Άμυνα Διπλωματία

Η διπλωματία της πανδημίας…

…και οι τάσεις επαναπροσδιορισμού των κρατικών αφηγημάτων

By Μερσίλεια Αναστασιάδου και Μηνάς Λυριστής*

Η πανδημία της νόσου COVID-19, ούσα η πρώτη του 21ου αιώνα, έπληξε την ανθρωπότητα κατά τρόπο οριζόντιο. Η κρίση που εκδηλώθηκε, μάλιστα, υποχρέωσε το σύνολο σχεδόν των κρατών στην λήψη μέτρων με σκοπό τη διαχείριση της. Η συμπεριφορά των περισσότερων εξ αυτών υιοθέτησε παρόμοιας κλίμακας πρακτικές με εκείνες που παρουσίασαν πρώτες η Κίνα και η Νότια Κορέα.

Προϊούσης της διασποράς του Covid-19, παρουσιάστηκαν στην διεθνή αρθρογραφία καινοφανείς όροι, που φαινομενικώς αποτύπωναν νέες εκδοχές πρακτικών δημόσιας διπλωματίας. Παρά ταύτα, επί της ουσίας οι όροι αυτοί, αν και εκ των πραγμάτων μη υφιστάμενοι στο παρελθόν, αρθρώνουν συνήθεις τακτικές των κρατών, οι οποίες εξυπηρετούνται με διαφορετικά μέσα και διαύλους. Συνεπώς, η όποια πρόσληψη και ανάγνωση των τεκταινομένων και των κρατικών ενεργειών θα πρέπει να είναι ιδωμένη κυρίως μέσα από τον εξής γνωστικό φακό: ότι, δηλαδή οι δράσεις, ως επί το πλείστον, εκφράζονται μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής, όπερ εγγενώς αποσκοπεί και στην εμπέδωση εκείνου που το εκάστοτε κράτος αντιλαμβάνεται ως προάσπιση του εθνικού του συμφέροντος.

Η ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

«Η πανδημία του κορωνοϊού θα μεταβάλει εσαεί την παγκόσμια τάξη» [1]. Ο Henry Kissinger, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και ένας εκ των σημαντικότερων εκφραστών της αμερικανικής και όχι μόνο πολιτικής την δεκαετία του 1970, επέλεξε με αυτό τον τίτλο άρθρου του να παρουσιάσει στις αρχές Απριλίου στην εφημερίδα Wall Street Journal την οπτική του περί των συνθηκών και των ανακατατάξεων που δημιουργεί η εκδήλωση της πανδημίας σε οικουμενικό επίπεδο. Τούτες, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάζουν «εμπόδια άνευ προηγουμένου σε επίπεδο μεγέθους και παγκόσμιας εκτάσεως», «κλίμακας και σφοδρότητας», εμπεδώνοντας μια κατάσταση όπου εν τοις πράγμασι «ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος μετά τον κορωνοϊό» [2].

Στο ίδιο σκεπτικό, πλειάδα μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, αντιλαμβανόμενη το υφιστάμενο φαινόμενο ως τέτοιο που το απότοκό του να μπορούσε να αντιπαραβληθεί προς εκείνον της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου κατά τον Νοέμβριο του 1989 ή της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού κολοσσού Lehman Brothers στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2008, εκτιμά πως «η πανδημία του κορωνοϊού είναι ένα παγκοσμίως «θρυμματιστικό» γεγονός, του οποίου τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μπορούμε μονάχα να αρχίσουμε να φανταζόμαστε σήμερα» [3].

Το φαινόμενο της [ασθένειας] Covid-19 εκδηλώθηκε κατά τον Δεκέμβριο του 2019, εξ ου και η ονομασία του. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την 31η Δεκεμβρίου ένας πυρήνας περιπτώσεων μιας ιδιάζουσας εκδοχής πνευμονίας εντοπίστηκε στην πόλη Wuhan της επαρχίας Hubei της Κίνας [4], ενώ μέχρι και τα μέσα Μαΐου 2020, η διασπορά του ιού ήταν τέτοιας έκτασης, που ο αριθμός των κρουσμάτων παγκοσμίως εκτεινόταν σε περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια [5].

Ήδη, από την αρχική εκδήλωση σημείων μιας δυνάμει επιδημίας, η οποία αναπόδραστα θα είχε ως λογική εξέλιξη, δεδομένης της παγκοσμιοποιημένης φύσης του σύγχρονου κόσμου, την ταχεία επέκτασή της εκτός των εδαφικών ορίων της Κίνας, καθιστάμενη τοιουτοτρόπως πανδημία, παρουσιάζονται εξελικτικά διάφορες τάσεις με πολυεπίπεδες συνυποδηλώσεις.

Η συγκεκριμένη συνθήκη της πανδημίας ανέδειξε το γεγονός πως η υγεία συνιστά έναν από τους κύριους πυλώνες της εξωτερικής πολιτικής, όπερ μεθερμηνευόμενο, μια επιτυχής και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την πρόληψη και την εν γένει διαχείριση στο πεδίο της υγείας και όχι μόνο. Απόρροια μιας τέτοιας διαδικασίας είναι η οικοδόμηση ή η επαναχάραξη κρατικών προφίλ, δηλαδή φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών συγκεκριμένων χωρών, που θα τα συνοδεύουν όλως ιδιαιτέρως μετά την πάροδο της πανδημίας [6].

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ», ΤΗΣ «ΜΑΣΚΑΣ», ΤΗΣ «ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ»

«Θα υπάρχουν μεταβολές σε πολλά επαγγέλματα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του διπλωμάτη. Η μάχη μεταξύ παραδοσιακής και μοντέρνας διπλωματίας θα ολοκληρωθεί με την οριστική νίκη της τελευταίας» [7]. Εκκινώντας εκ της συλλογιστικής που εκφράζεται στην πιο πάνω φράση, σημειώνεται πως κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020 ιδιότυπες εκδοχές διπλωματίας, όπως «διπλωματία της επιδημίας» [8] ή της «πανδημίας» [9], «διπλωματία της μάσκας» [10] ή με εξειδικεύσεις ως «face mask diplomacy» [11] συμπεριλήφθηκαν στον αυξανόμενο κατάλογο κρατικών πρακτικών, που εκλαμβάνονται ως δυνάμει όψεις ήπιας ισχύος και εξωτερικής πολιτικής.

Με γνώμονα τούτο, παρουσιάζονται διάφορες χώρες -και όλως ιδιαιτέρως η Κίνα- να επιχειρούν την προβολή μιας συγκεκριμένης εικόνας εν μέσω αυτής της παγκόσμιας υγειονομικής απειλής, όπου το κατεξοχήν στοιχείο που υιοθετείται προς τούτο είναι η δωρεά και παραχώρηση προς άλλα κράτη ιατροφαρμακευτικού υλικού και η αποστολή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στη μάχη για τον περιορισμό της διασποράς του ιού. Υποστηρίζεται δε, αναφορικά προς το Πεκίνο, πως τοιουτοτρόπως «οικοδομεί ένα νέο σύστημα μέσω της παραχώρησης υποστηρικτικού υλικού στα διάφορα κράτη» [12].

Προσδιορίζοντας το σκεπτικό που συνυφαίνεται προς τις ως άνω εκδοχές της διπλωματίας θα μπορούσε να ειπωθεί πως μια κρίση εκφράζεται και ως προοπτική. Τούτο δε υπό το πρίσμα μετατροπής μιας ανθρωπιστικής καταστροφής ή των δυνητικών συνεπειών ενός πλήγματος, κατά τρόπο που να αποφέρει και διπλωματικό θετικό αντίκτυπο.

