Απόψεις

Γιατί η Δύση ανέχεται την Τουρκία

Οι οικονομικοί δεσμοί αναβάλλουν μια αναπόφευκτη σύγκρουση που τροφοδοτείται από τις διαφορές στον πολιτισμό;

Μιχάλης Διακαντώνης*

Η συντηρητική αντιμετώπιση της επιθετικής τουρκικής συμπεριφοράς από ΕΕ και ΗΠΑ, είναι απόρροια σε μεγάλο βαθμό των σύνθετων οικονομικών και κατ’ επέκταση πολιτικών αλληλεξαρτήσεων που υφίστανται στο διεθνές σύστημα. Η Τουρκία φαίνεται να έχει πραγματοποιήσει μια πολιτισμική στροφή κατά την περίοδο διακυβέρνησης Ερντογάν και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν της η Δύση προκειμένου να επανεξετάσει την πολιτική κατευνασμού της απέναντι στην Άγκυρα.

Η πρόσφατη άτυπη σύνοδος των Υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. κατέληξε στην σύνταξη ενός καταλόγου πιθανών κυρώσεων κατά της Τουρκίας, που θα ενεργοποιηθούν εφόσον αυτή δεν περιορίσει την επιθετικότητά της απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο. Πέραν της συζητήσιμης αποτελεσματικότητας των ενδεχόμενων κυρώσεων, η νέα αναβολή της εφαρμογής τους μέχρι την Σύνοδο Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις 24-25 Σεπτεμβρίου, αφενός δίνει το χρονικό περιθώριο στην Άγκυρα να εντείνει τις προκλήσεις της και να δημιουργήσει τετελεσμένα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, αφετέρου φανερώνει μια διστακτικότητα από την πλευρά της Ευρώπης να προβεί σε μια αποφασιστική ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι έχουν παρέλθει σχεδόν επτά χρόνια από τότε που το τουρκικό σεισμογραφικό Barbaros εισήλθε παρανόμως εντός της κυπριακής ΑΟΖ και περίπου δεκάξι μήνες από τότε που τα πλωτά γεωτρύπανα Fatih και Yavuz παραβίασαν τα κυπριακά ύδατα, με την ευρωπαϊκή διπλωματία να κωλυσιεργεί μέσω των αναποτελεσματικών κατευναστικών συστάσεων που απευθύνει προς την Τουρκία [1].

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν κλιμακώσει τις ενέργειές τους κατά της Άγκυρας. Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Φίλιπ Ρίκερ, δήλωσε προσφάτως ότι οι υπερπτήσεις των τουρκικών μαχητικών πάνω από την ελληνική επικράτεια και οι γεωτρητικές δραστηριότητες δυναμιτίζουν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών και υπονομεύουν την ενότητα του ΝΑΤΟ [2], ενώ ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαϊκ Πομπέο, διαβεβαίωσε ότι δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να πραγματοποιήσει παράνομες γεωτρήσεις. Την 1η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ ήραν μερικώς το εμπάργκο πώλησης όπλων που είχε επιβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 1987, ενώ τον Ιούλιο αποφασίστηκε και ο τερματισμός της συμφωνίας για το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, που δεν θα παραδοθούν τελικά στην Τουρκία.

Αντιθέτως, ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να τηρεί μια στάση ευμενoύς ουδετερότητας απέναντι στην Άγκυρα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως προνομιακό συνομιλητή του Ταγίπ Ερντογάν[3], ενώ στο παρελθόν έχει προσπαθήσει να «φρενάρει» τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας που προβλέπονται από τον Νόμο CAATSA και θα έπρεπε να έχουν ήδη εφαρμοστεί, τόσο λόγω της απόκτησης της πρώτης συστοιχίας των S-400 από την Ρωσία[4], όσο και λόγω του σκανδάλου με την κρατική τουρκική τράπεζα Halkbank [5], η οποία χρησιμοποιούσε συστηματικά το δίκτυό της προκειμένου να παρακάμπτει τις απαγορεύσεις που είχαν επιβληθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα του Ιράν.

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΔΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οι καθυστερήσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων κατά της Τουρκίας, μπορούν να κατανοηθούν υπό το ρεαλιστικό πρίσμα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, καθώς τα οικονομικά αλλά και γεωπολιτικά «δεσμά» της Δύσης με την Τουρκία είναι αυξημένα και σύνθετα. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στο παρακάτω γράφημα για να αντιληφθεί την υψηλή διασύνδεση των Δυτικών οικονομιών –και όχι μόνον αυτών- με εκείνη της Τουρκίας.

Γράφημα 1: Οι δέκα μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της Τουρκίας [6]

07092020-2.jpg

Η Γερμανία, η οποία έχει αναλάβει τον ρόλο του διαμεσολαβητή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις –λόγω και των αυξημένων αρμοδιοτήτων της ως Προεδρεύουσα στο Συμβούλιο της Ε.Ε. το τρέχον εξάμηνο- εμφανίζει αυξημένη οικονομική εξάρτηση από την Άγκυρα και συνεπώς δυσκολεύεται ιδιαίτερα να αναλάβει πρωτοβουλίες για δραστικές οικονομικές κυρώσεις. Η Τουρκία αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή γερμανικών οπλικών συστημάτων, απορροφώντας το 1/3 των συνολικών εξαγωγών του Βερολίνου (344 εκατ. ευρώ το 2019) [7], ενώ υπάρχουν υπόνοιες ότι η ροή των γερμανικών εξοπλισμών προς την Άγκυρα βαίνει ακάθεκτη, παρά το θεωρητικό εμπάργκο που έχει επιβάλλει η κυβέρνηση Μέρκελ στην Τουρκία εξαιτίας των επεμβάσεών της σε Συρία και Λιβύη [8].

Επιπλέον, η Γερμανία λαμβάνει υπόψιν της το τουρκόφωνο πληθυσμιακό στοιχείο που ζει εντός της χώρας και μπορεί να επηρεάσει τόσο την οικονομία όσο και τις μελλοντικές εκλογικές διαδικασίες, ενώ προβληματίζεται και από τις απειλές που συχνά εκτοξεύει ο Ερντογάν προς την Ευρώπη σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα. Για να αποκτήσουμε, όμως, μια συνολικότερη εικόνα των εμπορικών σχέσεων της Τουρκίας, ας εξετάσουμε τα παρακάτω δύο γραφήματα:

Γράφημα 2: Χώρες με τις περισσότερες εξαγωγές προς την Τουρκία [9]

07092020-3.jpg

Γράφημα 3: Χώρες με τις περισσότερες εισαγωγές από την Τουρκία [10]

07092020-4.jpg

Όπως προκύπτει από το γράφημα 2, οι ΗΠΑ και η Γερμανία εμφανίζουν ισχυρούς εξαγωγικούς δεσμούς με την Τουρκία. Πέραν της προφανούς πρόθεσης των ΗΠΑ να κρατηθεί η Τουρκία εντός της ευρω-ατλαντικής συμμαχίας για γεωπολιτικούς λόγους, αλλά και των προσωπικών δεσμών που φαίνεται να υφίστανται ανάμεσα στις οικογένειες των Τραμπ και Ερντογάν, υπάρχει και ένας επιπλέον λόγος δέσμευσης για τον Αμερικανό Πρόεδρο: οι κυριότερες εξαγωγές προς την Τουρκία, εκτός των οπλικών συστημάτων, αφορούν κλάδους παραγωγής που σχετίζονται με τις βασικές «δεξαμενές» ψηφοφόρων του Τραμπ (αγροτικά προϊόντα, χάλυβας, σίδηρος, μηχανολογικοί εξοπλισμοί) [11].

Εκτός αυτού, οι δύο μεγαλύτεροι εξαγωγικοί προμηθευτές της Τουρκίας, είναι η Ρωσία (ενέργεια, αμυντικοί εξοπλισμοί) και η Κίνα (πρώτες ύλες και ηλεκτρο-μηχανολογικά προϊόντα) δημιουργώντας για την Άγκυρα ένα ισχυρό διπλωματικό «πλέγμα προστασίας» πέραν του ΝΑΤΟ. Από το γράφημα 3, προκύπτει ότι τόσο εντός Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Γαλλία, Ολλανδία) όσο και σε ΗΠΑ και Μέση Ανατολή (Ιράκ, Ισραήλ) η Τουρκία διατηρεί οικονομικά ερείσματα μέσω των εξαγωγών που παρέχει προς τις χώρες αυτές.

Για να αντιληφθούμε καλύτερα τις ισορροπίες που δημιουργούνται σε επίπεδο ΕΕ αλλά και ΗΠΑ, θα ήταν καλό να παρατηρήσουμε πέραν των εμπορικών δεσμών και τις άμεσες ξένες επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην Τουρκία, καθώς και τους τομείς παραγωγής που αυτές αφορούν:

Γράφημα 4: Οι δέκα χώρες με τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην Τουρκία [12]

07092020-5.jpg

Γράφημα 5: Κλάδοι Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στην Τουρκία [13]

07092020-6.jpg

Συνδυάζοντας τα ανωτέρω δύο γραφήματα, κατανοεί κανείς την απροθυμία κάποιων ευρωπαϊκών κρατών και των ΗΠΑ να επιβάλλουν δραστικές οικονομικές κυρώσεις στην Άγκυρα, καθώς αφενός διατηρούν υψηλά επενδυτικά κεφάλαια στην Τουρκία, αφετέρου πολλές από αυτές τις επενδύσεις έχουν πραγματοποιηθεί στον ήδη ασταθή χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας και συνεπώς θα πλήττονταν σοβαρά από την επιβολή τραπεζικών κυρώσεων. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο κατάλογος των πιθανών κυρώσεων που συνέταξε η Ε.Ε. στην πρόσφατη άτυπη σύνοδο, κάνει αναφορά σε απαγόρευση δανεισμού της Τουρκίας από κρατικές και όχι από ιδιωτικές ευρωπαϊκές τράπεζες[14].

Είναι προφανές, ότι αν η τουρκική οικονομία καταρρεύσει, θα προκληθούν αλυσιδωτά προβλήματα τόσο στις αναδυόμενες αγορές, όσο και σε μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιχειρήσεις που θα έβλεπαν τις εξαγωγές και τις επενδύσεις τους να ζημιώνονται. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σε μια περίοδο όπου οι οικονομικοί ανταγωνισμοί Δύσης και Κίνας αυξάνονται ραγδαία και το 2ο κύμα του κορωνοϊού πλησιάζει απειλητικά, θα αποτελούσε εφιαλτικό σενάριο για την παγκόσμια οικονομία. Συμπερασματικά, όποιος αγνοεί τους οικονομικούς και κατ’ επέκταση πολιτικούς και διπλωματικούς δεσμούς που έχει αναπτύξει η Τουρκία με την Δύση, στοχάζεται εκτός ρεαλιστικής αντίληψης της πραγματικότητας.

ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΗ: O ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Αποτελεί, όμως, η οικονομική αλληλεξάρτηση Δύσης και Τουρκίας έναν παράγοντα ικανό να αναβάλλει διαρκώς την ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας; Είναι η προκλητικότητα αυτή εκ μέρους της Τουρκίας, ένα παροδικό φαινόμενο που θα απαλειφθεί όταν ο Ταγίπ Ερντογάν αποχωρήσει από την εξουσία; Ο Ερντογάν συμπληρώνει φέτος 17 έτη στην διακυβέρνηση της Τουρκίας (πρωθυπουργός από το 2003 έως το 2014 και κατόπιν πρόεδρος με αυξημένες πλέον αρμοδιότητες) και έχει συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην ιδεολογική μεταστροφή της τουρκικής κοινωνίας. Ενώ στις απαρχές της καριέρας του αντιμετωπιζόταν ως ένας ελπιδοφόρος πολιτικός που θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει οικονομικά και θεσμικά την Τουρκία φέρνοντάς την πιο κοντά στις ευρωπαϊκές αξίες, σταδιακά ριζοσπαστικοποίησε την πολιτική του σε σχέση με τις ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα και κατέστη ο απόλυτος άρχων της Τουρκίας, εξουδετερώνοντας τους αντιπάλους του στην στρατιωτική, στην δικαστική αλλά και στην πολιτική ζωή της χώρας.

Έχοντας ο ίδιος λάβει συντηρητική θρησκευτική παιδεία από μικρή ηλικία, βαθμιαία ξεδίπλωσε στην πολιτική του agenda τα νεο-οθωμανικά του οράματα, μέσω της θεωρητικής συνδρομής του Αχμέτ Νταβούτογλου. Σύμφωνα με αυτά, ο Κεμαλισμός υπήρξε ένα είδος συμβιβασμού με την Δύση, που δεν επέτρεψε στην Τουρκία να αναδείξει τον πλήρη δυναμισμό της και να υιοθετήσει μια πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, η οποία θα συμβάδιζε με τον ισλαμικό πολιτισμό της και θα την οδηγούσε στην αναβίωση του χαλιφάτου. Επιπλέον, η πολιτική συμμαχία του Ερντογάν και του AKP με τους υπερθνικιστές του MHP, προκάλεσε την απομάκρυνση της Τουρκίας από το Δυτικό στρατόπεδο, μέσω της ιδεολογικής προσέγγισης του «Ευρασιανισμού» που υποστηρίζει την διατήρηση στενότερων διπλωματικών δεσμών με την Κίνα και τη Ρωσία [15].

Όπως επισημαίνει και ο αναλυτής του Baker Institute, Kadir Yildirim, ο Ερντογάν αντλεί πολιτική δύναμη από τις συντηρητικές ισλαμικές μάζες της Τουρκίας, οι οποίες αντιμετωπίζουν κάθε επίθεση προς το πρόσωπό του από ΗΠΑ και ΕΕ ως ένδειξη της «αδέσμευτης» εξωτερικής του πολιτικής. Μέσα από αυτήν την διαδικασία, ο Ερντογάν παρακινείται στην υιοθέτηση μιας ακόμη σκληρότερης ρητορικής κατά της Δύσης, δημιουργώντας έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο εθνικισμού, θρησκευτικού φανατισμού και αντιδυτικισμού εντός της χώρας [16].

Oι συντηρητικές δυνάμεις στην Τουρκία ισχυροποιήθηκαν περαιτέρω, τόσο μετά τα γεγονότα του Gezi Park το 2013, όσο και μετά το «πραξικόπημα-οπερέτα» [17] του 2016, μέσω του οποίου ο Ερντογάν κατάφερε να επιβάλει απηνείς διώξεις στους αντιπάλους του (150.000 δικαστές, ακαδημαϊκοί, στρατιωτικοί, κρατικοί λειτουργοί απολύθηκαν ή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και τουλάχιστον 77.000 βρίσκονται στην φυλακή [18]). Η Τουρκία είναι μια χώρα στην οποία η πολιτική εξουσία γίνεται ολοένα και πιο αυταρχική, καθώς τα ατομικά δικαιώματα περιορίζονται δραστικά. Στα τέλη του 2018, η Τουρκία κατείχε την θλιβερή πρωτιά παγκοσμίως σε φυλακίσεις δημοσιογράφων [19] ενώ προσφάτως επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης σε επικεφαλής της Διεθνούς Αμνηστίας και ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η βία κατά των γυναικών είναι καθημερινό φαινόμενο (479 δολοφονίες μόνο το 2019) και οι δράσεις για την ισότητα των φύλων χαρακτηρίζονται συχνά ως μια προσπάθεια υπονόμευσης του θεσμού της οικογένειας και των παραδοσιακών αξιών [20]. Ο Ερντογάν ελέγχει τα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας, ενώ προσπαθεί να επιβάλει περιορισμούς και στην χρήση του διαδικτύου [21].

07092020-7.jpg

Μια γυναίκα με προστατευτική μάσκα δείχνει ένα πλακάτ που γράφει «Όχι ανδρική δικαιοσύνη! Αληθινή δικαιοσύνη!» καθώς διαδηλώνει για τα δικαιώματα των γυναικών και κατά της κακοποίησης των παιδιών, εν μέσω της εξάπλωσης της νόσου των κορωνών (COVID-19), στην Κωνσταντινούπολη, στην Τουρκία, στις 20 Μαΐου 2020. REUTERS / Umit Bektas
————————————————————–

Σύμφωνα, μάλιστα, με την έκθεση του think tank «Center for American Progress», το 70% του τουρκικού πληθυσμού θεωρεί ότι τα τουρκικά μέσα «μεταδίδουν προκατειλημμένες και αναξιόπιστες ειδήσεις» και το 56% θεωρεί ότι «τα μέσα ενημέρωσης της χώρας βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους και δεν έχουν καμία δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα» [22]. Όσο για τον σεβασμό της θρησκευτικής διαφορετικότητας, η πρόσφατη μετατροπή των ναών της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε τζαμιά, οι συνεχείς αντιδυτικές αναφορές απέναντι στην ΕΕ και στον Πάπα («νέοι σταυροφόροι»), ακόμη και οι απαλλοτριώσεις περιουσιών των χριστιανών στην νοτιοανατολική Τουρκία [23], είναι ενδεικτικές της αδιαλλαξίας που επιδεικνύει ο Ερντογάν σε ζητήματα θρησκευτικής και πολιτισμικής διαφορετικότητας.

Είναι οι εξελίξεις αυτές παροδικές και θα εκλείψουν όταν το πολιτικό άστρο του Ερντογάν δύσει ή αποτελούν μια ανεπίστρεπτη πορεία για την Τουρκία; Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα, καθώς η Ιστορία εξελίσσεται με δυναμικό τρόπο, όμως μπορούμε να παρατηρήσουμε τις επικρατούσες κάθε φορά τάσεις. Τo τμήμα της κοινωνίας που εκφράζει την προοδευτική Τουρκία, φαίνεται πλέον να ασφυκτιά και να υποχωρεί κάτω από την αυταρχικότητα του ερντογανικού καθεστώτος. Οι οπαδοί του AKP που κατοικούν κυρίως στην Ανατολία, αυξάνονται πληθυσμιακά ταχύτερα απ’ τους προοδευτικούς Τούρκους της Κωνσταντινούπολης και των παραλίων, ενώ η υποστήριξη –έστω και μερική- των ΗΠΑ προς το κουρδικό στοιχείο στον εμφύλιο της Συρίας, έχει οξύνει ακόμη περισσότερο τα αντιδυτικά αισθήματα εντός της Τουρκίας. Η σταδιακή υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή, έχει δώσει την ευκαιρία στην Άγκυρα να αποκτήσει πιο δυναμικό ρόλο στην περιοχή και να επεκτείνει τη δράση της ακόμη και στη βόρεια και ανατολική Αφρική, ενώ η σύσφιξη των σχέσεων με Κίνα και Ρωσία δημιουργεί νέα πεδία γεωπολιτικής δράσης.

Το σημαντικότερο όλων, όμως, είναι ότι η στροφή της Τουρκίας προς τις συντηρητικές θρησκευτικές αξίες και τον αντιδυτικισμό, φαίνεται να έχει επικρατήσει στην πλειοψηφία του πληθυσμού της γείτονος. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη σε 26 επαρχίες της Τουρκίας και δημοσίευσε το κρατικό δίκτυο ειδήσεων Anadolu, το 71,9% των ερωτηθέντων θεωρούν τους εαυτούς τους «αντιαμερικανούς» και ένα ακόμη 22,7% «μερικώς αντιαμερικανούς», ενώ μόνο το 13,6% θεωρεί ότι η Τουρκία πρέπει να συμπράξει με τις ΗΠΑ στην εξωτερική της πολιτική. Στον αντίποδα, το 62,1% αντιμετωπίζει τη διπλωματική συμμαχία με τη Ρωσία ως μια θετική εξέλιξη. Μια άλλη έρευνα, έδειξε ότι το 66% των επιχειρηματιών της χώρας τηρούν αρνητική στάση απέναντι στις ΗΠΑ [24]. Η καχυποψία του τουρκικού λαού, όμως, επεκτείνεται και σε άλλα κράτη, καθώς σε έρευνα που διεξήγαγε το πανεπιστήμιο Kadir Has της Κωνσταντινούπολης, πάνω από το 50% των συμμετεχόντων απάντησαν πως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία συνιστούν απειλές για την Τουρκία, ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από το Ισραήλ (63,3%), την Αρμενία (55,7%) και την Συρία (54,6%), ενώ πιο φιλικό κράτος θεωρήθηκε το Αζερμπαϊτζάν (63,8%) [25].

Εν κατακλείδι, όπως προκύπτει και από την έρευνα του International Republican Institute’s Center for Insights in Survey Research, πολλοί Τούρκοι πιστεύουν ότι η Δύση δεν τους κατανοεί, τους έχει απομονώσει διπλωματικά λόγω της μουσουλμανικής τους ταυτότητας και απεργάζεται σχέδια διαμελισμού της χώρας μέσω του PKK και του ISIS [26]. Σχετικά με την θρησκεία, έρευνα του Pew Research Center το 2013, έδειξε ότι το 49% των Τούρκων μουσουλμάνων θεωρούν ότι η Σαρία αντιπροσωπεύει «τον αποκαλυφθέντα λόγο του Θεού», 43% απάντησε ότι «η Σαρία θα πρέπει να εφαρμόζεται και στους μη μουσουλμάνους», το 48% δήλωσε ότι «οι θρησκευτικοί δικαστές πρέπει να αποφασίζουν για οικογενειακά και ιδιοκτησιακά ζητήματα» [27], ενώ σε μελέτη του 2016 η Τουρκία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις 25 μεγαλύτερες πληθυσμιακά χώρες που επιβάλλουν τους περισσότερους θρησκευτικούς περιορισμούς στον κόσμο [28].

Ο θρησκευτικός φανατισμός καλλιεργείται εντέχνως τόσο μέσα από την πολιτική ρητορική του Ερντογάν [29], όσο και από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, το οποίο πέραν της ίδρυσης θρησκευτικών σχολείων προβλέπει και ένα πρόγραμμα σπουδών που σε αρκετές περιπτώσεις έρχεται σε σύγκρουση με τα ευρέως αποδεκτά πορίσματα της επιστήμης [30].

Τα ανωτέρω δεδομένα φανερώνουν ότι η ισλαμική και αντιδυτική ριζοσπαστικοποίηση της Τουρκίας έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν από την χώρα προοδευτικά στοιχεία που θα επιθυμούσαν δημοκρατικότερους θεσμούς και ένα πλήρως εκκοσμικευμένο κράτος, αλλά η φωνή τους έχει περιοριστεί υπό τον φόβο των διώξεων, των φυλακίσεων και της κοινωνικής και οικονομικής τους απομόνωσης. Το πλαίσιο αυτό, διαμορφώνει και την άσκηση πολιτικής από την πλευρά της αντιπολίτευσης, η οποία συχνά υιοθετεί μια παρόμοια ή και ακόμη σκληρότερη ρητορική, προκειμένου να προσεγγίσει τους ψηφοφόρους του Ερντογάν που εμφορούνται από την συντηρητική ισλαμική και εθνικιστική ιδεολογία, αλλά και για να αποκρούσει τις επιθέσεις του ίδιου του Τούρκου προέδρου που συχνά κατηγορεί τους κεμαλιστές για ενδοτισμό στα εθνικά ζητήματα [31].

Η επιθετική διπλωματία που εφαρμόζει η Τουρκία την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, καθρεφτίζει όλες αυτές τις τάσεις που αναφέρθηκαν στο σώμα του κειμένου. Απειλές και εκβιασμοί προς την Ευρώπη σχετικά με το μεταναστευτικό/προσφυγικό ζήτημα, προσπάθεια άσκησης επιρροής στην Αίγυπτο μέσω της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, εμπλοκή στον συριακό και στον λιβυκό εμφύλιο σε σύμπραξη με εξτρεμιστικά ισλαμικά στοιχεία, πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ, δημιουργία βάσεων στο Κατάρ και στη Σομαλία, πολιτική προσέγγιση της Χαμάς και αντισημιτική ρητορική, επαμφοτερίζουσα στάση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας και φυσικά συνεχείς απειλές προς την Ελλάδα και την Κύπρο που εντάσσονται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική αναθεώρησης των ισορροπιών που έχουν δημιουργηθεί στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα από διεθνείς συνθήκες και συμμαχίες. Η συμπεριφορά αυτή, πέραν του ότι φανερώνει πως η Τουρκία προτάσσει την διπλωματία των εκβιασμών και του οπορτουνισμού έναντι του διαλόγου και της διεθνούς συνεννόησης, απειλεί την ίδια την γεωπολιτική σταθερότητα μιας περιοχής που εκτείνεται από τα Βαλκάνια και το Αιγαίο, μέχρι την Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Δεν αποτελεί, συνεπώς, υπερβολή ή κινδυνολογία να ειπωθεί ότι η Τουρκία βρίσκεται σε σταθερή πορεία απομάκρυνσης και τελικής σύγκρουσης με την Δύση. Ας μην παραβλέπουμε, ότι ο οθωμανικός επεκτατισμός σταμάτησε στην Βιέννη δύο φορές στο παρελθόν (1529 και 1683) και ότι ο Ερντογάν φαίνεται να εμπνέεται σταθερά από την ιστορική αυτή κληρονομιά (συνεχείς αναφορές στο οθωμανικό μεγαλείο, στη μάχη του Ματζικέρτ, στην άλωση της Πόλης και στα παθήματα των Βυζαντινών, στον ρόλο του Πάπα και στους κακούς σταυροφόρους της Δύσης), θεωρώντας μάλιστα ότι τα αποτελέσματα της Συνθήκης της Λωζάνης αδικούν την Τουρκία και χρήζουν αναθεώρησης.

Συνεπώς, εναπόκειται στους συμμάχους της Ελλάδας και της Κύπρου να αναλάβουν δυναμικές πρωτοβουλίες και να επιβάλουν άμεσα αυστηρότερες κυρώσεις προκειμένου να σταματήσουν τις ανεύθυνες τουρκικές πρακτικές, που όχι μόνον θέτουν σε κίνδυνο την ειρήνη στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά αμφισβητούν εμπράκτως την σταθερότητα και την αξιοπιστία του Δυτικού συνασπισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε μεταπολεμικά. Οι εταίροι μας, αλλά και όσοι επιβουλεύονται την ασφάλεια της Ελλάδας, δεν πρέπει να λησμονούν ότι για κάθε μάχη του Ματζικέρτ, υπήρξε αντίστοιχα ένας Μαραθώνας και μια Σαλαμίνα, που διαφύλαξαν τα ιδανικά της δημοκρατίας και της ελευθερίας, ως καθιερωμένων πανανθρώπινων αξιών εδώ και 2500 χρόνια.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΙΑΚΑΝΤΩΝΗΣ είναι οικονομολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές στις διεθνείς σχέσεις, συντονιστής έρευνας στον Τομέα Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης (ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ.) του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και επιστημονικός συνεργάτης του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας.

Main Photo: Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ κρατά το δώρο του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν κατά την διάρκεια της επίσημης τελετής εγκαινίων της νέας πανεπιστημιούπολης του Τουρκο-Γερμανικού Πανεπιστημίου στην Κωνσταντινούπολη, στην Τουρκία, στις 24 Ιανουαρίου 2020. REUTERS/Umit Bektas
————————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας