Άμυνα Διπλωματία

Γιατί η Τουρκία έστρεψε την πλάτη της στις ΗΠΑ και αγκάλιασε την Ρωσία

Ένα ρήγμα που ξεκίνησε στο Ιράκ και στην Συρία τώρα απειλεί να διχάσει το ΝΑΤΟ

Aaron Stein*

Η έμφορτη σχέση της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται σε καθοδική πορεία εδώ και χρόνια. Διχασμένοι από μια συνεχώς επιμηκυνόμενη λίστα θεμάτων, από την αυταρχική στάση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μέχρι την άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να εκδώσουν έναν κληρικό που ζει στην Πενσυλβάνια και κατηγορείται ότι προσπάθησε να ανατρέψει την τουρκική κυβέρνηση, οι υποτιθέμενοι σύμμαχοι είναι όλο και περισσότερο σε αντίθεση. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ και των επαγγελματιών της εθνικής ασφάλειας ότι παρά την επιφανειακή εχθρότητα, η ελίτ της τουρκικής εθνικής ασφάλειας εξακολουθεί να βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έναν απαραίτητο σύμμαχο. Η Άγκυρα δεν μπορεί να διασφαλίσει τα εθνικά της συμφέροντα χωρίς να συνεργαστεί με την αμερικανική κυβέρνηση, ή κάπως έτσι πάει το σκεπτικό.

Αλλά μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, η οποία άνοιξε τον δρόμο για μια πιο ισχυρή κουρδική περιφερειακή κυβέρνηση, η Τουρκία είδε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αποσταθεροποιητική δύναμη στη Μέση Ανατολή. Η υποστήριξη των ΗΠΑ προς τις κουρδικές πολιτοφυλακές στην Συρία παγίωσε την άποψη αυτή στην Άγκυρα, οδηγώντας την Τουρκία στην αγκαλιά της Ρωσίας και θέτοντας ερωτήματα σχετικά με την δέσμευση της χώρας στο ΝΑΤΟ. Για να αποδείξει πόσο μικρή πίστη διαθέτει η Τουρκία στην Ουάσινγκτον αυτές τις μέρες, δεν βλέπει τίποτα πιο πέρα από το σχέδιό της να αποκτήσει το προηγμένο ρωσικό σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας S-400.

Τον περασμένο μήνα, το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι η αγορά του ρωσικού συστήματος θα κοστίσει στην Τουρκία την θέση της στο αμερικανικό πρόγραμμα F-35. Ως μέλος της διεθνούς κοινοπραξίας που χρηματοδότησε την ανάπτυξη του F-35, η Τουρκία έχει προγραμματιστεί να λάβει 100 από τα αεριωθούμενα αεροσκάφη και είχε σχεδιάσει το μέλλον των αεροπορικών της δυνάμεων γύρω τους. Αλλά το S-400 έχει σχεδιαστεί για να νικά την αμερικανική τεχνολογία stealth και οι Ηνωμένες Πολιτείες ανησυχούν ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την συλλογή πολύτιμων πληροφοριών σχετικά με τα μαχητικά πέμπτης γενιάς –πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταλήξουν στα χέρια της Μόσχας όταν οι Ρώσοι τεχνικοί αναπόφευκτα θα συντηρούν κομμάτια του συστήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη γειώσει την εκπαίδευση των πιλότων της Τουρκίας στο F-35 σε βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, και μόλις φτάσει το S-400 στην Τουρκία, η χώρα θα απομακρυνθεί από την κοινοπραξία F-35 και θα απαγορευτεί να λάβει τα αεροσκάφη που βοήθησε να χρηματοδοτηθούν.

Ωστόσο, ο Ερντογάν αρνείται να υποκύψει στις απαιτήσεις των ΗΠΑ, καθιστώντας σαφές ότι η συμφωνία με την Ρωσία θα τιμηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, έκανε μια πολιτική επιλογή, στέλνοντας σήμα σε όλους όσους θα ακούσουν ότι η Τουρκία είναι πρόθυμη να απόσχει από τις εγκάρδιες σχέσεις με την Ουάσινγκτον υπέρ των λειτουργικών σχέσεων με τη Μόσχα. Υπάρχει σαφής λογική στην προσέγγιση αυτή. Με την υιοθέτηση μιας πιο ουδέτερα ευθυγραμμισμένης εξωτερικής πολιτικής, ο Ερντογάν και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προσπαθούν να προωθήσουν μια στενότερη αντίληψη για το εθνικό συμφέρον της Τουρκίας, πιστεύοντας ότι εξυπηρετείται από την πιο στενή συνεργασία με την Ρωσία σε βασικά οικονομικά θέματα και ζητήματα ασφάλειας. Παρόλο που αυτό είναι απίθανο να σημαίνει έναν συνολικό εναγκαλισμό της Μόσχας εις βάρος της Ουάσιγκτον, σημαίνει όντως ότι η Τουρκία δεν βλέπει πια τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έναν απαραίτητο σύμμαχο.

ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΣΜΑ

Η τουρκο-αμερικανική συμμαχία αρχικά σφυρηλατήθηκε από τις κοινές ανησυχίες για τον σοβιετικό επεκτατισμό μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η γειτνίαση της Τουρκίας με την Σοβιετική Ένωση την έκανε ιδανική εταίρο για τις αμερικανικές προσπάθειες να παρακολουθεί τον αντίπαλό της στον Ψυχρό Πόλεμο και, σε περίπτωση πολέμου, να ακινητοποιήσει τα σοβιετικά τμήματα στην Βουλγαρία και την Αρμενία. Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία έλαβε μια εγγύηση ασφάλειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες τοποθέτησαν πυρηνικά όπλα σε ολόκληρη την χώρα για να αποτρέψουν μια σοβιετική επίθεση. Αλλά στις τρεις δεκαετίες από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία πάλεψαν για να καθορίσουν τα κοινά συμφέροντά τους. Αυτή η σταδιακή απόκλιση επιταχύνθηκε μετά την εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ το 2003 και την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, δημιουργώντας ένα κενό ισχύος που εν μέρει κάλυψε η περιφερειακή κυβέρνηση στο ιρακινό Κουρδιστάν. Κούρδοι αξιωματούχοι, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, κωδικοποίησαν την ανεξαρτησία των κυβερνητικών θεσμών τους, εκνευρίζοντας τις τουρκικές ελίτ της εθνικής ασφάλειας που βλέπουν τον κουρδικό εθνικισμό ως μια υπαρξιακή απειλή. Η Άγκυρα πολεμά εδώ και δεκαετίες τους Κούρδους αυτονομιστές και ανησυχεί ότι η Τουρκία θα μπορούσε να διασπαστεί κατά μήκος εθνοτικών γραμμών εάν ενθαρρυνθεί η σημαντική κουρδική μειονότητά της.

Τα πράγματα έγιναν χειρότερα με το ξέσπασμα του πολέμου στην Συρία. Η Άγκυρα προσπάθησε να περιθωριοποιήσει τους Σύρους Κούρδους, οι οποίοι στις αρχές του 2012 ανέλαβαν τον έλεγχο των παραμεθόριων περιοχών όπου αποτελούν την πλειοψηφία. Αρχικά, η Τουρκία προσπάθησε να εξουδετερώσει την κυρίαρχη κουρδική αντάρτικη ομάδα, το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), και να την εξαρτήσει στην ευρύτερη, υποστηριζόμενη από την Τουρκία ανταρσία εναντίον του προέδρου Bashar al-Assad. Το PYD και οι συνδεδεμένες με αυτό πολιτοφυλακές είναι ο συριακός κλάδος του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), μιας αυτονομιστικής ομάδας ανταρτών στη νοτιοανατολική Τουρκία που τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Τουρκία θεωρούν ως τρομοκρατική οργάνωση. Με το να φέρει τους Σύρους Κούρδους μαχητές σε μια ευρύτερη προσπάθεια κατά του Assad επί της οποίας είχε σημαντική επιρροή, η Άγκυρα ήλπιζε ότι θα αποτρέψει την εμφάνιση ενός πρωτο-κράτους υπό κουρδική διοίκηση και υπό την επιρροή του ΡΚΚ, και ότι θα εξασφάλιζε πως η Συρία θα διατηρούσε μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.

Για ένα διάστημα, αυτές οι προσπάθειες δεν έθεσαν την Άγκυρα σε άμεση σύγκρουση με την Ουάσινγκτον. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία προσπάθησε να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ για να ανατρέψουν τον Assad ή, τουλάχιστον, να αρνηθούν την πρόσβαση του καθεστώτος του στο βόρειο τμήμα της χώρας. Η Τουρκία καλλιέργησε επιθετικά αυτό που ήλπιζε ότι θα ήταν μια συριακή κυβέρνηση σε αναμονή, και ήταν ευτυχής να στρατολογήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για να εγκαταστήσει αυτή την κυβέρνηση στην εξουσία. Τελικά, η Τουρκία δεν κατάφερε να χειραγωγήσει την δύναμη πυρός των ΗΠΑ προς όφελός της, και η πολιτική της να «κάνει τα στραβά μάτια» σε τζιχαντιστικές ανταρτικές παρατάξεις στην βόρεια Συρία τελικά την έβαλε σε μια πορεία σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον.

Από την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να αρνηθούν [κάθε] ασφαλές καταφύγιο στις τζιχαντιστικές ομάδες. Αλλά το αμερικανικό κοινό έχει κουραστεί από τις μακρόσυρτες, έντασης πόρων δράσεις όπως οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, και η Ουάσινγκτον έχει βρεθεί υπό αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις για να εργαστεί μέσω τοπικών πληρεξουσίων αντί να δεσμεύει απευθείας δυνάμεις των ΗΠΑ. Με την εμφάνιση συμμαχικών τζιχαντιστικών ομάδων ανταρτών σε περιοχές που βρίσκονται στα σύνορα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να προωθήσουν τους περιορισμένους αντιτρομοκρατικούς στόχους τους με έναν διαφορετικό εταίρο: Τις συριακές κουρδικές πολιτοφυλακές, η επιλογή των οποίων έστειλε ένα σαφές μήνυμα στην Άγκυρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έβαζαν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα ασφαλείας πάνω από της Τουρκίας. Η Άγκυρα αντέδρασε στην κίνηση, εισβάλλοντας στην βόρεια Συρία σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, το 2016 και το 2018, με σκοπό να πιέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να διακόψουν τις σχέσεις τους με τις συριακές κουρδικές πολιτοφυλακές και να αποτρέψουν την δημιουργία μιας αυτόνομης κουρδικής οντότητας κατά μήκος των συνόρων.

Καθώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Τουρκίας στην Συρία αποκλίνουν, η Άγκυρα άρχισε να επανεκτιμά τον παραδοσιακό σεβασμό της προς την Ουάσιγκτον και σε άλλα θέματα εθνικής ασφάλειας. Για περισσότερο από μια δεκαετία, το κυβερνών κόμμα AKP προσπάθησε να μειώσει την τουρκική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να καθιερώσει την χώρα ως ανεξάρτητη, παγκόσμια δύναμη. Οι Τούρκοι διαμορφωτές πολιτικής, με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό, Αχμέτ Νταβούτογλου, προωθούν την ιδέα μιας μετα-αμερικανικής Μέσης Ανατολής, στην οποία η περιοχή θα έβλεπε προς την Τουρκία για ηγεσία. Η Άγκυρα, κατ’ ουσίαν, έθεσε την υπόθεση στο τουρκικό κοινό ότι μια «αποσύνδεση» από τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της χώρας. Αρχικά, αυτή η ιδέα αντιμετώπισε σημαντική αντίδραση από την τουρκική αμυντική γραφειοκρατία, αλλά μετά από σχεδόν 17 χρόνια διακυβέρνησης του AKP, κατά την διάρκεια των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταγωνίστηκαν την Τουρκία συνεργαζόμενες με τους Σύρους Κούρδους, ένα μεγάλο και αυξανόμενο μερίδιο της [τουρκικής] ελίτ της εθνικής ασφάλειας στράφηκε εναντίον της Ουάσιγκτον. Ως αποτέλεσμα, η Άγκυρα κατάφερε να διερευνήσει συνεργασίες με άλλους περιφερειακούς και παγκόσμιους παράγοντες.

ΜΙΑ ΑΠΙΘΑΝΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

Η στροφή της Άγκυρας προς τη Μόσχα δεν ήταν ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Η Ρωσία έχει μια μακρά ιστορία εμπλοκής στις τουρκικές υποθέσεις, χρησιμοποιώντας προπαγάνδα για να παρεμβαίνει στις εκλογές της χώρας, σύμφωνα με πληροφορίες διενεργώντας κυβερνοεπιθέσεις στις υποδομές της, και ενορχηστρώνοντας την δολοφονία Ρώσων αντιφρονούντων που ζούσαν στην Τουρκία. Για μεγάλο μέρος του εμφυλίου πολέμου στην Συρία, οι δύο χώρες υποστήριζαν αντίθετες πλευρές. Και όμως, καθώς η Άγκυρα αποσπάστηκε από την Ουάσιγκτον, έγινε δυνατή μια στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα. Η τουρκο-ρωσική σχέση δεν είναι μια επίσημη συμμαχία, και σε αυτό το σημείο είναι ακόμα πιο αδύναμη από την σχέση της Άγκυρας με την Ουάσινγκτον. Ωστόσο, η δυναμική στην Συρία εξηγεί γιατί η Τουρκία είναι σε θέση να καλύψει τις διαφορές της με την Ρωσία, ενώ οι δεσμοί με τις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πολύ πιο αδύναμη κατάσταση.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η συνεργασία της Τουρκίας με την Ρωσία προέκυψε μόνο επειδή η Μόσχα διέλυσε με επιτυχία πληρεξουσίους που υποστηρίχθηκαν από την Άγκυρα στο πεδίο της Συρίας. Αφότου η Τουρκία κατέρριψε ένα ρωσικό βομβαρδιστικό Su-24 τον Νοέμβριο του 2015, η Ρωσία επικεντρώθηκε στις βομβαρδιστικές προσπάθειές της στην χερσαία διαδρομή που η Τουρκία χρησιμοποιούσε για να ανεφοδιάζει τους πληρεξουσίους της στην βόρεια Συρία. Στην συνέχεια, μέσω του έντονου βομβαρδισμού των τουρκικών γραμμών ανεφοδιασμού προς το Χαλέπι στα τέλη του 2015 και στις αρχές του 2016, η Ρωσία διέκοψε την πρόσβαση της Άγκυρας στην πόλη αυτή, η οποία ήταν το επίκεντρο των τουρκικών προσπαθειών για την πίεση κατά του Assad από την αρχή του πολέμου. Το αποτέλεσμα ουσιαστικά εξουδετέρωσε την Τουρκία από την σύγκρουση, καθιστώντας αναγκαία τη μείωση των τουρκικών φιλοδοξιών στην Συρία σε μια στενή εστίαση στους πρόσφυγες και τους Κούρδους. Η Άγκυρα συνειδητοποίησε ότι θα πρέπει να συνεργαστεί με τη Μόσχα για να διαχειριστεί την ροή των προσφύγων από τις περιοχές που πλήττονταν από τις συγκρούσεις. Αυτό το έπραξε κρατώντας τα σύνορα κλειστά και χτίζοντας στρατόπεδα εντός της Συρίας για να στεγαστούν οι εκτοπισμένοι. Ωστόσο, ο πόλεμος στις παραμεθόριες περιοχές δυσχέραινε την διαχείριση του θέματος αυτού, οπότε η Τουρκία μόχλευσε την σχέση της με την Ρωσία για να πιέσει τον Assad να περιορίσει το πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων σε αυτές τις περιοχές.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία αναδείχθηκε ως ο πιο αξιόπιστος στρατιωτικός εταίρος της Τουρκίας στην Συρία, επιτρέποντας στην Άγκυρα να επαναλάβει περιορισμένες πολεμικές επιχειρήσεις στις παραμεθόριες περιοχές που άσκησαν πίεση στους Κούρδους χωρίς να απειλούν την κυριαρχία του Assad. Η Ρωσία επωφελείται από τις εν λόγω επιχειρήσεις επειδή αυξάνει τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, γεγονός που με την σειρά του αυξάνει τις παγκόσμιες εντάσεις, καθώς και οι δύο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Η Ρωσία είναι επίσης ο καλύτερος δρόμος της Τουρκίας για να επηρεάσει μια ενδεχόμενη ειρηνευτική διευθέτηση και, ενδεχομένως, ακόμη και ένα νέο συριακό σύνταγμα, αμφότερα των οποίων θα έδιναν στην Άγκυρα την ευκαιρία να απογοητεύσει τις κουρδικές φιλοδοξίες αυτοδιοίκησης στα βορειοανατολικά. Εν τω μεταξύ, η Τουρκία πιθανώς θα πρέπει να επιβλέψει την παράδοση των αντιπολιτευόμενων πολιτοφυλακών τις οποίες έχει υποστηρίξει, ως μέρος οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας. Αυτή η πραγματικότητα έχει δημιουργήσει μια συμβιωτική ρωσο-τουρκική σχέση στην οποία η κάθε πλευρά χρειάζεται την άλλη για να διευθετήσει την σύγκρουση.

Όλα αυτά βοηθούν να εξηγήσουμε την αγκαλιά της Τουρκίας για το [σύστημα] S-400. Οι όροι της συμφωνίας για το σύστημα πυραύλων προδίδουν την πολιτική φύση της διευθέτησης. Ιστορικά, οι τουρκικές προμήθειες στον τομέα της άμυνας έχουν δώσει προτεραιότητα στη μεταφορά τεχνολογίας και την τοπική παραγωγή από Τούρκους υπεργολάβους. Η Ρωσία αρνήθηκε να επιτρέψει τη μεταφορά οποιασδήποτε ουσιαστικής τεχνολογίας στην Τουρκία, δεδομένου ότι η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και θα μπορούσε ως εκ τούτου να επιλέξει να μοιραστεί ευαίσθητη ρωσική τεχνολογία με την συμμαχία εάν οι σχέσεις με την Ρωσία επιδεινώνονταν. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία επέλεξε να παραιτηθεί από τις παραδοσιακές προτεραιότητές της στον τομέα των προμηθειών, ενώ ταυτόχρονα διακινδύνευσε το μέλλον της αεροπορικής της δύναμης προκειμένου να εμβαθύνει τις σχέσεις της με τη Μόσχα.

Η απώλεια των F-35 δεν θα είναι το μόνο άμεσο κόστος της νέας, πιο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας. Η Ουάσιγκτον απείλησε επίσης να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία για το σύστημα S-400 και ανέφερε ότι θα παραμείνει στην Συρία, όπου θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με τους Σύρους Κούρδους. Όμως, μακροπρόθεσμα, ο Ερντογάν και το κυβερνών ΑΚΡ στοιχηματίζουν ότι μια ουδέτερα ευθυγραμμισμένη εξωτερική πολιτική θα εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά τους, τόσο στην Συρία όσο και με την κουρδική εξέγερση εγχωρίως. Με απλά λόγια, δεν πιστεύουν ότι η σχέση τους με την Ουάσινγκτον πλησιάζει να είναι τόσο πολύτιμη όσο η Ουάσιγκτον φαίνεται να πιστεύει ότι είναι.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, η οποία άνοιξε τον δρόμο για μια πιο ισχυρή κουρδική περιφερειακή κυβέρνηση, η Τουρκία είδε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αποσταθεροποιητική δύναμη στη Μέση Ανατολή. Η υποστήριξη των ΗΠΑ προς τις κουρδικές πολιτοφυλακές στην Συρία παγίωσε την άποψη αυτή στην Άγκυρα, οδηγώντας την Τουρκία στην αγκαλιά της Ρωσίας.

*Ο AARON STEIN είναι διευθυντής του Προγράμματος Μέσης Ανατολής στο Foreign Policy Research Institute.

Photo: Τούρκοι διαδηλωτές πατούν την αμερικανική σημαία έξω από την Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Άγκυρα, τον Σεπτέμβριο του 2012. Umit Bektas / REUTERS
————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας