Άμυνα Διπλωματία

Γιατί αποτυγχάνει η Τουρκία

Γεωστρατηγική σύνθεση και τουρκική ενεργειακή πολιτική*

By Μάρκος Τρούλης

Η Τουρκία όρισε τους στόχους της ενεργειακής αναβάθμισής της και η ίδια τους υπονομεύει θέτοντας πλέον την ίδια την ευμάρειά της, αν όχι την επιβίωσή της, σε κίνδυνο. Πρόκειται, δηλαδή, για δείγματα σύγχυσης και ανορθολογισμού.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκε την Τουρκία σε μια διαρκή μετάβαση. Ωστόσο, προς ποια κατεύθυνση όφειλε να πραγματοποιήσει το άλμα της; Ως να μην άλλαξε τίποτα από την περίοδο που ο Κεμάλ αποφάσιζε να επιβάλλει τον εκδυτικισμό του νεοσύστατου τότε τουρκικού κράτους, η μεταψυχροπολεμική Τουρκία βρέθηκε ενώπιον του ίδιου διλήμματος. Θα παρέμενε προσδεμένη στην Δύση αναλαμβάνοντας τον ρόλο του στρατηγικού τοποτηρητή των μεγάλων Δυτικών δυνάμεων; Ή θα προσπαθούσε να αυτονομηθεί εκμεταλλευόμενη την συστημική ευκαιρία που προέκυψε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την διάλυση του προαιώνιου σοβιετικού ανταγωνιστή;

Σε βάθος χρόνου, η τουρκική γεωστρατηγική είχε πολλές διακυμάνσεις μεταξύ των δύο προαναφερθεισών επιλογών. Από τις αδέξιες και ανακλαστικές αντιδράσεις του Turgut Özal κατά την πρώτη φάση περάσαμε στην πλήρη στρατηγική περιστολή στα μέσα της δεκαετίας του 1990, κατόπιν στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης διαμέσου της ανάληψης ρόλου «πελάτη» [1] στο πλαίσιο μιας πελατειακής σχέσης με τις ΗΠΑ και τέλος, στην πρόσφατη περίοδο του Erdoğan κατά την οποία διεκδικεί τη μεγιστοποίηση της τουρκικής ισχύος δίχως, όμως, σαφή προσανατολισμό και περιπίπτοντας σε διαρκείς παλινωδίες. Οι εν λόγω παλινωδίες, όπως θα καταδειχθεί, αφήνουν έκθετη την Τουρκία ενώπιον των μεγάλων δυνάμεων, και καταλήγουν να αποτελούν μια στρατηγική υψηλού ρίσκου.

Συνιστά αναμφίλεκτη πραγματικότητα ότι η Τουρκία δεσπόζει γεωπολιτικά στον ευρύτερο χώρο ενός νοητού διαδρόμου, ο οποίος συνδέει την Ανατολή με την Δύση. Υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, διατυπώθηκαν φιλοδοξίες επί του συνόλου σχεδόν των πτυχών επέκτασης και ισχυροποίησης ενός κράτους, ήτοι από την καλλιέργεια στρατιωτικών συνεργασιών με τα νεότευκτα κράτη του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας έως την χρηματοδότηση δορυφορικών τηλεοπτικών προγραμμάτων με σκοπό κυρίως την διεύρυνση της χρήσης της τουρκικής γλώσσας και την ενίσχυση των δεσμών με τα συγκεκριμένα κράτη. Ως εκ τούτου, επρόκειτο για γεωστρατηγική πλεύση συνυφασμένη με τον πολυπαραγοντικό ορισμό ενός ορθολογικού δρώντα για την έννοια της εθνικής ασφάλειας ως «η προστασία της υποστάσεως και της λειτουργίας των δομών του κράτους μέσω της προστασίας και ενισχύσεως, όταν τούτο καθίσταται δυνατό, των διαστάσεων της ισχύος του, δηλαδή της οικονομικής, δημογραφικής, πολιτικής, πολιτισμικής και αμυντικής» [2].

Το παρόν κείμενο φιλοδοξεί να αναφερθεί σε μια σημαίνουσα πτυχή της εν λόγω διακηρυττόμενης μεγιστοποίησης της τουρκικής ισχύος, και αυτή σχετίζεται με το πεδίο της λεγόμενης ενεργειακής πολιτικής. Με τον όρο «ενεργειακή πολιτική» εννοείται όλο εκείνο το πλέγμα των διακρατικών συνεργασιών και της αντίστοιχης εσωτερικής δυνατότητας της Τουρκίας με άξονα την γενικότερη ισχυροποίηση της θέσης και του ρόλου της στο σύμπλοκο της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Προς τούτο, η αναφορά στην ενέργεια εντάσσεται πλήρως και εύλογα στο μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο εκτύλιξης της τουρκικής στρατηγικής συμπεριφοράς. Η παραγωγή και η διαμετακόμιση υδρογονανθράκων εξηγείται παρακάτω ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόπειρας στρατηγικής αναβάθμισης της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, η «τουρκική ενεργειακή αναβάθμιση» νοείται ως το πλαίσιο ανόδου της Τουρκίας στην κλίμακα της ενεργειακής ασφάλειας.

Η διεύρυνση της ενεργειακής ασφάλειας επιτυγχάνεται διαμέσου της διαφοροποίησης των εισαγωγών από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό παραγωγών, της σταθεροποίησης των διόδων μεταφοράς και της ενίσχυσης της βιώσιμης χρήσης της ενέργειας [3]. Η ενεργειακή αναβάθμιση ενός δρώντα συνιστά στόχο πολιτικοοικονομικής ιδιοσυστασίας, αναδεικνυόμενος μέσω πολυπαραγοντικής –και επ’ ουδενί μονοδιάστατης– ανάλυσης, δυνάμενη να προσφερθεί μέσω της συστημικής γεωπολιτικής ανάλυσης, η οποία «ασχολείται με τη μελέτη, καταγραφή και πρόβλεψη των ανακατανομών ισχύος και καταλήγει πάντοτε στην δημιουργία αντιστοίχου υποδείγματος τάσεων. Διαγιγνώσκει, λοιπόν, τις αναπτυσσόμενες τάσεις και προβλέπει την δυναμική τους στο χώρο και στον –ιστορικώς– ομοιογενή χρόνο. Δηλαδή, τον χρόνο τον εγγραφόμενο στο πλαίσιο μιας και μόνης, ομοιογενούς ποιοτικώς, ιστορικής περιόδου. Δε στοχεύει σε “ελέγχους εδαφών”» [4]. Συνεπώς, προσφέρει την κατάλληλη αναλυτική βάση ως προς την επιβεβλημένη διεπιστημονικότητα της προσέγγισης, αλλά συνιστά και το αναγκαίο περιγραφικό υπόβαθρο προκειμένου να αναλυθεί η –κατά τα λοιπά μεροληπτικής ιδιοσυστασίας– γεωστρατηγική ενός δρώντα και εν προκειμένω της Τουρκίας.

Από τις πρώιμες φιλοδοξίες και τους μαξιμαλισμούς περί στρατηγικής επέκτασης στα άλλοτε οθωμανικά εδάφη και πέρα από αυτά, με όχημα τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, έως την κατάρρευση των προσδοκιών, αλλά και την από καιρού εις καιρόν επαπειλούμενη κατάρρευση της αυξημένης οικονομικής αλληλεξάρτησής της με την Ρωσία, η τουρκική στρατηγική έχει επιδείξει μεγάλες αποκλίσεις σκοπών και αποτελεσμάτων. Υπονοείται, δηλαδή, η ασυνέχεια της τουρκικής γεωστρατηγικής όσον αφορά τους αρχικά διατυπωμένους στόχους και τις πρωτοβουλίες επίτευξής τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, η συγκεκριμένη ασυνέχεια ή ανακολουθία δύναται να νοηθεί και ως ασυνέπεια υπό την έννοια ότι η Τουρκία επέδειξε μια αλλοπρόσαλλη στρατηγική συμπεριφορά, η οποία ήταν αμφίβολο αν εξυπηρετούσε εν τέλει το σκοπό της ενεργειακής αναβάθμισής της ή ήταν απλά μια σειρά ανορθολογικών εκτιμήσεων και αποφάσεων.

Το συγκεκριμένο γεγονός πλήττει καίρια το κύρος της χώρας, αλλά αναδεικνύει και τα όρια της επιθετικότητάς της. Αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου διατυπώθηκαν μεγαλεπήβολοι στόχοι με ρητές αναφορές στους υδρογονάνθρακες των μετασοβιετικών δημοκρατιών και της Μέσης Ανατολής, κατόπιν αυτοί κατέρρευσαν και εν τέλει, θεμελιώθηκε μια ετεροβαρής ενεργειακή σχέση με την Ρωσία, η οποία έχει τεθεί επίσης σε κίνδυνο κατ’ εξακολούθηση. Η τουρκική στρατηγική έχει γνωρίσει και συνεχίζει να γνωρίζει παλινωδίες. Το ίδιο, άλλωστε, διαφάνηκε μέσω και της περίφημης –Νταβουτόγλειας εμπνεύσεως– πολιτικής των «μηδενικών προβλημάτων», η οποία έχει εξελιχθεί σε «πολλαπλασιασμό προβλημάτων» σχεδόν με τους πάντες.

ΤΟ ΜΕΤΑΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΑΙΓΝΙΟ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η απαρχή της εκδήλωσης των φιλοδοξιών τοποθετείται αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την ευκαιρία ένταξης των περί την Κασπία κρατών στις λειτουργίες της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς. Το τέλος του κεντρικού σχεδιασμού και η είσοδος του καπιταλισμού, δηλαδή, ταυτίστηκε με ευκαιρίες σύνδεσης των υδρογονανθράκων της Κασπίας με τις καταναλώτριες αγορές της Δύσης διαμέσου της Τουρκίας. Η δεσπόζουσα γεωγραφική θέση της Τουρκίας επί του «Ενεργειακού Διαδρόμου Ανατολής-Δύσης» (East-West Energy Corridor) ενισχύθηκε εξαιτίας της επιθυμίας της Δύσης να παρακαμφθεί το ρωσικό έδαφος σε αυτή τη νέα εποχή ενεργειακής συνεργασίας. Ο γενικός διακηρυττόμενος στόχος αφορούσε την διαφοροποίηση των διόδων μεταφοράς, καθώς η Ρωσία αποτελούσε τον αποκλειστικό διαμετακομιστή των υδρογονανθράκων των περί την Κασπία ομόσπονδων κρατών ήδη από την εποχή της ΕΣΣΔ.

Έτερη απορριφθείσα εναλλακτική λύση ήταν εκείνη του Ιράν στο οποίο, όμως, είχε επιβληθεί επί πολλά έτη εμπάργκο. Τέλος, οι δημοκρατίες του Καυκάσου, οι οποίες θα δύναντο να αναλάβουν το έργο της διαμετακόμισης των ενεργειακών προϊόντων της Κασπίας, εκτός του ότι είναι οικονομικά ισχνές για να προχωρήσουν σε μεγάλα επενδυτικά σχέδια, αντιμετωπίζουν το φάσμα των ρωσικών πιέσεων και οι δυνατότητές τους αφορούν τον γεωγραφικό χώρο έως τον Εύξεινο Πόντο. Εντούτοις, ακόμη και αυτή η λύση του Ευξείνου Πόντου ακυρώθηκε τεχνηέντως από την Άγκυρα με πρόσχημα τον περιβαλλοντικό κίνδυνο για τα Στενά του Βοσπόρου και την Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, η συνεργασία με την Τουρκία με σκοπό την έξοδο των υδρογονανθράκων της Κασπίας κατ’ αρχάς στη Μεσόγειο κρίθηκε αναγκαία. Παρόμοιες ευκαιρίες υπήρξαν και στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας τόσο της αυξημένης παγκόσμιας ζήτησης μεταψυχροπολεμικά, αλλά και υπαρχουσών υποδομών όπως ο αγωγός πετρελαίου Kirkuk-Ceyhan.

Σε γενικές γραμμές, η Τουρκία έχει δείξει να αναγνωρίζει το συγκεκριμένο πλεονέκτημα της γειτνίασης με τις περιφέρειες του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Βορείου Αφρικής και της Ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες διαθέτουν περισσότερο από το 72% των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου και το 71% φυσικού αερίου, ενώ είναι ενδεικτικό ότι η Τουρκία αποτελεί κράτος διαμετακόμισης του 6-7% της παγκόσμιας πετρελαϊκής ζήτησης [5]. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ahmet Davutoğlu σημειώνει εύγλωττα ότι «χάριν της γεωγραφικής θέσης την οποία η Τουρκία απολαμβάνει, μέρος της εθνικής στρατηγικής της περιλαμβάνει την διευκόλυνση της μεταφοράς ενέργειας διαμέσου του εδάφους της, το οποίο τίθεται στο επίκεντρο του ενεργειακού διαδρόμου Ανατολής-Δύσης» [6]. Επιπροσθέτως, αυτός ο δυνητικός ρόλος έχει αναφερθεί ως μέσο υλοποίησης πολιτικών και στρατηγικών σκοπών με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της σύνδεσης της ενέργειας με την ενταξιακή πορεία στην ΕΕ. Σύμφωνα με τον Τούρκο διπλωμάτη, Hakki Akil, «η Τουρκία, εντός του αμέσως προσεχούς μέλλοντος, θα αποτελεί την τέταρτη αρτηρία της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης» [7], ενώ κατά τον άλλοτε υπουργό Ενέργειας, Hilmi Güler, η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα καθίστατο πραγματικότητα «μέσω των αγωγών» [8].

Πράγματι, η πρακτική εκδήλωση της συγκεκριμένης ρητορικής ειδώθηκε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Τουρκίας και της ΕΕ για την υλοποίηση του αγωγού φυσικού αερίου Nabucco, όπου η Άγκυρα διεκδίκησε δικαιώματα αποθήκευσης και μεταπώλησης σε πλήρη αντίθεση με το ενωσιακό κεκτημένο [9]. Μέσω της κατασκευής του Nabucco, η Τουρκία θα καθίστατο η τέταρτη ενεργειακή αρτηρία της Ευρώπης πέραν της Ρωσίας, της Βορείου Θάλασσας και της Βορείου Αφρικής συμβάλλοντας, τοιουτοτρόπως, αποφασιστικά προς την κατεύθυνση της επίτευξης διαφοροποίησης των διόδων μεταφοράς. Συγκεκριμένα, κατά την φάση των διαπραγματεύσεων για την υλοποίηση του έργου, η Τουρκία απαίτησε να διαθέτει το δικαίωμα παρακράτησης του 15% του αερίου του Nabucco έχοντας επίσης το δικαίωμα μεταπώλησής του σε τιμές τις οποίες θα καθόριζε η ίδια [10]. Επιθυμούσε, δηλαδή, να έχει έναν ρόλο οιονεί παραγωγού και κατ’ επέκταση, διαμορφωτή των κανόνων εμπορίας του ενεργειακού προϊόντος. Ο Τούρκος τότε πρωθυπουργός Recep Tayyip Erdoğan δήλωνε χαρακτηριστικά ότι «η κυβέρνησή του θα «επανακαθόριζε την θέση της» [σ.σ. σχετικά με τον αγωγό Nabucco] […] εάν η προσπάθεια ένταξής της στην ΕΕ παρεμποδιζόταν» [11], επιζητώντας τοιουτοτρόπως ανταλλάγματα με διακύβευμα την ομαλή ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης.

28072020-2.jpg

Ο Τούρκος [τότε] υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, απευθύνεται στα ΜΜΕ, στην Άγκυρα, στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Πίσω του, ο χάρτης της Λιβύης… REUTERS/Umit Bektas
—————————————————————————–

Κατά συνέπεια, η Τουρκία ενέταξε πλήρως την ενέργεια και την λεγόμενη «διπλωματία των αγωγών» στα μέσα υλοποίησης της στρατηγικής της στην ευρύτερη περιφέρειά της και όρισε ως κύριο ανταγωνιστή της την Ρωσία σε προέκταση του στρατηγικού παιγνίου μεγιστοποίησης της ισχύος και της επιρροής στον πρώην σοβιετικό χώρο. Η περιοχή περιμετρικά της Κασπίας είναι ίσως η πλέον σημαντική μεταξύ των μετασοβιετικών κρατών, ενώ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ρωσία ως απόρροια του σοβιετικού παρελθόντος και των σχετικών υποδομών όπως οι αγωγοί μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίοι έκτοτε κατευθύνονται προς την ρωσική ενδοχώρα. Κατά την περίοδο της ΕΣΣΔ, υφίστατο κεντρικός σχεδιασμός των εμπορικών ροών, ενώ οι τιμές δεν ορίζονταν επί τη βάσει κανόνων ελεύθερης αγοράς. Αντιθέτως, ήταν υποκείμενες σε πολιτικές –διοικητικού χαρακτήρα– αποφάσεις, οι οποίες περιόριζαν σημαντικά τις εμπορικές σχέσεις με τρίτα κράτη. Προς τούτο, τα ομόσπονδα κράτη της περιοχής παρουσίαζαν υψηλότατη εξάρτηση από τη Μόσχα προκειμένου να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες των πληθυσμών τους.

Ως επακόλουθο των προηγουμένων, αφ’ ενός το 90% των εξαγώγιμων προϊόντων παρέμενε εντός της ΕΣΣΔ [12], αφ’ ετέρου ο συγκεκριμένος μονοδιάστατος χαρακτήρας οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών δυσχέρανε την ένταξη των νεότευκτων κρατών στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου με επιπτώσεις στην ίδια την οικονομική κατάστασή τους. Συγκεκριμένα, εν έτει 1996, το Καζακστάν διέθετε το 69,3% του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) του 1991, το Κιργιστάν το 58,9%, το Τατζικιστάν το 42,9%, το Τουρκμενιστάν το 58,4% και το Ουζμπεκιστάν το 53,8% [13]. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λευτέρης Δρακόπουλος, «η σοβιετική κληρονομιά δεν εξόπλισε τα νέα κράτη για την αντιμετώπιση των διεθνών προκλήσεων. Η γραφειοκρατία είχε συνηθίσει να ανταποκρίνεται στα καλέσματα του Κέντρου και να μην παίρνει πρωτοβουλίες. Εξειδικευμένο προσωπικό με γνώσεις διαχείρισης επιχειρήσεων δεν υπήρχε» [14]. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα μετασοβιετικά κράτη βρέθηκαν να έχουν επιτακτική ανάγκη επενδυτικών κεφαλαίων και τεχνογνωσίας, καθώς και διπλωματικής στήριξης.

Μεταψυχροπολεμικά, η Τουρκία φιλοδόξησε να καλύψει το κενό που προέκυψε μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ προάγοντας το «τουρκικό μοντέλο» της μουσουλμανικής κοινωνίας με δυτικότροπες δομές οικονομίας της αγοράς. Το εν λόγω μοντέλο προωθήθηκε ως σχέδιο διεξόδου των κρατών του πρώην σοβιετικού χώρου προς τις παγκόσμιες αγορές, αλλά υπέκρυπτε την δημιουργία μιας τουρκικής σφαίρας επιρροής, επιχειρώντας να θεσμοθετήσει ετεροβαρή συνεργατικά σχήματα προς όφελος της Άγκυρας. Τοιουτοτρόπως, οι υποσχέσεις περί παροχής υλικοτεχνικής βοήθειας συνοδεύτηκαν από φράσεις περί μιας Τουρκίας η οποία αξιώνει διευρυμένο ηγετικό ρόλο «από την Αδριατική έως το Σινικό τείχος» [15]. Η Τουρκία απετέλεσε το πρώτο κράτος το οποίο προέβη στην επίσημη διπλωματική αναγνώριση της ανεξαρτησίας των νεότευκτων δημοκρατιών του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας κατά την διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1991. Ακολούθως, υπήρξε σειρά επισκέψεων Τούρκων υψηλόβαθμων και χαμηλόβαθμων αξιωματούχων υπό το πλαίσιο της προσπάθειας υλοποίησης των προαναφερθεισών αισιόδοξων εκτιμήσεων. Κύριο χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων επισκέψεων απετέλεσαν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις με κύριο άξονα την ανάληψη εκ μέρους της Τουρκίας ενός ρόλου διαμεσολαβητή μεταξύ των νεότευκτων κρατών και του υπολοίπου κόσμου.

Ο γενικότερος μεταψυχροπολεμικός επαναπροσδιορισμός της θέσης, του ρόλου και των διατιθέμενων μέσων διαφάνηκε το 1993 μέσω των δηλώσεων του τότε προέδρου Süleyman Demirel ότι «η θέση της Τουρκίας σήμερα σε αυτό το μέρος του κόσμου είναι πολύ περισσότερο σημαντική εν σχέσει με δύο χρόνια πριν […] ο επαναπροσδιορισμός των δεσμών ασφαλείας, καθώς και των αμυντικών, διπλωματικών και οικονομικών δεσμών [των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών] με την Τουρκία είναι αναγκαίος περισσότερο από ποτέ» [16]. Παρόμοιες δηλώσεις είχαν την αφετηρία τους στις ευρύτερες στρατηγικές αντιλήψεις, οι οποίες κυριάρχησαν στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενδεικτικό παράδειγμα απετέλεσε το Συμπόσιο της Αλικαρνασσού τον Σεπτέμβριο του 1991 με τους παρευρισκόμενους καθηγητές να μιλούν ευθαρσώς για την δημιουργία του «μεγάλου Τουρκεστάν» εν όψει της επικείμενης διάλυσης της ΕΣΣΔ, ενώ κατά την επαύριον της οριστικής κατάρρευσης του σοβιετικού καθεστώτος –μόλις τρεις μήνες αργότερα– πολιτικοί παράγοντες άρχισαν να υιοθετούν παρόμοιες απόψεις. Πλέον χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Demirel, σύμφωνα με τον οποίο ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία δύνανται να συστήσουν μια «Ευρασιατική Ένωση» κατοικημένη «από Τούρκους τους οποίους η Τουρκία θα οδηγήσει στον κόσμο» [17].

Τοιουτοτρόπως, η Τουρκία εξέφρασε ηγεμονικές αξιώσεις στον μετασοβιετικό χώρο και ευρύτερα. Οι προσπάθειες ισχυροποίησης της θέσης και του ρόλου της ταυτίστηκαν με την χρήση ή την διακήρυξη χρήσης κάθε μέσου, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στην παραγωγή και στην διαμετακόμιση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στον νοητό ενεργειακό διάδρομο Ανατολής-Δύσης. Προς το συγκεκριμένο σκοπό της διεύρυνσης της ενεργειακής ασφάλειάς της, τον πολλαπλασιασμό των σχετικών κερδών έναντι των περιφερειακών ανταγωνιστών της και της χειραγώγησης των συνισταμένων της ενεργειακής ασφάλειας δυνητικών ανταγωνιστών της, η Τουρκία δρα εντός ενός πλαισίου άσκησης μαξιμαλιστικής στρατηγικής. Εν ολίγοις, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για την τουρκική ενεργειακή αναβάθμιση, τις οποίες η Άγκυρα έσπευσε να εκμεταλλευτεί. Ήταν, ωστόσο, συνεπής αυτή η απόπειρα; Σε τι βαθμό υπηρετούσε το ορθολογικό κριτήριο κατά την διαδικασία λήψης αποφάσεων;

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Έχει ήδη υπογραμμισθεί ότι η ενεργειακή αναβάθμιση σχετίζεται με τη μέγιστη δυνατή υλοποίηση του σκοπού της ενεργειακής ασφάλειας. Η μέθοδος επίτευξης του εν λόγω σκοπού ταυτίζεται με τα στάδια αναβάθμισης της χώρας από «διαμετακομιστή» (transit) σε «χώρα αποθήκευσης» (hub) ή «ενεργειακό κέντρο» (energy center) [18]. Τα εν λόγω στάδια συνιστούν τυπολογία με άξονα αναφοράς τον οικονομικό πυλώνα ισχύος σχετικά με τον βαθμό διαφοροποίησης των παρόχων, την σταθερότητα των ενεργειακών διαδρόμων η οποία συνδέεται με την αδιάλειπτη διαμετακόμιση του ενεργειακού προϊόντος και εν τέλει, με τον βαθμό αυτονόμησης ενός δρώντα στο πεδίο της ενεργειακής τροφοδοσίας. Το κράτος-διαμετακομιστής εστιάζει απλώς επί της συλλογής τελών διέλευσης, καθώς συμφωνεί να παραχωρεί το έδαφός του για την κατασκευή αγωγών μεταφοράς, ενώ το κράτος αποθήκευσης ενέργειας διατελεί έναν διευρυμένο ρόλο πέραν της πρόσκτησης τελών διέλευσης. Ενέχει μείζονα θέση επί της αγοράς διατηρώντας αγωγούς, μονάδες αποθήκευσης, τερματικούς σταθμούς, διυλιστήρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις. Τοιουτοτρόπως, λαμβάνει θέση οιονεί παρόχου διεκδικώντας, μάλιστα, δικαιώματα μεταπώλησης σε αρκετές των περιπτώσεων. Τέλος, το ενεργειακό κέντρο αντικατοπτρίζει το ύψιστο επίπεδο επίτευξης ενεργειακής ασφαλείας καθώς, πέραν της δυνατότητας αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων διαμετακομιζόμενου ενεργειακού προϊόντος, το κράτος πλαισιώνει τις εγκαταστάσεις του με πυρηνικά εργοστάσια, αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκά πάρκα και πάσης φύσεως εναλλακτικές πηγές ενέργειας επί τω σκοπώ ενίσχυσης της τροφοδοσίας του διαμέσου της ευρύτερης δυνατής διαφοροποίησης των παρόχων του και της επαρκούς πλήρωσης των εσωτερικών αναγκών του.

28072020-3.jpg

Ο χάρτης των αγωγών πετρελαίου από την Κασπία θάλασσα προς την Ευρώπη.
—————————————————————————–

Είναι πρόδηλο ότι η Τουρκία, ως δυνητικός ηγεμόνας, όφειλε να εστιάζει στα ζητήματα της παραγωγής και εμπόρευσης των υδρογονανθράκων της Κασπίας κυρίως για τρεις λόγους. Πρώτον, η Ρωσία, η οποία αποτελεί τον μείζονα περιφερειακό ανταγωνιστή της Τουρκίας, έχει εκπληρώσει στο μέγιστο τον σκοπό της ενεργειακής ασφάλειάς της διαθέτοντας τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μάλιστα, έχει φθάσει να αποτελεί τον κύριο πάροχο και της ίδιας της Τουρκίας σε φυσικό αέριο. Προς τούτο και με ορθολογικούς όρους, η Τουρκία θα όφειλε να απαγκιστρωθεί από τη μονομερή εξάρτησή της από τη Μόσχα και να επιχειρήσει να απαγκιστρώσει, επίσης, τους υπόλοιπους δρώντες του λεγομένου «εγγύς εξωτερικού» της Ρωσίας [19]. Δεύτερον, τα νεότευκτα κράτη της περιοχής της Κασπίας ασθμαίνοντας οικονομικά έχουν άμεση ανάγκη εμπόρευσης του μοναδικού συγκριτικού πλεονεκτήματός τους, ήτοι της ενέργειας. Κατά συνέπεια, ο δίαυλος εισόδου της Τουρκίας στην περιφέρεια αλλά και ο δίαυλος εξόδου της περιφέρειας προς την Τουρκία και τον κόσμο είναι κυρίως η ενεργειακή συνεργασία είτε ως αγορά απορρόφησης είτε ως διαμετακομιστής προς τις υπόλοιπες αγορές της Δύσης. Τρίτον, η Τουρκία ενδιαφέρεται για την θέση της στο υποσύστημα εν σχέσει με τους βασικούς ανταγωνιστές της και εν προκειμένω, με την Ρωσία. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν αρκείται στην αποκόμιση των μέγιστων δυνατών οφελών και πλεονεκτημάτων για την ίδια, αλλά στοχεύει και στον αντίστοιχο περιορισμό των οφελών και πλεονεκτημάτων του αντιπάλου.

Έτσι, η ενέργεια μετατρέπεται σε ένα στρατηγικό εργαλείο και συντελεστή ισχύος με δύο όψεις [20]. Αφ’ ενός αποτελεί έκφανση της λανθάνουσας ισχύος (μέσο – means) και υπό αυτό το πλαίσιο, συμβάλλει στην οικοδόμηση σκληρής ισχύος, η οποία είναι απαραίτητη για την βελτίωση της θέσης του κράτους στον διεθνή και περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Αφ’ ετέρου δύναται να μετατραπεί αφ’ εαυτή σε μοχλό πίεσης και επίτευξης πολιτικών και στρατηγικών αποτελεσμάτων (effect) μέσω, επί παραδείγματι, επιβολής κυρώσεων ή αντίστοιχα ενίσχυσης της γεωπολιτικής σημασίας ενός δρώντα. Ενδεικτικό παράδειγμα για την τελευταία επισήμανση αποτελεί η επιλογή της αύξησης της γεωπολιτικής σημασίας της Γεωργίας όσον αφορά τον οικονομικό πυλώνα ισχύος και η αντίστοιχη υπονόμευση της θέσης της Αρμενίας κατά την υλοποίηση του αγωγού πετρελαίου Baku-Tbilisi-Ceyhan (BTC) και του παράλληλου αγωγού φυσικού αερίου Baku-Tbilisi-Erzurum (BTE).

Η επίτευξη ενός τέτοιου στρατηγικού σκοπού προϋποθέτει τη μέγιστη δυνατή διαφοροποίηση των παρόχων ενέργειας. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή ασφάλεια ταυτίζεται ως έννοια με τη μέγιστη δυνατή μείωση μονομερών εξαρτήσεων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αφορά την αξιόπιστη και αδιάκοπη παροχή του ενεργειακού προϊόντος σε ανεκτές και λογικά οριζόμενες τιμές από τον παραγωγό [21]. Αν το κράτος αναγκαστεί να εισάγει, τότε θα πρέπει να το πράξει από όσο το δυνατόν περισσότερους παρόχους. Η Τουρκία δεν έχει επιτύχει κάτι τέτοιο και εκεί έγκειται η στρατηγική αποτυχία της. Τα ισχνά επιτεύγματά της, δηλαδή, στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας δε δικαιολογούσαν και δε δικαιολογούν τις ηγεμονικές βλέψεις της όπως αυτές περιεγράφησαν ακροθιγώς προηγουμένως και άρα, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τέτοιου είδους εγχειρήματα. Η εμφατική –μετά το 1994 και την διακήρυξη του δόγματος του «εγγύς εξωτερικού» και της «πυρηνικής ομπρέλας»– εξισορρόπησή της από την Ρωσία εντός του πρώην σοβιετικού χώρου στο πολιτικοστρατηγικό επίπεδο επεκτάθηκε και στο οικονομικο-ενεργειακό ιδιαιτέρως μετά την ολοκλήρωση του υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου Blue Stream το 2003 και δείχνει διαρκώς να διευρύνεται.

Ο Blue Stream προέκυψε ως αποκορύφωμα μιας διαχρονικής ρωσοτουρκικής συνεργασίας στην παροχή φυσικού αερίου. Το 2007, ενώ ο Blue Stream δεν είχε τεθεί ακόμα στην πλήρη λειτουργία της μεταφοράς 16 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ανά έτος, η Τουρκία εισήγε από την Ρωσία 24 από τα 47,9 ζητούμενα δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα [22]. Πριν την απαρχή λειτουργίας του Blue Stream, η Ρωσία είχε αρχίσει να παρέχει φυσικό αέριο στην Τουρκία μέσω του αγωγού των Ανατολικών Βαλκανίων –διαμέσω της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας– ήδη από το 1987 κατόπιν της τότε τουρκοσοβιετικής επονομαζόμενης «Συμφωνίας Φυσικού Αερίου» του Σεπτεμβρίου του 1984 [23].

Συνεπώς, ενώ η Ρωσία ήταν ο βασικός στρατηγικός ανταγωνιστής της Τουρκίας στην προσπάθειά της να αποκτήσει ηγετική θέση στην Κεντρική Ευρασία, την ίδια στιγμή η Άγκυρα γινόταν μονομερώς εξαρτημένη ενεργειακά από τη Μόσχα και δεχόταν την αποκοπή της από τις διακηρυττόμενες ως «τουρκογενείς» δημοκρατίες του πρώην σοβιετικού χώρου. Εξάλλου, η προσέγγιση και ο προσεταιρισμός των συγκεκριμένων κρατών συνιστούσε και συνιστά το μείζον διακύβευμα για την στρατηγική της Άγκυρας στην προσπάθειά της να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της εις βάρος του ρωσικού –κατά κύριο λόγο– παράγοντα. Η Τουρκία, παραμένοντας μονομερώς εξαρτημένη από την Ρωσία, χάνει την ευελιξία να κινηθεί αυτόνομα στην περιφέρειά της, χάνει το πολιτικο-στρατηγικό εργαλείο της ενέργειας υπό την έννοια ότι οι υποδομές στο εσωτερικό της είναι βιώσιμες χάριν του ρωσικού ενεργειακού προϊόντος και εν τέλει, χάνει την δυνατότητα να καταστεί μια εναλλακτική συνεργάτιδα δύναμη για τα νεότευκτα κράτη του πρώην σοβιετικού χώρου με ό,τι αυτό σημαίνει για την αξιοπιστία και το κύρος της σε σχέση με τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις της δεκαετίας του 1990.

Ενδεικτικότατο παράδειγμα της αποκοπής της Τουρκίας από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εξαιτίας της ρωσικής ενεργειακής πολιτικής απετέλεσε η περίπτωση του τουρκμενικού φυσικού αερίου. Η Μόσχα επέβαλε κατακόρυφη μείωση του κόστους χρήσης του ρωσικού δικτύου αγωγών μεταφοράς υδρογονανθράκων προκειμένου να πληγούν οι εναλλακτικές επενδυτικές πρωτοβουλίες με άξονα αναφοράς κυρίως την υπό συζήτηση σύνδεση του Τουρκμενιστάν με την τουρκική και συνολικά τις Δυτικές αγορές διαμέσου κυρίως ενός –κατά τα λοιπά κοστοβόρου– υποθαλάσσιου αγωγού στην Κασπία Θάλασσα. Μάλιστα, ο επικεφαλής της Gazprom έφθασε χαρακτηριστικά να δηλώσει ότι «είμαστε ένας ανταγωνιστής του Τουρκμενιστάν επί της αγοράς του φυσικού αερίου και λειτουργούμε επί τη βάση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης» [24]. Η μείωση, δηλαδή, του κόστους κατέστησε το υποθαλάσσιο έργο της Κασπίας ουσιαστικά μη βιώσιμο. Ακολούθως, με άξονα αναφοράς την τουρκική αγορά, η υλοποίηση του Blue Stream κατέτεινε να κλειδώσει την τουρκική ενεργειακή ζήτηση σε ποσοστό 80% καθιστώντας, έτσι, τους σχεδιασμούς της κατασκευής του υποθαλάσσιου αγωγού στην Κασπία επίσης μη βιώσιμους επενδυτικά [25]. Ο Blue Stream και η μείωση του κόστους μεταφοράς του τουρκμενικού αερίου μέσω του ρωσικού εδάφους, δηλαδή, απετέλεσαν δύο μεθοδεύσεις της Ρωσίας προκειμένου αφ’ ενός να αποκλείσει άλλους παραγωγούς από την προοπτική να αποκτήσουν πρόσβαση στην ραγδαίως αναπτυσσόμενη τουρκική ενεργειακή αγορά και αφ’ ετέρου να αποκτήσει και το παρεπόμενο γεωστρατηγικής υφής με οικονομικές προεκτάσεις πλεονέκτημα του σχεδόν αποκλειστικού παρόχου.

Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο δεν αφορά τις εισαγόμενες από την Τουρκία ποσότητες φυσικού αερίου σε απόλυτους αριθμούς, αλλά την σημασία των τομέων απορρόφησής του. Η οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας στην Τουρκία έχει στηριχθεί, εν πολλοίς, στην διεύρυνση της πρωτογενούς παραγωγικής βάσης. Η ραγδαία άνοδος της βιομηχανίας έχει ταυτιστεί με την δυνατότητα πρόσβασης σε φθηνές πρώτες ύλες και την σταθερή ενεργειακή τροφοδοσία. Η βιομηχανία αποτελεί τον πρώτο τομέα όσον αφορά την απορρόφηση του εισαγόμενου φυσικού αερίου δεσμεύοντας τους 57,493 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου πετρελαίου από τους συνολικά 120,15 για το έτος 2010. Ακολουθούν, για το ίδιο έτος, η οικιακή χρήση με 33,193 εκατομμύρια τόνους, οι μεταφορές με 21,722, η αγροτική χρήση με 5,862 και λοιπές χρήσεις με 1,89 [26]. Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους, η Τουρκία καθίσταται ιδιαιτέρως επιρρεπής σε ενδεχόμενες μεταβολές της ρωσικής ενεργειακής πολιτικής.

28072020-4.jpg

Ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, και ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, παρευρίσκονται στην τελετή που σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη του αγωγού TurkStream, ο οποίος θα μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στη νότια Ευρώπη μέσω της Τουρκίας, στην Κωνσταντινούπολη, στις 8 Ιανουαρίου 2020. REUTERS/Umit Bektas
————————————————————————

Σε αντιπαραβολή με τα προαναφερθέντα, ένα εύλογο ερώτημα θα αφορούσε ενδεχόμενη αντίστοιχη εξάρτηση της ρωσικής οικονομίας από τις πωλήσεις στην Τουρκία. Με άλλα λόγια, δεν είναι η Ρωσία παρομοίως εξαρτημένη αφού έχει ανάγκη την πώληση φυσικού αερίου σε μεγάλες αγορές προκειμένου να συντηρήσει την οικονομική ανάπτυξή της; Η Ρωσία έχει διαφοροποιήσει επαρκώς τις αγορές στις οποίες απευθύνεται ως παραγωγός και σίγουρα σε βαθμό που να μην απειλείται από ενδεχόμενη διακοπή της ρωσοτουρκικής ενεργειακής συνεργασίας όσο απειλείται η Άγκυρα. Από τη μια πλευρά, η Ρωσία διαθέτει μια μεγάλη εσωτερική αγορά ώστε να απορροφήσει αρκετά δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα η ίδια. Σε μια αγορά, όπου η ενεργειακή ζήτηση είναι τεράστια λόγω κυρίως των κλιματικών συνθηκών, το 51% των ενεργειακών αναγκών καλύπτεται από το φυσικό αέριο [27]. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές της είναι σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η Γερμανία απορροφά 19% επί των εξαγωγών, άλλα κράτη –κυρίως πρώην σοβιετικές δημοκρατίες– απορροφούν 46%, ενώ το τουρκικό μερίδιο ανέρχεται στο 13% [28]. Επίσης, η Ρωσία λαμβάνει μεγάλα έσοδα από την εξαγωγή πετρελαίου σε εξίσου διαφοροποιημένες αγορές συμπεριλαμβανομένων της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Νοτίου Κορέας.

Προς τούτο, τεκμαίρεται ότι η Τουρκία αδυνατεί να ανταγωνιστεί την Ρωσία στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής μέσω της ανάληψης έστω ενός ρόλου εναλλακτικής αγοράς και εναλλακτικού διαδρόμου μεταφοράς για τους παραγωγούς της Κασπίας. Κατόπιν της αδυναμίας της να ανταγωνιστεί ευθέως τον ρωσικό παράγοντα σε επίπεδο επιρροής στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, η Τουρκία παρωθήθηκε τουλάχιστον να περιορίσει τους πολιτικοοικονομικούς δεσμούς των εν λόγω κρατών με τη Μόσχα.

Ο ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί, ο ρωσοτουρκικός ανταγωνισμός επιρροής στον πρώην σοβιετικό χώρο αφορούσε και αφορά κάθε πεδίο εφαρμοσμένης στρατηγικής. Κύριος άξονας είναι η ενέργεια λόγω των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών της περιοχής της Κασπίας και της σημασίας καθ’ εαυτής της ενέργειας ως συντελεστή ισχύος, αλλά ο ανταγωνισμός Μόσχας και Άγκυρας επεκτάθηκε επίσης στα πεδία της ήπιας ισχύος, των διεθνών θεσμών, καθώς ακόμη και της λεγόμενης σκληρής ισχύος. Η εξισορρόπηση των τουρκικών επιδιώξεων ήταν εμφατική ιδιαιτέρως μετά το 1994, διαμέσου της διακήρυξης του δόγματος του «εγγύς εξωτερικού» και της λεγόμενης «πυρηνικής ομπρέλας». Στο πεδίο των συντελεστών σκληρής ισχύος, το ασύμπτωτο μεταξύ των τουρκικών φιλοδοξιών και των δυνατοτήτων είναι περισσότερο από εμφανές. Για την ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων περιττεύει να γίνει λόγος. Όσον αφορά το έτερο σκέλος των συντελεστών σκληρής ισχύος, όπως ήδη έχει σημειωθεί, η τουρκική οικονομία είναι πλήρως προσδεμένη στο ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ η ρωσική οικονομία δεν είναι εξίσου εξαρτημένη από την εν λόγω εμπορική σχέση. Η ρωσοτουρκική εμπορική –και ιδιαίτερα ενεργειακή– συνεργασία είναι ετεροβαρής.

Εν προκειμένω, ο ανταγωνισμός συνεχίζεται με διαρκείς παλινωδίες κυρίως από πλευράς των τουρκικών κυβερνήσεων του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης. Μετά την εξισορρόπησή της στον Καύκασο από την Ρωσία, η Τουρκία κλήθηκε να υλοποιήσει τους μαξιμαλιστικούς στόχους της υπό τη μέγγενη του «κλειδώματος» (locking-in-demand) της εσωτερικής αγοράς της από τον βασικό ανταγωνιστή της. Κατά τα τελευταία έτη, τα στρατηγικά αδιέξοδα της Τουρκίας έχουν αυξηθεί. Η αποτυχία σε επίπεδο σκληρής ισχύος κατά την δεκαετία του 1990 έχει επεκταθεί και επί του ζητήματος χρήσης μέσων ήπιας ισχύος. Η ρήξη του Erdoğan με τον Gülen έχει θέσει εν αμφιβόλω την στενή σχέση των ιδρυμάτων του δεύτερου με τον σκληρό πυρήνα της τουρκικής γραφειοκρατίας. Είναι ενδεικτικό ότι τα γκιουλενικά ιδρύματα αποτελούσαν και αποτελούν την προμετωπίδα της τουρκικής ήπιας ισχύος τόσο στον πρώην σοβιετικό χώρο όσο και ευρύτερα, ξεπερνώντας σε αριθμό τις πρωτοβουλίες του επίσημου τουρκικού κράτους σε πολλές από τις περιπτώσεις [29].

Προς τα τέλη του 2015, ήρθε να προστεθεί ένα ακόμη επεισόδιο των τουρκικών παλινωδιών, οι οποίες φανερώνουν την ασυνέχεια στρατηγικής συμπεριφοράς και μια διάσταση από τους διακηρυγμένους στόχους ενεργειακής αναβάθμισης. Στο πλαίσιο του εξελισσόμενου Συριακού Εμφυλίου, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αποδέχθηκαν ακαριαία ότι κατέρριψαν ένα ρωσικό πολεμικό αεροσκάφος SU-24. Πέραν του αν το αεροσκάφος βρισκόταν εντός του τουρκικού ή του συριακού εναερίου χώρου, το δεδομένο είναι ότι η Άγκυρα αποφάσισε να κλιμακώσει την σύγκρουσή της με τη Μόσχα. Ωστόσο, ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις λήψης μιας τέτοιας απόφασης εκ μέρους μιας μεσαίας δύναμης εις βάρος μιας μεγαλύτερης –και μάλιστα, πυρηνικής– δύναμης; Κεντρική συνιστώσα της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων εκ μέρους ενός ανορθολογικού δρώντα θα ήταν η αποτελεσματική εσωτερική και εξωτερική εξισορρόπηση (internal and external balancing). Η κινητοποίηση των εσωτερικών συντελεστών ισχύος είναι ανεπαρκέστατη και τούτο έχει καταφανεί από την περιγραφή της περιφερειακής κατανομής ισχύος.

Αναφορικά με το ζήτημα της εξωτερικής εξισορρόπησης, αποτελεί γενικό συμπέρασμα ότι η Τουρκία απέτυχε να κινητοποιήσει το ΝΑΤΟ, του οποίου είναι μέλος. Ο γενικός γραμματέας Jens Stoltenberg αρκέστηκε σε μια χλιαρή δήλωση υποστήριξης της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας και προέτρεψε σε αποκλιμάκωση, ενώ η εν γένει στάση του ΝΑΤΟ συνυφάνθηκε με τις πρότερες διεργασίες μεταξύ Barack Obama και François Hollande για την συμπερίληψη της Ρωσίας σε μια συμμαχία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους [30]. Το ΝΑΤΟ και η Ρωσία βρίσκονταν σε μια τροχιά σύγκλισης όσον αφορά την διαχείριση της Συριακής Κρίσης και η συγκεκριμένη προοπτική ακύρωνε κάθε πιθανότητα κλιμάκωσης χάριν της Άγκυρας. Δεν υπήρξε μετάβαση, δηλαδή, σε μια νέα πραγματικότητα πλήρους ρήξης και το εν λόγω γεγονός –σε συνδυασμό με την αποφυγή εν θερμώ αντίδρασης εκ μέρους της Μόσχας– άφησε την Τουρκία απολύτως εκτεθειμένη. Σε τούτο συνηγορούν οι τουρκικές προσπάθειες επαναφοράς των σχέσεων με την Ρωσία με χαρακτηριστικό παράδειγμα την διαρροή μιας παράκλησης του Ahmet Davutoğlu προς τον Σέρβο πρόεδρο Tomislav Nikolic να μεσολαβήσει προς τη Μόσχα για την επαναφορά των τουρκορωσικών σχέσεων [31].

Η μελέτη της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων και της τελικής χάραξης της υψηλής στρατηγικής είναι κομβικής σημασίας και οδηγεί σε συμπεράσματα αναφορικά με το κύρος, την αξιοπιστία, την αποτρεπτική φήμη και εν τέλει, την ισχύ ενός κράτους. Πολλοί σημαντικοί μελετητές της διεθνούς πολιτικής έχουν εστιάσει την ανάλυσή τους στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων και έχουν υπογραμμίσει την σημασία και το πλαίσιο ανάκυψης των ευσεβών πόθων κατά την εν λόγω διαδικασία. Όταν η πραγματικότητα καθίσταται αντιληπτή και περιγράφεται όχι υπό τους ορθολογικούς όρους της συνεκτίμησης του κόστους και του οφέλους αλλά υπό το βάρος του ευσεβούς πόθου (wishful thinking) [32], τότε η τελική πορεία προς την παρανόηση και τελικά την υιοθέτηση αυτοκαταστροφικών στρατηγικών είναι αναπόφευκτη. Η υποκειμενικότητα επιβαρύνεται κατά περιπτώσεις από την ψυχολογία, τις παραστάσεις, την θρησκευτική πίστη, την ιδιοσυγκρασία και εν τέλει, τον ευσεβή πόθο.

Ο ευσεβής πόθος, δηλαδή, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διάδρασης συναποτελούμενης από πλήθος αστάθμητων παρεμβαινουσών μεταβλητών, καθώς εστιάζουν στον ανθρώπινο παράγοντα και όχι στους υλικούς συντελεστές ισχύος. Ο ίδιος, άλλωστε, ο John Mearsheimer –καθώς και άλλοι εξέχοντες αναλυτές του τρίτου επιπέδου– συμμερίζονται το ενδεχόμενο μη σταθμίσιμες μεταβλητές άλλων επιπέδων να παρεμβαίνουν καθοριστικά στην έκβαση μιας αιτιακής σχέσης. Αναφέρει ενδεικτικά ότι η θεωρία του επιθετικού ρεαλισμού, την οποία εισηγείται, «μολονότι δεν μπορεί να φωτίσει την κάθε γωνία, τις περισσότερες φορές είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για να πορευτεί κανείς μέσα στο σκοτάδι» [33].

Παρομοίως, λοιπόν, ο ευσεβής πόθος της υλοποίησης του νεοοθωμανικού εγχειρήματος έχει αφήσει έκθετη την Τουρκία ενώπιον τόσο της Ρωσίας όσο και των Δυτικών συμμάχων της. Η λήψη ανορθολογικών αποφάσεων, υπό την έννοια του μη συνυπολογισμού του κόστους ή της μη προσμέτρησης του ρίσκου, θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του τουρκικού κράτους. Αν και ο κύκλος της αστάθειας στο γεωπολιτικό σύμπλοκο της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής δεν έχει κλείσει κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος κειμένου και τα συμπεράσματα είναι ριψοκίνδυνα, οι εξελίξεις είναι ενδεικτικές. Η κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στο Akkuyu με ρωσική τεχνολογία και τεχνογνωσία –επί της παρούσης– συνεχίζεται, αλλά οι διαφωνίες για το μέλλον της Συρίας και της Λιβύης είναι σημαντικές [34].

Μπορεί η οικονομική αλληλεξάρτηση να θέσει στις καλένδες τον στρατηγικό ανταγωνισμό; Σίγουρα, η αύξηση του κόστους διάρρηξης μιας σχέσης συμβάλλει στην σταθερότητα, αλλά αυτό μέχρι ποιο σημείο μπορεί να συνεχιστεί; Η Ρωσία διαθέτει ζωτικά συμφέροντα στην Συρία, τα οποία συμπλέκονται με την προαιώνια φιλοδοξία της παρουσίας της στις «θερμές θάλασσες». Αν η Τουρκία συμβαδίσει με την ρωσική φιλοδοξία και υποστηρίξει μια τέτοια «κάθοδο», ποια θα είναι η αντίδραση των ΗΠΑ; Τουτέστιν, η Τουρκία βρίσκεται και θα βρεθεί επιτακτικότερα στο μέλλον ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων και η έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας θα την αποκόψει από κάθε πιθανότητα σύμπραξης με έναν ισχυρό πάτρωνα. Η ανάσχεση της εν λόγω «καθόδου» θα παραμείνει μεταξύ των sine qua non γεωστρατηγικών προτεραιοτήτων κατά το ορατό μέλλον;

Επί του συγκεκριμένου, σημαντικότατη είναι η ανάλυση του Ιωάννη Θ. Μάζη περί της τήξης των πάγων στην Αρκτική και των προκλήσεων, οι οποίες προκύπτουν από την γεωκλιματική αλλαγή. Όπως αναφέρει ο Μάζης, «η Ζώνη του Αρκτικού κύκλου, λόγω της γεωκλιματικής αλλαγής και της οσημέραι και περισσότερον επιταχυνομένης τήξεως των πάγων, αρχίζει πλέον να δημιουργεί έναν νέον δίαυλον διεξόδου δια την εμπορευματικήν κυκλοφορίαν των ρωσικών αγαθών και μάλιστα δια της συντομοτέρας, γεωγραφικώς και χρονικώς, τροχιάς. Το γεγονός αυτό απελευθερώνει την Ρωσία από την “δουλείαν του Rimland”, δηλαδή του αναχωματικού δακτυλίου του Spykman, ο οποίος την εμπόδιζε να εξέλθει δια την διεξαγωγή του εμπορίου της, στα “θερμά ύδατα” της Μεσογείου» [35]. Εν μέσω των προκείμενων σημαντικότατων μεταβολών και εντός ενός διεθνούς συστήματος, το οποίο διαμορφώνεται από την πολιτική των μεγάλων –πυρηνικών– δυνάμεων, τα μικρά κράτη εντάσσονται σε συμμαχίες προσφέροντας το κύρος και την αξιοπιστία τους –ή τρόπον τινά την υποταγή τους– προκειμένου να επιβιώσουν.

ΕΝΑΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Απαύγασμα της πραγματοποιούμενης ανάλυσης είναι η ασυνέχεια της τουρκικής στρατηγικής συμπεριφοράς, υπό την έννοια ότι τίθενται στόχοι οι οποίοι δεν υπηρετούνται και εξαναγκάζουν την Άγκυρα σε διαρκείς παλινωδίες. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι η θεμελίωση ετεροβαρών σχέσεων τόσο γενικά όσο και ειδικά όσον αφορά το πεδίο της ενέργειας. Εφόσον γίνει αποδεκτό ότι η ενεργειακή ασφάλεια συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της χάραξης της στρατηγικής και αποτελεί ζητούμενό της, τότε γίνεται αντιληπτή η σημασία της έλλειψης αλληλουχίας μεταξύ της υψηλής στρατηγικής της Τουρκίας και της συγκεκριμένης πτυχής της ισχύος της. Το έμμεσο αλλά σημαντικότατο αποτέλεσμα των εν λόγω παλινωδιών είναι η εξανέμιση της αξιοπιστίας και του κύρους της σε μια περιφέρεια, όπου υπάρχουν πολλοί δρώντες πρόθυμοι –ή τουλάχιστον θα αναμενόταν να είναι πρόθυμοι– να διαδραματίσουν τον ρόλο του περιφερειακού τοποτηρητή ή του «πελάτη» των μεγάλων δυνάμεων. Η Τουρκία όρισε τους στόχους της ενεργειακής αναβάθμισής της και η ίδια τους υπονομεύει θέτοντας πλέον την ίδια την ευμάρειά της –αν όχι την επιβίωσή της– σε κίνδυνο. Πρόκειται, δηλαδή, για δείγματα σύγχυσης και ανορθολογισμού, τα οποία εμφανίζει και συνδέονται με την απόπειρα εξυπηρέτησης μαξιμαλιστικών στόχων πρόωρα και απαράσκευα.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΟΥΛΗΣ είναι διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Main Photo: Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, προσέρχεται σε συνάντηση με τον πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ, στις Βρυξέλλες, στις 9 Μαρτίου 2020. REUTERS/Francois Lenoir
—————————————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας