει, επειδή όταν υποτιμάται το νόμισμα είναι προτιμότερη η τοποθέτηση σε μετοχές, ενώ το δείκτη πρέπει να τον εξετάζει κανείς αφαιρώντας την υποτίμηση ή σε ξένο νόμισμα. Τέτοιου είδους καταστάσεις έχουμε αντιμετωπίσει πολλές φορές στην Ελλάδα – προς όφελος όλων αυτών που στοιχημάτιζαν εις βάρος μας κερδίζοντας τεράστια ποσά.

Τέλος, οι Αμερικανοί επενδυτές που γνωρίζουν εκ των προτέρων τα πολεμικά Tweets του κ. Trump με τις απειλές επίθεσης στη Συρία, ασφαλώς θα στοιχημάτισαν στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου – τονίζοντας πως η Κίνα είναι απολύτως οχυρωμένη απέναντι στις αμερικανικές οικονομικές επιθέσεις, ενώ έχει ξεκινήσει τις δικές της εναντίον των Η.Π.Α. με την υιοθέτηση του πετρογουάν, με την προσέγγιση της Σαουδικής Αραβίας, με την πώληση ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, με τις επιθέσεις εναντίον του δολαρίου με τη βοήθεια της Ρωσίας κοκ. (ήδη καμία κεντρική τράπεζα στον πλανήτη δεν αγοράζει δολάρια για να εξισορροπήσει την πτώση της ισοτιμίας τους, όπως συνέβαινε ανέκαθεν, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα από 72% κάποτε σε κάτω από 66%).

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, τα χρήματα που κερδίζονται από την πώληση όπλων ή άλλου πολεμικού υλικού είναι κυριολεκτικά αστεία, σε σύγκριση με τα λάφυρα των οικονομικών πολέμων – ενώ οι στρατιωτικές συγκρούσεις είναι εντελώς αναχρονιστικές και επικίνδυνες, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη των πυρηνικών όπλων.

Ως εκ τούτου, οι απειλές κήρυξης πολέμων χρησιμοποιούνται κυρίως για τον επηρεασμό των αγορών προς όφελος αυτών που τις γνωρίζουν εκ των προτέρων – αν και πάντοτε μπορεί να γίνουν λάθη, με κίνδυνο να χαθεί ο έλεγχος.

Πηγή: https://analyst.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Ξεχώρισαν