Απόψεις

Η επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα ως δείγμα της, εθνικά αποτυχημένης, εξωτερικής μας πολιτικής

Της Θάλειας Χούντα
Επικεφαλής της κίνησης «ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Οι τελευταίες, οδυνηρές, ημέρες της προηγούμενης εβδομάδας επιτέλους τελειώσανε. Η επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου που, από το Μέγαρο Μαξίμου, είχε προβληθεί ως βήμα προόδου των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, έλαβε άδοξο τέλος, διαλύοντας κάθε αυταπάτη των Ελλήνων κυβερνόντων.

Συνήθως, μια επίσκεψη τέτοιου υψηλού επιπέδου πραγματοποιείται, για να είναι επιτυχημένη, αποτελώντας μόνο το επιστέγασμα μιας ήδη θετικής διευθέτησης, που έχει πραγματοποιηθεί σε χαμηλότερο επίπεδο. Παρόλα αυτά, τις τελευταίες ημέρες πριν από την ανακοίνωση της επίσκεψης, κύκλοι έλεγαν, ότι μεταξύ Μεγάρου Μαξίμου και διπλωματών του υπουργείου Εξωτερικών υπήρχαν διχογνωμίες για τον τρόπο χειρισμού της.

Αρκετοί, ανάμεσα τους κι εγώ, είχαμε εκφράσει έντονο προβληματισμό αλλά και δυσφορία για το πλαίσιο συγκεκριμένης επίσκεψης. Δυστυχώς, για τα συμφέροντα του Έθνους και της Πατρίδας μας επιβεβαιωθήκαμε από την εξέλιξη των γεγονότων.

Πριν αναλύσω, το τι ήθελε από την επίσκεψη η κάθε πλευρά και το τι πέτυχε, θα ήθελα, να τονίσω ότι ο ρόλος της Τουρκίας αλλά και άλλων μη δυτικών κρατών στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων έχει από καιρό απασχολήσει όχι μόνο Έλληνες αναλυτές αλλά και τους δυτικούς μας συμμάχους, καθιστώντας την επίσκεψη αυτή γεγονός διεθνούς ενδιαφέροντος. Στα τέλη Νοεμβρίου, άλλωστε, πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον ημερίδα του γνωστού για την επιρροή του στην αμερικανική εξωτερική πολιτική Atlantic Council, για τα δυτικά Βαλκάνια και την ευρωατλαντική τους πορεία και μεταξύ των ανησυχιών που εκφράστηκαν, ήταν και η πολιτική που ασκούν στις Βαλκανική, χώρες όπως η Τουρκία. Πληροφορίες μου κάνουν λόγο, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε και την τετραμερή Σύνοδο Κορυφής Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ρουμανίας στο Βελιγράδι το Σάββατο που μας πέρασε.

Αντιλαμβανόμαστε, ότι, τελικά, η επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα απείχε πολύ από μια Εθιμικού τύπου διπλωματική επίσκεψη. Κάθε πλευρά είχε μια σκοπιμότητα.

Ο Τούρκος Πρόεδρος, χρησιμοποίησε άριστα την ευκαιρία, που με προχειρότητα του έδωσε το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, για να εξυπηρετήσει την ήδη διαμορφούμενη ατζέντα του.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην Ελλάδα για δυο βασικούς λόγους. Ο πρώτος, είναι η δημόσια και για πρώτη φορά επίσημη αμφισβήτηση της Συμφωνίας της Λωζάνης, η οποία και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κεμαλιστικής παράδοσης. Δεν είναι καθόλου σαφές, αν ο Ερντογάν επιδιώκει την αναθεώρηση της συνθήκης, για να διευθετήσει Ελληνοτουρκικά ζητήματα ή διότι ετοιμάζεται για διεκδικήσεις στη Μέση Ανατολή, μερικά από τα σύνορα της οποίας ρυθμίζει η Λωζάνη. Πολύ πιθανό να αφορά και τα δυο μέτωπα. Ο δεύτερος, είναι η αποκατάσταση των δικτύων, που το τουρκικό κράτος είχε δημιουργήσει στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, τα οποία αποδομήθηκαν μετά τη ρήξη Ερντογάν – Γκιουλέν.  Αν και ο  πρώτος στόχος στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, η Θράκη δεν εξελίχθηκε, όπως θα περίμενε. Τόσο οι επιφυλάξεις που διατηρεί, πλέον, η μειονότητα, όσο και η ανικανότητα του Τουρκικού Προξενείου περιόρισαν την μεγάλη προσέλευση αλλά και τις κινήσεις εντυπωσιασμού του Ερντογάν. Παρ’ όλα αυτά, ο Ερντογάν, με το κύρος του ηγέτη, τόνωσε το ηθικό των ανθρώπων του στη μειονότητα, που είχαν αποχωρήσει  από την ενεργό δράση.

Ας δούμε όμως την γενικότερη εικόνα.

Είναι σαφές πια, ότι η εικόνα στο Προεδρικό μέγαρο όχι μόνο έδωσε τον τόνο στην επίσκεψη αλλά φανέρωσε και ότι μάλλον δεν έγινε καμία ουσιαστική προετοιμασία της συνάντησης και καμία σοβαρή συνεννόηση ανάμεσα σε Μέγαρο Μαξίμου και Προεδρία της Δημοκρατίας.

Το μόνο εμφανές αποτέλεσμα της επίσκεψης είναι, ότι ο Ερντογάν ήλθε στη Πατρίδα μας και «άπλωσε» με θράσος όλη την ατζέντα του στη διπλωματική σκακιέρα. Σε τελική ανάλυση, ο άμεσος στόχος του δεν είναι η αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάνης αλλά η συζήτηση περί αυτής. Ο μεν Παυλόπουλος του αναγνώρισε, ότι είναι θέμα ερμηνείας της συνθήκης, ο δε Τσίπρας του είπε, ότι άλλο η αναθεώρηση κι άλλο η καλή εφαρμογή – αναγνωρίζοντας εμμέσως, ότι μία συζήτηση για την καλύτερη  εφαρμογή ίσως έχει νόημα.

Για τον σουλτάνο αυτά ίσως είναι από μόνο τους αρκετά.

Καλόπιστα, προσπάθησα να βρω τι κέρδισε η Ελλάδα από τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Μάταια…

Πληροφορίες για το συντάκτη

Θάλεια Χούντα

Η Θάλεια Χούντα είναι κοινωνιολόγος και δημοσιογράφος. Ασχολείται, εδώ και χρόνια, με το κοινωνικό ρεπορτάζ, με πληθώρα συνεντεύξεων από συλλόγους και φορείς. Έχει παρουσιάσει την δουλειά της από τις τηλεοπτικές της εκπομπές, τις ραδιοφωνικές και από sites, εφημερίδες και περιοδικά στα οποία αρθρογραφεί. Tα τελευταία χρόνια έχει επικεντρωθεί στην πολιτική αρθρογραφία.

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Ξεχώρισαν