Εφόσον η υγεία συνιστά αναπόσπαστο μέρος της ατζέντας της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας [13], ενέργειες που κατευθύνονται στην παροχή βοήθειας από το ένα κράτος σε άλλο, θα πρέπει πέρα από την αρχική τους εμφανή ανάγνωση, να τύχουν μιας, κατά το μάλλον ή ήττον, αναλυτικότερης σκιαγράφησης. Το απότοκο των ενεργειών αυτών εκφράζεται ως δυνητικές προοπτικές ανάπτυξης φιλικών διακρατικών σχέσεων, άρσης προηγούμενων αρνητικών στερεοτύπων και παραστάσεων, προβολής αφηγημάτων που λειτουργούν θετικά, έστω και παροδικά, για μια χώρα. Πρωτίστως, όμως, αναγνωρίζονται οι δράσεις αυτές ως μέσα, δηλαδή ως δίαυλοι για την εξυπηρέτηση σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο ή και μακροπρόθεσμο ορίζοντα πολιτικών, που υπερβαίνουν το απλό επίπεδο αλληλεγγύης και εκτείνονται στο πεδίο της οικονομίας, των πάσης φύσεως εμπορικών συναλλαγών ή ακόμη και στην συνομολόγηση στρατιωτικών συμφωνιών.

Συνεπώς, καταγράφεται μέσω αυτών των πρακτικών μια δυνατότητα αμφίδρομης επαφής, η οποία ως επιδερμική και αυτοστιγμεί αντίδραση παραπέμπει στην κινητοποίηση της «καρδιάς και του μυαλού», ενταγμένη δηλαδή στο σκεπτικό άσκησης ήπιας ισχύος, αλλά σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα αναπτύσσουσα δυναμική, τρόπον τινά, «εξαργύρωσης» και επί άλλων παραμέτρων που παραπέμπουν κατεξοχήν σε πολιτικά κριτήρια.

Ενδιαφέρουσες εκφράσεις της ως άνω οπτικής θα μπορούσαν να συναχθούν εκ των περιπτώσεων της ανάπτυξης περαιτέρω πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ινδίας και των κρατών του Κόλπου ή των σχέσεων της Ινδίας με τις ΗΠΑ, με αφρικανικές, ασιατικές, ευρωπαϊκές και χώρες της Μέσης Ανατολής, όπου η ενίσχυση διμερών σχέσεων επιτυγχάνεται και ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών κοινής διαχείρισης του κορωνοϊού και της συναντίληψης στον τομέα της υγείας, όπως στις περιπτώσεις του Κουβέιτ, της Ιορδανίας, του Ομάν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν, του Ισραήλ. Οι πολυεπίπεδες συνυποδηλώσεις μιας τέτοιας πρακτικής εκτείνονται στην παραγωγή φαρμάκων, στην χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, στην ανταλλαγή γνώσης, καλών πρακτικών και εξειδικευμένου προς τούτο προσωπικού [14].

Η υφιστάμενη κρίση αναδεικνύει την ανάγκη κοινής γραμμής πλεύσης και συνεργασίας των κρατών, καθώς η υγεία συνιστά ένα αγαθό το οποίο δεν γνωρίζει σύνορα και δεν είναι εκ των πραγμάτων τα κράτη σε θέση να λειτουργούν για μακρό διάστημα χρόνου με το αναχρονιστικό πλαίσιο των απόρθητων εδαφικών φραγμών, ιδιαιτέρως δε σε έναν κόσμο πολλαπλώς παγκοσμιοποιημένο. Αυτό συνεπάγεται συνεργασία, αμοιβαία εμπιστοσύνη και ανάπτυξη πρωτοβουλιών, όχι μεμονωμένων και αποσπασματικών, αλλά σε επίπεδο θεσμικό.

Απτή έκφραση της ανωτέρω λογικής είναι η αποκαλούμενη «διπλωματία της επιστήμης» [15]. Αυτή μπορεί να αποτελέσει την απαρχή αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων μέσα από την αντίληψη της συλλογικότητας και της ανοικτής πληροφορίας σε πραγματικό χρόνο [16]. Αυτονοήτως, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας πρωτοβουλίας είναι πως τούτη δεν εξικνείται προς όφελος κάποιων κρατών, αλλά του συνόλου τους και όλως ιδιαιτέρως εκείνων που δεν διαθέτουν τους πόρους για να διαχειριστούν τις επιπτώσεις μιας πανδημίας, με αποτέλεσμα εν προκειμένω τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των κρουσμάτων.

Στο γενικότερο περίγραμμα του όρου «διπλωματία της πανδημίας» ή «διπλωματία της μάσκας» εντάσσεται στην δημόσια συζήτηση και μια πτυχή που αναφέρεται στο εγχείρημα επαναπροσδιορισμού του ερμηνευτικού φακού υπό τον οποίο προσεγγίζεται στον παρόν ή στο μέλλον το φαινόμενο «κορωνοϊός» [17]. Ένας τέτοιος επαναπροσδιορισμός συνιστά ευκαιρία και δυνατότητα οικοδόμησης νέων αφηγημάτων και επανεξέτασης της διαβάθμισης αναφορικά προς τις διακρατικές σχέσεις μεταξύ της έννοιας φίλος, σύμμαχος, γείτονας, αντίπαλος, εχθρός, θύμα, θύτης.

Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το πρώτο επίπεδο παραπέμπει στην κινητοποίηση του συναισθήματος των ατόμων ή συλλογικοτήτων. Εξ αυτού εξηγείται το πώς οι κρατικές ενέργειες διαπνέονται από συγκεκριμένο συμβολισμό και μηνυματική στόχευση. Τούτη είναι να προκαταβάλει θετικά ένα δεδομένο ακροατήριο, το οποίο και βρίσκεται σε μια δυσχερή κατάσταση. Αυτή η πρακτική εντάσσεται και στο πλαίσιο της πολιτιστικής διπλωματίας και εκφάνσεων που αυτή μπορεί να εκδηλώνει κατά καιρούς, αναλόγως του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται. Συνεπώς, ένας κύριος δέκτης και αναγνώστης των κρατικών ενεργειών είναι το δημόσιο ακροατήριο, δηλαδή η διεθνής και εσωτερική κοινή γνώμη και δημοσιότητα.

Οι πολιτικοί αντικατοπτρισμοί τέτοιας υφής πρακτικών είναι έκδηλοι και πολυεπίπεδοι. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και εν γένει της διπλωματίας, που αποτελεί και πάγιο στόχο του εκάστοτε κράτους, εξ ορισμού τίθεται ως προϋπόθεση η δημιουργία θετικής παράστασης για το ίδιο. Σε ένα δεδομένο ή και ανύποπτο χρόνο, η τελευταία θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη διακριτών τομέων διακρατικής συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης, σαφώς πέραν και πάνω από το φαινόμενο το οποίο ενδεχομένως «θεραπεύουν» οι κρατικές ενέργειες σε παρόντα χρόνο. Αυτό παραπέμπει απλώς και μόνο εν τέλει στο επιφαινόμενο. Μέσω των διαφόρων πρακτικών δυνητικά διευρύνεται ο διεθνής ρόλος και η θέση της εκάστοτε χώρας, δηλαδή εξηγείται ή μπορεί να αναγνωστεί ως μια προσπάθεια ανάπτυξης του βεληνεκούς της διεθνούς παρουσίας συγκεκριμένων κρατών στην παγκόσμια διακυβέρνηση.

Σε αυτό το σκεπτικό θα πρέπει κανείς να εστιάσει στο πώς οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τους τελευταίους πέντε και πλέον μήνες παραπέμπουν στην πραγμάτωση τακτικών κινήσεων, που οριοθετούνται σε επίπεδο ήπιας ισχύος. Στην παρούσα, κατά Kissinger «επική εποχή», οι ενέργειες αυτές διαμορφώνουν συνθήκες,, όπου επιχειρείται μια διττή στόχευση. «Η ιστορική πρόκληση για τους ηγέτες είναι η διαχείριση της κρίσης, ενώ παράλληλα οικοδομείται το μέλλον» [18].

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η παρούσα αναφορά περί της διαχείρισης της πανδημίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση διακρίνεται σε τρεις πτυχές: της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης, της οικονομικής αρωγής προς τα κράτη-μέλη και, τέλος, των διπλωματικών σχέσεων της Ένωσης με τρίτους δρώντες. Αναφορικά προς την πρώτη περίπτωση υπήρξαν δύο κύριες επιλογές σε σχέση με την διαχείριση της κρίσης. Από τη μια πλευρά ορισμένες χώρες επέλεξαν να υιοθετήσουν ήπια μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων και της συναναστροφής των ατόμων. Στον αντίποδα τα περισσότερα κράτη έλαβαν αποφάσεις καθολικής απαγόρευσης και περιορισμών ως προς την δυνατότητα μετακίνησης των πολιτών. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τροφοδότησαν μια μεγάλη συζήτηση στις ευρωπαϊκές δεξαμενές παραγωγής πολιτικής για το ποια εν τέλει κατεύθυνση είναι δυνατόν να αποδίδει θετικότερα αποτελέσματα σε επίπεδο ασφάλειας των πολιτών, οικονομικής λειτουργίας των κρατών, αλλά και σε συνάφεια προς το εάν, κατά πόσον, και σε ποιο βαθμό, τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από τα διαφορά κράτη έχουν ως αποτέλεσμα να καταπατώνται δικαιώματα και ελευθερίες των Ευρωπαίων πολιτών.

Οι συζητήσεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας και των ευρύτερων οικονομικών της επιπτώσεων εκδήλωσαν ρήγματα μεταξύ των κρατών – μελών της βόρειας και της νότιας Ευρώπης [19]. Εννέα χώρες της ΕΕ (η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Σλοβενία και το Λουξεμβούργο) υποστήριξαν την θέση περί των λεγομένων «κορωνο-ομολόγων» (ένα είδος ευρωομολόγου), ως μέσο στήριξης των χωρών τους, ούτως ώστε να ανακάμψουν από την εν εξελίξει κρίση. Η επιστολή [20] τους ανέφερε: «Η υπόθεση για ένα τόσο κοινό εργαλείο είναι ισχυρή, καθόσον όλοι αντιμετωπίζουμε ένα συμμετρικό εξωτερικό σοκ, για το οποίο καμία χώρες δεν φέρει ευθύνη, αλλά του οποίου οι αρνητικές συνέπειες αντιμετωπίζονται από όλες» [21]. Χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Φινλανδία και οι Κάτω Χώρες προέβαλαν ενστάσεις στην έκδοση κοινού ομολόγου. Αντ’ αυτού, εξέφρασαν την θέση περί δανείων [22] από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) [23]. Εκτενείς αναφορές επί των κορονο-ομολόγων έλαβαν χώρα στις 26 Μαρτίου 2020 σε σύνοδο του Eurogroup [24] [25]. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Charles Michel, και η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Christine Lagarde, κάλεσαν την ΕΕ να εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης κοινών χρεών [26].

Τέλος, η ΕΕ προέβη σε δωρεές υλικού, παροχή ιατρικού προσωπικού, αλλά και άλλων μέτρων, αρχικά προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά και αργότερα προς πολλαπλούς δέκτες ανά την υφήλιο. Αξίζει, όμως, να αναφερθεί πως μεγάλη συζήτηση δημιουργήθηκε μετά την δημοσιοποίηση επιστολής δεκαέξι κρατών -μελών της ΕΕ, η οποία ανέφερε πως ορισμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης που υιοθετήθηκαν από χώρες κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τις αρχές του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο ανακοίνωσαν ότι «υποστηρίζουν την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παρακολούθηση των έκτακτων μέτρων και της εφαρμογής τους για να διασφαλιστεί η τήρηση των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης» [27]. Η δήλωση δεν κατονομάζει την Ουγγαρία, αλλά εκτιμάται από ορισμένους παρατηρητές πως υπαινίσσεται τον ουγγρικό νόμο για την εξουσία της ολομέλειας της ουγγρικής κυβέρνησης που ψηφίστηκε κατά την διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού [28].

ΙΑΠΩΝΙΑ – ΝΟΤΙΟΣ ΚΟΡΕΑ: COVID-19 ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Οι σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Νότιο Κορέα εμφανίστηκαν να υφίστανται επιδείνωση ως αποτέλεσμα της πανδημίας [29]. Έπειτα από την δήλωση της Ιαπωνίας ότι θα προέβαινε σε εφαρμογή πολιτικής καραντίνας για όλους τους επιβάτες από τη Νότια Κορέα, η κυβέρνηση της Νοτίου Κορέας χαρακτήρισε την κίνηση ως «παράλογη, υπερβολική και εξαιρετικά λυπηρή», εκφράζοντας την θέση περί αλλότριων κινήτρων της Ιαπωνίας, δηλαδή «εκτός από την συγκράτηση της επιδημίας» [30]. H κατά τη Νότιο Κορέα «διφορούμενη και παθητική στάση» της Ιαπωνίας ως προς το ζήτημα αυτό, οδήγησε σε ένταση μεταξύ των δύο κρατών, ένταση, η οποία ανάγεται σε έναν ιστορικό ορίζοντα και που φαίνεται να είναι μόλις η τελευταία κίνηση σε μια διαχρονική διαμάχη μεταξύ του Τόκιο και της Σεούλ.

ΡΩΣΙΑ – ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ: ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ

Σε απάντηση στην δραματική μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου λόγω της πανδημίας, η Σαουδική Αραβία, τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, επεχείρησε μια κατευθυνόμενη παγκόσμια μείωση της παραγωγής πετρελαίου [31]. Ωστόσο, όταν η Ρωσία αρνήθηκε να μειώσει την παραγωγή πετρελαίου, η Σαουδική Αραβία εκκίνησε μια εκστρατεία υπερβάλλοντος ζήλου αναφορικά προς την μείωση στις τιμές του πετρελαίου τον Μάρτιο. Αυτή η οικονομική σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα μια κατακόρυφη πτώση της τιμής του πετρελαίου την Άνοιξη του 2020, με την τιμή του πετρελαίου να καθίσταται πλέον αρνητική στις 20 Απριλίου [32].

Εδώ προκύπτει ένα επιπλέον ζήτημα. Δεδομένου του γεγονότος πως η παραγωγή πετρελαίου είναι ανελαστική και δεν δύναται να σταματήσει στον απόλυτο βαθμό, δηλαδή να τερματιστεί συνολικά, αλλά ακόμη και το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο παραγωγής παράγει πολύ μεγαλύτερη προσφορά από την ζήτηση, σε μια τέτοια, λοιπόν, περίπτωση η βιομηχανία πετρελαίου αντιμετωπίζει έναν πραγματικό σκόπελο. Αυτός έγκειται στο ότι επί της ουσίας δεν υφίσταται ο χώρος αποθήκευσης του πετρελαίου. Το γεγονός αυτό, οδηγεί τις χώρες-παραγωγούς ακόμη και στο να καταβάλλουν χρηματικά ποσά, προκειμένου να εξάγουν πετρέλαιο, έτσι ώστε να μην επιβαρύνονται με το κόστος της εκ των πραγμάτων δαπανηρής αποθήκευσής του [33].

ΣΕΡΒΙΑ: Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Το Βελιγράδι αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση πρόσληψης της βοήθειας που απεστάλη από την Κίνα, καθώς η αποστολή από το Πεκίνο εκρίθη τόσο επαρκής που ανήχθη η χώρα αποστολής του ιατροφαρμακευτικού υλικού σε, τρόπον τινά, σωτήρα [34]. Παράλληλα, αναπτύχθηκε μια παράσταση δεσμών των δύο χωρών που εκφράζονται, όχι μόνο ως ισχυρή φιλία, αλλά και ως αδελφικές σχέσεις, τέτοιες που αναφέρονται σε ένα κοινό πεπρωμένο [35]. Στον αντίποδα, η μη έγκαιρη αντίδραση της ΕΕ, κατά την εκτίμηση του Βελιγραδίου, προεβλήθη ως ανεπάρκεια, και εν τέλει σημαντικό πρόβλημα [36], όπου αυτή η θέση συνεπικουρήθηκε από δηλώσεις περί μη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Σημειώνεται ειδικότερα πως το υπόβαθρο της σχέσης των δύο χωρών, δηλαδή Σερβίας και Κίνας δεν είναι τυχαίο, ούτε και πρόσκαιρο, αλλά εξετάζοντάς το σε μια ιστορική διαδρομή της τελευταίας δεκαετίας μπορεί να γίνει αντιληπτό πως συνδέεται και με άλλα ζητήματα, όπως την στάση που τηρεί η Κίνα έναντι της μη αναγνώρισης του Κοσόβου, στάση της οποίας το βάρος αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα δεδομένης της θέσης της Κίνας στο Συμβούλιο Ασφαλείας ως μόνιμο μέλος.

Σε άλλες περιπτώσεις η Κίνα προσελήφθη ως «καλός Σαμαρίτης» [37]. Η ως άνω σύντομη σκιαγράφηση καταδεικνύει πως η ανταπόκριση σε αυτήν την κρίση είναι ικανή να επιταχύνει τις διμερείς σχέσεις μεταξύ χωρών που έλαβαν ιατροφαρμακευτικό υλικό με την χώρα αποστολέα, εν προκειμένω με την Κίνα. Αυτό εντοπίζεται στις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, της Ιταλίας, της Ουγγαρίας και της Σερβίας. Στην τελευταία δε περίπτωση σε συνέχεια των ως άνω τεκταινομένων στην εικόνα ανταπόκρισης προσετέθησαν εγγενείς αδυναμίες, κενό ισχύος και ολιγωρία ως προς συγκεκριμένες και απτές δράσεις της ΕΕ προς το Βελιγράδι [38].

ΒΙΕΤΝΑΜ: ΕΝΑΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ ΔΡΩΝ

Το Βιετνάμ προσέφερε σημαντική βοήθεια σε διάφορα κράτη, ενέργειες οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης οπτικής διπλωματίας εν μέσω Covid-19 [39]. Ενδιαφέρον στην περίπτωση αυτή παρουσιάζει και το γεγονός πως για πέντε εξ αυτών είχε προηγηθεί διαπραγμάτευση για την σύναψη στρατηγικών συμφωνιών [40]. Πέραν τούτου, οι δωρεές του εκτείνονται και συμπεριλαμβάνουν την Ιταλία [41], την Γαλλία, την Ισπανία, την Ρωσία [42], τις ΗΠΑ, την Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ιατρικές υπηρεσίες δόθηκαν στο Λάος και στην Καμπότζη, χώρες οι οποίες συνορεύουν με το Βιετνάμ. Η στρατηγική στόχευση ενός τέτοιου εγχειρήματος προσδιορίζεται, δεδομένου και του μειωμένου αριθμού κρουσμάτων που υφίστανται στην χώρα, στην προβολή του ως εκείνου του κράτους που λαμβάνει προληπτικά μέτρα και καθιστά τον εαυτό του σημαντικό δρώντα δραστηριοποιούμενο πολυεπίπεδα και αναπτύσσοντας εξωστρέφεια σε κρίσιμες στιγμές, χωρίς να επηρεάζεται αρνητικά σε διεθνές επίπεδο, αλλά και σε εσωτερικό πλαίσιο [43]. Σε αυτό το σχήμα προσέφερε βοήθεια στις γειτονικές χώρες, όπως την Καμπότζη και το Λάος, αλλά και στην Ιταλία [44].

29102020-2.jpg

Ένας δωρητής μεταφέρει σακούλες ρυζιού για να συνεισφέρει σε φτωχούς ανθρώπους κατά την διάρκεια της επιδημίας της νόσου COVID-19 στο Ανόι, στο Βιετνάμ, στις 16 Απριλίου 2020. REUTERS/Kham
——————————————————–

Εκ των πραγμάτων προβάλλεται δι’ αυτών μια εικόνα γενναιοδωρίας, η οποία πρέπει να αναγνωστεί εκ παραλλήλως προς την κριτική που υφίσταται η διαχείριση της κρίσης από το Πεκίνο, αλλά και των δυνητικών ευκαιριών που θα μπορούσαν να διανοίγονται σε περιπτώσεις μετεγκατάστασης παραγωγικών δομών από την μία χώρα στην άλλη [45]. Στο ίδιο πλαίσιο η δημιουργία θετικής εικόνας θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα θετικό πρώτο βήμα για την πρόσληψη και υποστήριξη από την παγκόσμια κοινότητα ζητημάτων μεταξύ των δύο χωρών, όπως είναι η διαμάχη στην Νότια Σινική Θάλασσα [46]. Συνεπώς, η στάση έναντι της πανδημίας σε μια καλειδοσκοπική αντίληψη είναι τέτοια που να περιλαμβάνει την δημιουργία νέων φιλικών προς το Ανόι δρώντων ή και τον επαναπροσδιορισμό άλλων ήδη υπαρχουσών σχέσεων.

ΗΠΑ: ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Ορισμένες εκ των πολιτικών διαχείρισης της πανδημίας από την Ουάσιγκτον έδωσαν αφορμή σε κάποια κράτη να εκφράσουν δημοσίως θέσεις περί πιθανής εκτροπής προς τις ΗΠΑ αποστολών ζωτικών προμηθειών που προορίζονται για άλλες χώρες [47]. Ειδικότερα, Γάλλοι αξιωματούχοι υποστήριξαν πως ένεκα αμερικανικών παρεμβάσεων διεκόπη η παράδοση προστατευτικών μασκών προσώπου, οι οποίες αγοράστηκαν την τελευταία στιγμή από τις ΗΠΑ. Ο Justin Trudeau, ο πρωθυπουργός του Καναδά, ζήτησε από τον Bill Blair, υπουργό Δημόσιας Ασφάλειας του Καναδά και τον Marc Garneau, υπουργό Μεταφορών, να διερευνήσουν ισχυρισμούς ότι ιατρικός εξοπλισμός που προορίζονταν αρχικά για τον Καναδά παρέμεινε εν τέλει στις Ηνωμένες Πολιτείες [48]. Ο Γερμανός πολιτικός, Andreas Geisel, κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για διάπραξη «σύγχρονης πειρατείας» [49] μετά από αναφορές ότι 200.000 μάσκες N95, που προορίζονταν για την γερμανική αστυνομία, κατά τη μεταφορά, δηλαδή εν μέσω της διαδρομής μεταξύ αεροπλάνων εξετράπησαν στην Ταϊλάνδη και εν τέλει κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες [50]. Αργότερα, τροποποίησε την δήλωσή του και διευκρίνισε πως εκείνες οι παραγγελίες μάσκας, που έλαβαν χώρα προς την ίδια εταιρεία παραγωγής μασκών μέσω μιας γερμανικής εταιρείας είναι που αγνοούνται [51], και ότι τα ζητήματα της αλυσίδας εφοδιασμού τίθενται υπό εξέταση [52]. Εκ του ως άνω σκηνικού καταγράφονται και άλλης υφής πτυχές εν μέσω κρίσεων, που παραπέμπουν και στην διασπορά ειδήσεων, μέρος των οποίων ή και το σύνολο είναι δυνατόν να στερούνται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αντικειμενικότητας.

Στις 2 Απριλίου 2020, ο πρόεδρος Τραμπ επικαλέστηκε έναν νόμο του 1950, για να σταματήσει τις εξαγωγές μασκών που παράγονται από την εταιρία 3Μ, στον Καναδά και την Λατινική Αμερική [53]. Ο πρωθυπουργός του Καναδά δήλωσε ότι θα ήταν λάθος και για τις δύο χώρες τους να περιορίσουν το εμπόριο βασικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών προμηθειών και υπηρεσιών επαγγελματιών, και παρατήρησε ότι αυτό κινείται προς δύο κατευθύνσεις [54]. Η καναδική κυβέρνηση στράφηκε προς την Κίνα και σε άλλα μέρη για κρίσιμες ιατρικές προμήθειες, ενώ επεδίωξε και εποικοδομητική συζήτηση για το ζήτημα με την κυβέρνηση Τραμπ [55]. Επίσης, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε την Ινδία για αντίποινα εάν η ινδική κυβέρνηση δεν επιτρέψει την αποστολή του φαρμάκου υδροξυχλωροκίνης στις ΗΠΑ [56]. Μετά από αυτό, η Ινδία ήρε την προσωρινή απαγόρευση εξαγωγής, ανοίγοντας το δρόμο για προμήθειά του από τις Ηνωμένες Πολιτείες [57].

ΚΙΝΑ: ΡΗΤΟΡΙΚΗ, ΜΑΧΗ ΑΦΗΓΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΙΣΙΩΣΗ

Αρχικώς, με δεδομένο πως ο ιός εμφανίστηκε στην Κίνα, αναπτύχθηκαν διάφορες τάσεις και αντιδράσεις σε επίπεδο ρητορικής πλαισίωσης. Ήδη από την φάση της επιδημίας, υποστηρίχθηκε πως το Κομουνιστικό Κόμμα επιχείρησε να συγκαλύψει την εκδήλωση του ιού, ιδιαιτέρως να περιορίσει άτομα, τα οποία εξέφρασαν δημόσια επιφυλάξεις αναφορικά προς τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει αυτός ο ιός [58] και δη σε παγκόσμιο επίπεδο [59]. Πέραν τούτων, δημοσιεύματα εξέφρασαν την θέση περί προσπάθειας αποσιώπησης ιατρικού προσωπικού αναφορικά προς τα πραγματικά χαρακτηριστικά του κορωνοϊού [60]. Αυτό ευθέως παρέπεμπε στον τρόπο διακυβέρνησης της Κίνας, ο οποίος είναι σαφώς διαφοροποιημένος από την αντίληψη περί Δυτικής δημοκρατικά διαρθρωμένης κρατικής οργάνωσης.

Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Trump υποστήριξε πως σε αρχική φάση η κινεζική κυβέρνηση δεν μοιράστηκε τις πληροφορίες που έλαβε με τις υπόλοιπες χώρες, όπως επίσης και καλλιέργησε προς την διεθνή κοινή γνώμη μια παράσταση συνωμοσιολογικής προοπτικής, που αφορούσε στον ρόλο των ΗΠΑ στην διασπορά του ιού μέσω αποστολής στην Κίνα αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού. Πέραν τούτου, ο πρόεδρος Trump υπογράμμισε με διάφορους τρόπους πως αυτός ο ιός είναι «κινεζικός» ή κατά τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Mike Pompeo εκλαμβάνεται ως «ιός της Wuhan» [61]. Τούτο αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα. Αφενός ως μια διαρκής υπενθύμιση σε σχέση με την πόλη όπου πρωτοεκδηλώθηκε. Αφετέρου ως στοιχείο μιας διαδικασίας απόδοσης και επίρριψης ευθυνών, δηλαδή στο γεγονός πως η Κίνα πρέπει να θεωρείται ως η χώρα εκείνη που έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης [62] για την παγκόσμια, κατακλυσμιαίων ανακατατάξεων συνθήκη.

Καθίσταται ευκρινές πως διαμορφώνεται μια «μάχη» αφηγημάτων, παράλληλα προς τις πολιτικές ανθρωπιστικού χαρακτήρα του Πεκίνου, οι οποίες, ανεξαρτήτως απώτερων κινήτρων, ενισχύουν την επιρροή και την αξιοπιστία της Κίνας. Η ιδιότυπη αυτή κατάσταση, κατά τον Josep Borell, ύπατο εκπρόσωπο της ΕΕ, στην δήλωσή του της 24ης Μαρτίου εγγενώς διατηρεί και στοιχεία γεωπολιτικής, δηλαδή αποτυπώνει μια μάχη επιρροής, η οποία παρουσιάζεται εν τοις πράγμασι ως «πολιτική της γενναιοδωρίας» [63].

Αυτή η πολιτική, δηλαδή η κατασκευή αφηγημάτων, συχνά με ηγεμονικό πρόσημο, είτε οικοδομείται εκ θεμελίων, είτε επιτείνεται, είτε επιταχύνεται, είτε χρησιμοποιείται ως μέσο, προκειμένου να αποσιωπηθεί μια προϋπάρχουσα εικόνα και να εμπεδωθεί μια καινούρια, της οποίας τα προσδιοριστικά στοιχεία και η αναπλαισίωση είναι τέτοια που επιτρέπει εκ παραλλήλου «την νομιμοποίηση συγκεκριμένων προσπαθειών και την διασφάλιση της επιβίωσης ενός συγκεκριμένου διεθνούς συστήματος» [64]. Με άλλες αναφορές, η διπλωματία της μάσκας θα ήταν δυνατόν, εν τέλει, να μεταβάλει και δη ταχέως, το πρόσημο από αρνητικό σε θετικό για έναν κρατικό δρώντα, κατά τρόπο που να περιγράφεται και διά της συνθήκης «από παρία σε ήρωα» [65].

29102020-3.jpg

Ο πρέσβυς της Κίνας στην Βενεζουέλα, Li Baorong, ο αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας, Delcy Rodriguez, και ο υπουργός Άμυνας της Βενεζουέλας, Vladimir Padrino, κατά την άφιξη ανθρωπιστικής βοήθειας από την Κίνα, στο διεθνές αεροδρόμιο Simon Bolivar εν μέσω της εθνικής καραντίνας λόγω της νόσου COVID-19, στο Καράκας, στην Βενεζουέλα, στις 28 Μαρτίου 2020. REUTERS/Manaure Quintero
————————————————————

Πέραν τούτου, στην εικόνα της Κίνας προσετέθησαν διάφορα χαρακτηριστικά άμεσα συσχετιζόμενα με τις ευρύτερες εξελίξεις. Αυτά ήταν η αποστολή εκατομμυρίων μασκών στην Ευρώπη, ιατρικού προσωπικού και ειδικών στον τομέα της υγείας και δωρεές κινεζικών εταιρειών προς διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Τούτο κρίθηκε πως θα μπορούσε να εντάσσεται στο περιεχόμενο αυτού που αναφέρεται ως Δρόμος του Μεταξιού σε σχέση με την υγεία ή αγγλιστί «health silk road» [66].

Υπ’ αυτή την οπτική, οι ως άνω κινήσεις αναπόδραστα θα μπορούσαν να αναγνωσθούν και ως προσπάθεια οικοδόμησης πολιτικών δεσμών και απομείωσης της κριτικής που ήδη το Πεκίνο υφίσταται ένεκα της ευρύτερης παγκόσμιας ιδιάζουσας συνθήκης [67]. Μεταξύ των χωρών στις οποίες απεστάλη εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, έλαβαν ιατροφαρμακευτικό υλικό ή άλλης φύσεως συνδρομή από την Κίνα στο πλαίσιο της πανδημίας συγκαταλέγονται ενδεικτικά η Ιταλία [68], η Σερβία [69], η Νότια Κορέα [70], η Ελλάδα [71], η Αυστρία [72], η Ουκρανία [73], η Ινδονησία [74], η Μαλαισία [75], οι Φιλιππίνες [76], η Ιαπωνία [77], η Καμπότζη [78], το Ιράκ [79], το Περού [80], το Πακιστάν [81], το Ιράν [82], η Ισπανία [83], 18 αφρικανικές χώρες [84], όπως το Μπένιν, η Μπουργκίνα Φάσο κ.α. Στην Ολλανδία, την Ισπανία, την Τσεχία, την Τουρκία, έγινε αναφορά πως υλικό που απεστάλη ήταν ελαττωματικό, προκαλώντας δυνητικά περισσότερη βλάβη, παρά συμβάλλοντας στην διαδικασία μη διασποράς.

Εντάσσοντας την πολιτική της Κίνας και στο πλαίσιο της ήπιας ισχύος και της διαμόρφωσης ενός συγκεκριμένου αφηγήματος, δηλαδή μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στο να κερδίσει εν τέλει τις καρδιές και το μυαλό των ανθρώπων, η Κίνα δώρισε 20 εκατομμύρια δολάρια τον Μάρτιο και επιπροσθέτως 30 εκατομμύρια δολάρια τον Απρίλιο στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας [85], αναπνευστήρες, μάσκες, γάντια, στολές, διαγνωστικά τεστ, ενώ εμπειρογνώμονες εστάλησαν σε διάφορες χώρες. Επίσης, έλαβαν χώρα συναντήσεις εκπροσώπων διαφόρων χωρών και προωθήθηκε η ανταλλαγή καλών πρακτικών [86]. Αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως προσφορά βοήθειας σε χώρες, που υποφέρουν από τον ιό, αφήνοντας τα σφάλματα του παρελθόντος να ανήκουν στο παρελθόν [87] ή πως παρά την κριτική που υφίσταται το Πεκίνο ένεκα αρχικών αιτιάσεων για πλημμελή διαχείριση της κρίσης και κατηγορίες συγκάλυψης, η Κίνα συνιστά μια χώρα, της οποίας η συνδρομή προς άλλες λιγότερο προετοιμασμένες είναι σαφώς και αποδεδειγμένα σημαντική [88].

Ειδικότερα αυτή η ιδιότυπη «διπλωματία της μάσκας» στην περίπτωση Κίνας – Ιαπωνίας, όπου η Κίνα δώρισε μάσκες, τεστ και προστατευτικό εξοπλισμό στην Ιαπωνία, παραπέμπει και σε μια έστω και επιφανειακή προσέγγιση των δύο χωρών, η οποία θα μπορούσε να αντανακλάται και σε επίπεδο διμερών σχέσεων. Παρά όμως αυτές τις κινήσεις, οι παραδοσιακές διαφωνίες τους και αντικρουόμενες οπτικές, επί παραδείγματι στην Νότια Σινική Θάλασσα, δεν φαίνεται να βαίνουν μειούμενες ούτε κατ’ ελάχιστον [89].

Η Κίνα στο ίδιο πλαίσιο προσεφέρθη να συμβάλει εν είδει προμήθειας υλικού προς τις ΗΠΑ [90], κίνηση, η οποία αν και θα μπορούσε να συμπληρώνει μια, τρόπον τινά, προπαγανδιστική τακτική, παραμένει, παρά ταύτα καλοδεχούμενη, όπως σχετικώς ανέφερε ο Peter Navarro, υψηλόβαθμο στέλεχος του εμπορικού τομέα της κυβέρνησης Trump. «Εάν η Κίνα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα διαθέτει κάποιες μάσκες, γάντια ή άλλα προϊόντα, που χρειαζόμαστε για τον αμερικανικό λαό, θα τα υποδεχθούμε με ανοικτές αγκάλες».

Σε ένα άλλο επίπεδο, το οποίο όμως εκφράζεται ως βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα διασυνδεόμενο με την αρχική αντίδραση της Κίνας ως προσπάθεια να μεταφέρει τα διδάγματα και τα μαθήματα επιτυχίας διαχείρισης της κρίσης [91] , εντάσσεται και ο προσδιορισμός αυτού που αναφέρεται ως «Belt and Road Initiative». Ο σχεδιασμός αυτός, ομολογουμένως μεγάλου βεληνεκούς, αποσκοπεί στο να αναπτύξει τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Κίνας και των άλλων χωρών, να οικοδομήσει εγκαταστάσεις, όπως λιμένες και χώρους μεταφοράς κ.ά.

Συμπερασματικά, κατά την παγκόσμια αυτή κρίση παρατηρείται πως η Κίνα αναπτύσσει ρόλο ενός δυνητικού παγκόσμιου δρώντα, ο οποίος έστω και παροδικά λαμβάνει τα ηνία μέρους της διαχείρισης της κρίσης. Αυτό συνιστά μια διαδικασία οικοδόμησης μιας διεθνούς εικόνας. Η εικόνα αυτή βεβαία έχει και ένα εσωτερικό ακροατήριο, επί του οποίου επιχειρούνται πολιτικοί στόχοι. Αντιθέτως, η στάση των ΗΠΑ και η διεθνής εικόνα τους εκφράζεται ως εγχείρημα διαχείρισης κρουσμάτων στο εσωτερικό, το οποίο είναι εκ των πραγμάτων εξαιρετικά δυσχερές. Επιπλέον, παρατηρείται πως οι ΗΠΑ επενδύουν περισσότερο σε μια κεφαλαιοποίηση της κατάστασης, ασκώντας κριτική επί των πρακτικών, ελλείψεων ή αδυναμιών της Κίνας [92]. Παρατηρείται, συνεπώς, μεταξύ δύο σημαντικών παραγόντων της διεθνούς πολιτικής μια συνεχής συνθήκη μιας ιδιότυπης ρητορικής αντιπαράθεσης και αψιμαχίας, η οποία συγκλίνει επί της γεωπολιτικής αντίθεσης.

ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Η πανδημία αυτή, λοιπόν, αποτελεί την πρώτη του 21ου αιώνα και εκφράζεται εκ παραλλήλως ως μοναδική, αλλά και πλήττουσα το σύνολο της ανθρωπότητας. Για την διαχείρισή της, παρατηρείται πως τα περισσότερα κράτη έχουν χρησιμοποιήσει παρόμοιες τακτικές, ακολουθώντας το παράδειγμα της Κίνας και της Νότιας Κορέας. Σε αυτές τις πρακτικές αναφέρονται το κλείσιμο των συνόρων, η επιβολή καραντίνας και η διαρκής προσπάθεια εξασφάλισης ιατρικού εξοπλισμού ταχέως και ει δυνατόν σε συνεχόμενη βάση, ένεκα και των αυξανόμενων αναγκών.

29102020-4.jpg

Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Ρωσία, John Sullivan (δεξιά) και ο Brock Bierman, Βοηθός Διαχειριστής του Οργανισμού Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID), στέκονται δίπλα σε ένα αεροπλάνο C-17 Globemaster της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ που παρέδωσε την πρώτη παρτίδα ιατρικής βοήθειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένων 50 αναπνευστήρων, στο Διεθνές Αεροδρόμιο Vnukovo εν μέσω της επιδημίας του κορωνοϊού στη Μόσχα, στις 21 Μαΐου 2020. REUTERS/Evgenia Novozhenina
—————————————————————-

Η διαχείριση της υφιστάμενης κρίσης αποτελεί κατά τρόπο αβίαστο το προϊόν σύγκρισης μεταξύ των πολιτών για διάφορα κράτη. Αυτό παραπέμπει στο γεγονός πως το διάστημα των τελευταίων πέντε και πλέον μηνών οι πολίτες συγκρίνουν, κατά κύριο λόγο διαδικτυακά, τον χειρισμό της κρίσης από το κράτος τους με τον αντίστοιχο χειρισμό άλλων δρώντων. Επ’ αυτής της λογικής παράγεται η δυνατότητα άντλησης μιας θετικής προοπτικής εν είδει ευκαιρίας, όπου το πεδίο της διπλωματίας καθίσταται επιτακτικά αναγκαίο, όπως επίσης και ο ρόλος του εκάστοτε διπλωμάτη. Τούτο δε γιατί διά της χρήσης του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των εφαρμογών και εν γένει των μέσων μαζικής ενημέρωσης προωθείται η τεκμηρίωση επιτυχημένων προσπαθειών στη μάχη περιορισμού της διασποράς του ιού. Παράλληλα δε, η διαδικασία διαχείρισης, εφόσον είναι επιτυχής, ενισχύει εκ των πραγμάτων και την εικόνα χώρας που εφάρμοσε την καλή πρακτική, λειτουργώντας η επιτυχία και σε επίπεδο προβολής παράστασης συλλογικής νίκης και αντιστοίχως εθνικών αξιών, δηλαδή έμφασης του κράτους στον παράγοντα «άνθρωπος» πρωτίστως.

Ένα παράδειγμα είναι η Κίνα. Τον Δεκέμβριο του 2019 οι εφημερίδες ανέφεραν για πρώτη φορά έναν θανατηφόρο ιό στην Κίνα. Οι αναφορές έτειναν να απεικονίζουν την Κίνα ως αποτυχημένη να περιορίσει μια απλή «γρίπη». Στην συνέχεια, ειδησεογραφικά άρθρα την απεικόνιζαν ως καταπιεστικό κράτος, που υψώνει τείχη. Η ίδια η έκβαση των γεγονότων, όμως, παρουσιάζει, επί του παρόντος, την Κίνα επιτυχούσα στη μάχη κατά του κορωνοϊού, ενώ το ιατρικό προσωπικό της αποστέλλεται σε σοβαρά πληττόμενες περιοχές, μεταξύ άλλων στην Ιταλία και την Ισπανία. Αυτή η εικόνα ενισχύθηκε όλως ιδιαιτέρως με την αποστολή εκ μέρους του Πεκίνου ιατρικών εργαλείων και εξοπλισμού σε όλες τις ηπείρους και δη σε χώρες της ΕΕ. Ήδη, το γεγονός ότι πλείστα εκ των αναγνωρισμένων υποκειμένων διεθνούς δικαίου έχουν εφαρμόσει μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης ενισχύει την διεθνή εικόνα της χώρας εκείνης που πρώτη έπραξε με αυτόν τον ασυνήθη για τα δεδομένα του παγκοσμιοποιημένου κόσμου τρόπο, προκειμένου να περιορίσει τον ιό.

Στο ίδιο μήκος κύματος αναφορικά προς επιτυχημένες κρατικές πρακτικές, άλλα κράτη έχουν επίσης εφαρμόσει ρηξικέλευθα, πλην αποτελεσματικά μέτρα. Το Ισραήλ αντιλήφθηκε ως «κύρια αποστολή των ανά τον κόσμο διπλωματών του» τον επαναπατρισμό όσων πολιτών του βρίσκονταν οπουδήποτε στο εξωτερικό, στην Ινδία, την Λατινική Αμερική, τη Νότια Αμερική, τις ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, διά του εθνικού του αερομεταφορέα προέβη, κατά ορισμένους αναλυτές, στην «μεγαλύτερη σε χρονική διάρκεια στην ιστορία της ισραηλινής αεροναυτιλίας, πτήση» προκειμένου να επαναπατρίσει πολίτες του, που βρίσκονταν στην Αυστραλία [93]. Η Γερμανία προχώρησε κατά τρόπο συστηματικό σε θεραπεία ασθενών από την Ιταλία [94], συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στην λογική και την προσδοκία του οράματος μιας αλληλέγγυας και ενωμένης Ευρώπης. Επίσης, Κουβανοί γιατροί ταξίδεψαν στην Ευρώπη για να μοιραστούν γνώσεις και εμπειρίες με συναδέλφους τους [95].

Δεδομένης της κοινής απειλής, που είναι παγκόσμια και την οποία δεν είναι κανένα κράτος σε θέση να αντιμετωπίσει μόνο του, η ανάδειξη ιστοριών επιτυχίας, έργων εξωτερικής βοήθειας, ακόμη και τεχνολογικών καινοτομιών, καθιστά τα κράτη έτοιμα να δημιουργήσουν μια νέα εθνική εικόνα, που θα αποδειχθεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα όταν παρέλθει ο κορωνοϊός.

Μια όψη της υφιστάμενης κρίσης είναι η ψηφιακή παραπληροφόρηση. Οι θεωρίες συνωμοσίας, τα ψέματα και τα fake news διασπείρονται ψηφιακά στο εσωτερικό, αλλά και μεταξύ των κρατών, ενίοτε κατά τρόπο μεθοδευμένο. Υπογραμμίζεται πως οι θεωρίες συνωμοσίας ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσης, καθώς πολλοί άνθρωποι τις χρησιμοποιούν ως γνωστικούς φακούς για να κατανοήσουν τι συμβαίνει, ειδικά όταν οι επίσημες πληροφορίες λείπουν ή δεν τις εμπιστεύονται. Ο ρόλος των fake news κατά τη διάρκεια μιας κρίσης είναι εξορισμού τοξικός, καθώς ενισχύουν το άγχος του κοινού, διατηρούν στο επίκεντρο της προσοχής ένα παίγνιο επίρριψης ευθυνών, τροφοδοτούν τον διαδικτυακό εκφοβισμό και μεταβάλλουν την διαχείριση της κρίσης σε ένα έτι περαιτέρω δυσχερές έργο [96]. Ως μέσο περιορισμού της τοξικότητας που διέπει εγγενώς την διαμόρφωση ψευδών ειδήσεων, ορισμένες από τις πλατφόρμες κοινωνικών μέσων ενημέρωσης έχουν θεσπίσει τα δικά τους κέντρα πληροφόρησης για να εκπαιδεύσουν το κοινό σχετικά με την κρίση ή για να αποδυναμώσουν την επιρροή της παραπληροφόρησης. Η αποτελεσματικότητά τους, όμως, παραμένει αβέβαιη, ειδικά σε περιπτώσεις, όπου η παραπληροφόρηση διαδίδεται ή εκφράζεται από επιδραστικά μέσα ή πολιτικούς παράγοντες.

Ενίοτε δε, η διάδοση ειδήσεων που στερούνται σαφούς βάσεως θα πρέπει να ιδωθεί ακόμη και ως σκόπιμη ενέργεια, εντασσόμενη σε κρατικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς. Οι δε θεωρίες συνωμοσίας, που αναπτύσσονται λειτουργούν ως εργαλεία διαβρωτικά της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την κυβέρνησή τους, απομειώνουν την πίστη στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και δημιουργούν ή και εντείνουν το αίσθημα καχυποψίας και φόβου προς άλλα έθνη ή κράτη.

Εν κατακλείδι, παρατηρείται πως η πανδημία εκφράζεται και ως ένα είδος ελέγχου της ικανότητας των κρατών να προσφέρουν έγκαιρη και αποτελεσματική βοήθεια στους πολίτες τους που διαβιούν εντός της επικράτειας της χώρας ή και στο εξωτερικό, να προστατεύουν την εθνική εικόνα των χωρών τους, ιδιαιτέρως κατά την φάση της κλιμάκωσης της κρίσης και να αντισταθμίσουν την ψηφιακή παραπληροφόρηση που διαδόθηκε από ένα ανήσυχο κοινό ή από άλλους παράγοντες, εξυπηρετούντες ιδιοτελή συμφέροντα. Ταυτόχρονα, έχει καταδείξει την ανάγκη των κρατών, με το πέρας της πανδημίας ή έστω την υποχώρηση του αριθμού των κρουσμάτων σε διαχειρίσιμα επίπεδα, να εκπαιδεύσουν τον εαυτό τους στην ψηφιακή λογική «εκτός του κουτιού» σε πολλαπλάσια του παρελθόντος επίπεδα.

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η πανδημία αυτή, ούσα η πρώτη του 21ου αιώνα, έπληξε την ανθρωπότητα κατά τρόπο οριζόντιο. Η κρίση που εκδηλώθηκε, μάλιστα, υποχρέωσε το σύνολο σχεδόν των κρατών στην λήψη μέτρων με σκοπό τη διαχείριση της. Η συμπεριφορά των περισσότερων εξ αυτών υιοθέτησε παρόμοιας κλίμακας πρακτικές με εκείνες που παρουσίασαν πρώτες η Κίνα και η Νότια Κορέα.

Καθόσον η κρίση αφορά τους κρατικούς δρώντες συνολικά, εκ των πραγμάτων δημιουργείται χώρος για διεύρυνση του πεδίου της διπλωματίας. Τούτο κρίνεται αναγκαίο διά της διακρατικής σύμπραξης και της πολυμερούς συνεργασίας, έτσι ώστε να προκύψουν βιώσιμες λύσεις. Σημαντικό στοιχείο της διαχείρισης της κατάστασης αυτής αναφέρεται στην διάδοση πληροφοριών, κυρίως μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας και του διαδικτύου, καθώς υφίσταται αυτοστιγμεί αναμετάδοση αναλύσεων και επιτυχημένων ή και ελλειμματικών κρατικών πρακτικών. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ως ορίζοντας προκειμένου ορισμένα κράτη στο πλαίσιο της ήπιας ισχύος, να πολλαπλασιάσουν την επιρροή τους και να διαμορφώσουν περιγράμματα κρατικών εικόνων ή να συνδέσουν αφηγήματα και πρακτικές εν μέσω κρίσης με ευρύτερες στοχεύσεις εξωτερικής πολιτικής.

29102020-5.jpg

Διαδηλωτές έξω από την ελληνική Βουλή ανεμίζουν ένα σκιάχτρο κατά την διάρκεια διαμαρτυρίας από ηθοποιούς και εργαζόμενους στην μουσική βιομηχανία για να ζητήσουν κρατική ενίσχυση για τον μετριασμό των οικονομικών απωλειών λόγω της επιδημίας της COVID-19, στις 7 Μαΐου 2020. REUTERS/Goran Tomasevic
—————————————————————–

Οι εικόνες συνεπικουρούνται διά των πρακτικών αποφυγής διάδοσης του κορωνοϊού, εκφράζονται ως κράτη-αρωγοί σε τρίτες χώρες μέσω παροχής υγειονομικού υλικού ή αποστολής ιατρικού προσωπικού, αλλά ακόμη και ως κράτη-νικητές απέναντι στην ασύμμετρη απειλή του ιού. Σε αυτό το σκεπτικό, η περίπτωση της κινεζικής διπλωματίας κρίνεται ως κομβική, όπου το Πεκίνο αναπτύσσει σημαντικό ρόλο διεθνώς ως εκ της προσφοράς υλικού ή αποστολής προσωπικού σε πλειάδα χωρών. Εξ αυτού γίνεται αντιληπτό πως κράτη που αυξάνουν εν μέσω πανδημίας μια τέτοιου είδους ισχύ, θα πρέπει να αναμένουν σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων στην μετά-Covid-19 εποχή.

Πέραν του κορωνοϊού αυτού καθ’ εαυτού ως μείζον ζήτημα υγείας, δηλαδή ασφάλειας των πολιτών, τα κράτη οφείλουν να αντιπαραβληθούν και με μια ακόμη απειλή. Αυτή της κατασκευής και διάδοσης ψευδών ειδήσεων. Στην περίπτωση αυτή, ειδήσεις που στερούνται ορθολογικής βάσης, τεκμηρίωσης ή και σοβαρότητας διαδίδονται από μάζες ή και μεμονωμένα άτομα. Τοιουτοτρόπως, όσο αυξάνεται η δυναμική των στρεβλωμένων ειδήσεων, εξίσου αυξάνεται η ξενοφοβία, η καχυποψία και εν τέλει επωφελείται η διάβρωση και ρήξη των σχέσεων μεταξύ κρατών. Την ίδια στιγμή, όμως, αναδεικνύεται η ανάγκη των σύγχρονων κρατών να λειτουργήσουν σε νέα πλαίσια λογικής, και να εισαχθούν ακόμη περισσότερο στην ψηφιακή εποχή.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η ΜΕΡΣΙΛΕΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ είναι Επισκέπτρια Λέκτορας στο Τμήμα Ιστορίας, Πολιτικών και Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία του Παντείου Πανεπιστημίου.

*Ο ΜΗΝΑΣ ΛΥΡΙΣΤΗΣ είναι κάτοχος MSc Γεωπολιτικής από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία του Παντείου Πανεπιστημίου.

Main Photo: Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Pedro Sanchez, και ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας, Mark Rutte, μιλούν δίπλα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, κατά την διάρκεια της πρώτης συνάντησης κορυφής της ΕΕ μετά το ξέσπασμα της νόσου COVID-19, στις Βρυξέλλες, στις 20 Ιουλίου 2020 . John Thys/Pool via REUTERS
———————————————————————
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας