Άμυνα Διπλωματία

Η μακριά σκιά της Xinjiang

Ο θυμός μεγαλώνει στις μουσουλμανικές χώρες για τη μεταχείριση των Ουιγούρων από την Κίνα

Nithin Coca*

Δημοσιογράφοι, ερευνητές και πρόσφυγες σκιαγραφούν μια απαίσια εικόνα μαζικών παρακολουθήσεων, αυθαίρετων συλλήψεων, καταναγκαστικής εργασίας, εκτεταμένων στρατοπέδων κράτησης, βασανιστηρίων και δολοφονιών Ουιγούρων από τις κινεζικές Αρχές.

Εδώ και χρόνια, έχουν συσσωρευτεί στοιχεία σχετικά με τις φρικαλεότητες της Κίνας εναντίον μειονοτικών ομάδων στην Xinjiang, την βορειοδυτική επαρχία που φιλοξενεί τους περισσότερους Μουσουλμάνους Ουιγούρους. Δημοσιογράφοι, ερευνητές και πρόσφυγες σκιαγραφούν μια απαίσια εικόνα μαζικών παρακολουθήσεων, αυθαίρετων συλλήψεων, καταναγκαστικής εργασίας, εκτεταμένων στρατοπέδων κράτησης, βασανιστηρίων και δολοφονιών. Η κινεζική κυβέρνηση όχι μόνο ενεπλάκη σε πολιτική και πολιτιστική καταστολή, αλλά έχει στοχοποιήσει συγκεκριμένα τη μουσουλμανική πίστη: κατέστρεψε τζαμιά, κατέσχεσε [1] Κοράνια [2], απαγόρευσε τις δίαιτες halal και τη νηστεία κατά την διάρκεια του ιερού μήνα του Ραμαζανιού.

Ωστόσο, οι χώρες και οι οντότητες που επικρίνουν τακτικά το Ισραήλ, τη Μιανμάρ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα έθνη για τις ενέργειές τους εναντίον των Μουσουλμάνων έχουν σιωπήσει σχετικά με τη μεταχείριση της Κίνας εναντίον των Ουιγούρων. Οι κυβερνήσεις των μουσουλμανικής πλειοψηφίας κρατών, Μουσουλμάνοι θρησκευτικοί ηγέτες και διεθνείς οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας, έχουν αποφύγει να επικρίνουν τη μακρά σειρά των καταχρήσεων στην Σινγιάνγκ. Ορισμένοι έχουν αποδεχτεί κινεζικά κονδύλια για την υποστήριξη έργων υποδομής και μέχρι που έχουν υπογράψει επιστολές που υποστηρίζουν την συμπεριφορά της Κίνας στην Xinjiang.

Ωστόσο, οι ομάδες της κοινωνίας των πολιτών στις μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες αισθάνονται όλο και πιο άβολα με την στάση των κυβερνήσεών τους. Ακτιβιστές οργανώνουν μποϊκοτάζ, διαμαρτυρίες, και εκστρατείες στα μέσα ενημέρωσης σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν την προσοχή στην κατάσταση των Ουιγούρων. Οι προσπάθειές τους αλλάζουν σιγά-σιγά την συμπεριφορά των κυβερνήσεών τους: οι κινεζικές επενδύσεις και η πολιτική επιρροή ενδέχεται να εμποδίζουν πολλούς ηγέτες από το να ασκούν ανοιχτή κριτική στην Κίνα, αλλά πρόσωπα της αντιπολίτευσης και αξιωματούχοι σε χαμηλότερα επίπεδα της διακυβέρνησης έχουν αρχίσει να μιλούν ως αντίδραση στην πίεση από την βάση.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΟΥΙΓΟΥΡΟΥΣ

Η αυξανόμενη οικονομική ισχύς της Κίνας έχει αγοράσει την σιωπή από πολλές πλευρές. Πολλές μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες στην Κεντρική Ασία, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή έχουν εγγραφεί στο έργο υποδομών και επενδύσεων του Πεκίνου, γνωστό ως «Belt and Road Initiative» (BRI) [3]. Ορισμένες από αυτές τις χώρες θεωρούν τώρα την Κίνα ως τον μεγαλύτερο ή δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο τους, και φοβούνται ότι θα χάσουν την πρόσβαση στην κινεζική πρωτεύουσα και στην κινεζική αγορά εάν υιοθετήσουν ειλικρινείς θέσεις για την Xinjiang. Επιπλέον, αυτές οι κυβερνήσεις μπορεί να αισθάνονται μακρινές από τα δεινά μιας κοινότητας που κάποτε ζούσε στην καρδιά των μεγαλύτερων εμπορικών οδών της Ασίας, αλλά τώρα βρίσκεται μακριά από τα πολιτικά, θρησκευτικά και οικονομικά κέντρα του μουσουλμανικού κόσμου. Οι Παλαιστίνιοι, σε αντιδιαστολή, ζουν δίπλα σε μερικούς από τους πιο ιερούς τόπους του Ισλάμ και ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν κεντρικό μέλημα των περιφερειακών κυβερνήσεων.

Ακτιβιστές -ειδικά στις μεγάλες μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες που επιτρέπουν το περισσότερο περιθώριο για τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών- πιέζουν τις κυβερνήσεις τους να καταστήσουν τους Ουιγούρους προτεραιότητα. Στη Μαλαισία, ο Ahmad Farouk Musa, διευθυντής του Islamic Renaissance Front, μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης που ευαισθητοποιεί για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται τόσο από όσο και εναντίον των Μουσουλμάνων, διοργανώνει εκδηλώσεις, απαντά στην κινεζική προπαγάνδα στα μέσα ενημέρωσης, και προσπαθεί να ωθήσει τη νέα κυβέρνηση να μιλήσει για τους Ουιγούρους. Χάρη εν μέρει στην αυξανόμενη επιρροή της και στην αποτελεσματικότητα των εκστρατειών της, η Μαλαισία άντεξε στις κινεζικές απαιτήσεις και αρνήθηκε να απελάσει τους αιτούντες άσυλο Ουιγούρους το 2019. Ο Αχμάντ επικρότησε την απόφαση της κυβέρνησής του. «Καταφέραμε να πούμε ότι δεν υπήρχε έγκυρος λόγος για να απελάσουμε τους αιτούντες άσυλο πίσω στην Κίνα, γιατί αν τους στέλναμε στην Κίνα, τους στέλναμε στην αγχόνη», μου είπε ο Αχμάντ. «Αυτό έδωσε στους Μουσουλμάνους και τους Μαλαισιανούς μια ηθική ώθηση».

Στην Ινδονησία, ο Azzam M. Izzulhaq, ένας κοινωνικός επιχειρηματίας και ιδρυτής ενός μικρού μη κερδοσκοπικού ιδρύματος, έκανε το γενναίο βήμα να ταξιδέψει στην Xinjiang το 2018, τεκμηρίωσε αυτό που είδε, και διοργανώνει εκδηλώσεις σε όλη την χώρα για να ενημερώσει τους συμπατριώτες του για τις ενέργειες της Κίνας στην επαρχία. Έχει δημιουργήσει ένα ευρύ κοινό άνω των 100.000 ανθρώπων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εμφανίστηκε στα εθνικά μέσα ενημέρωσης και άρχισε να καλεί άμεσα τους πολιτικούς -συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Joko Widodo- να μιλήσουν ενάντια στην κινεζική κακομεταχείριση.

Και στην Τουρκία, ο Kadir Akinci, ένας επιχειρηματίας που διευθύνει μια εταιρεία μηχανημάτων, έχει εγγράψει επιτυχώς δεκάδες τοπικές εταιρείες για μποϊκοτάζ των κινεζικών προϊόντων σε αλληλεγγύη προς τους Ουιγούρους, με την προσπάθειά του να λαμβάνει μεγάλη προσοχή στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Η Τουρκία έχει τη μεγαλύτερη κοινότητα των Ουιγούρων εμιγκρέδων, που εκτιμάται σε 50.000 άτομα [4], και φιλοξενεί το Παγκόσμιο Συνέδριο των Ουιγούρων, τον οργανισμό-ομπρέλα για ομάδες Ουιγούρων εκτός της Κίνας.

Αλλού, το ζήτημα των Ουιγούρων οδηγεί ακόμη και σε βίαιες αναταραχές. Στο Πακιστάν, το οποίο λαμβάνει σημαντική χρηματοδότηση από την BRI, η ριζοσπαστική ισλαμιστική ομάδα Hizb ut-Tahrir επέκρινε τον πρωθυπουργό Imran Khan και το κυβερνών κόμμα του για τους στενούς δεσμούς τους με το Πεκίνο. Μαχητές έχουν επιτεθεί σε Κινέζους υπηκόους και επιχειρήσεις, επικαλούμενοι τα εγκλήματα της Κίνας εναντίον Μουσουλμάνων στην Σινγιάνγκ.

Τα αραβόφωνα ειδησεογραφικά μέσα, όπως το New Arab και το Al Jazeera, έχουν αναφερθεί στην Xinjiang και έκτοτε τέτοια ρεπορτάζ έχουν εξαπλωθεί σε όλη τη Μέση Ανατολή και έχουν γίνει ένα καυτό θέμα συζήτησης στα κοινωνικά μέσα. Ως αποτέλεσμα, η δημόσια οργή έχει αυξηθεί. Σύμφωνα με το Uyghur Human Rights Project που εδρεύει στην Ουάσινγκτον, η καταστολή των Ουιγούρων από την Κίνα ήταν ως επί το πλείστον άγνωστη στον ισλαμικό κόσμο μόλις πριν από δύο χρόνια. Τώρα το UHRP και άλλες οργανώσεις της διασποράς των Ουιγούρων, όπως το Παγκόσμιο Συνέδριο των Ουιγούρων, λένε ότι λαμβάνουν έναν αυξανόμενο αριθμό ερωτημάτων από ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, από ανθρώπους που θέλουν να μάθουν τι μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν τους Ουιγούρους.

Ως αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής στην ευαισθητοποίηση του κοινού, ορισμένοι πολιτικοί έχουν αρχίσει να μιλούν. Στην Τουρκία, το κυβερνών κόμμα του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν σχετικά σιωπηλό μέχρι τα τέλη του 2018, όταν το αντιπολιτευόμενο Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (HDP) έθεσε το θέμα στο κοινοβούλιο. Η πίεση του HDP, μαζί με την αυξανόμενη αναταραχή από τους Τούρκους ισλαμιστές, οδήγησε το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας να εκδώσει δήλωση [5] στις αρχές του 2019 που καταδικάζει την Κίνα για «παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ουιγούρων Τούρκων και άλλων μουσουλμανικών κοινοτήτων στην Αυτόνομη Περιοχή Xinjiang Uighur». Σε απάντηση διαδηλώσεων στην Τζακάρτα στα τέλη του 2019, ο υπουργός Εξωτερικών της Ινδονησίας δημοσίευσε μια δήλωση [6] που ισχυρίζεται ότι η κυβέρνησή του «επικοινωνούσε ενεργά με την Κίνα για τα θέματα των Ουιγούρων». Η κυβέρνηση του Κατάρ έχει αποστασιοποιηθεί ήσυχα αλλά ουσιαστικά [7] από μια επιστολή που υπεγράφη από 37 έθνη -συμπεριλαμβανομένων πολλών μουσουλμανικής πλειοψηφίας- που υποστηρίζει τις πολιτικές της Κίνας στην Σινγιάνγκ .

ΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Τέτοιες δημόσιες επιθέσεις μπορεί να έχουν μικρό άμεσο αντίκτυπο στις πολιτικές των μουσουλμανικής πλειοψηφίας χωρών έναντι της Κίνας. Πολλές μουσουλμανικές χώρες, ιδίως στη Μέση Ανατολή, βλέπουν την Κίνα ως ένα απαραίτητο αντίβαρο στις Ηνωμένες Πολιτείες –σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που έβλεπαν και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αντίβαρο των αποικιακών ευρωπαϊκών δυνάμεων στις αρχές του εικοστού αιώνα. Χρόνια στρατιωτικών συμμαχιών που οδήγησαν σε μια συνεχώς επεκτεινόμενη παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, εισβολές και υπερέκταση, έχουν αφήσει πολλές κυβερνήσεις στη Μέση Ανατολή με την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας αναξιόπιστος συνεργάτης [8]. Σήμερα στρέφονται στο Πεκίνο ως την αναδυόμενη δύναμη στην περιοχή. Η Κίνα έχει δημιουργήσει οικονομικούς δεσμούς που της έχουν αποδώσει δημόσια εκτίμηση στη Μέση Ανατολή. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 50% των ανθρώπων στις χώρες της Μέσης Ανατολής είχαν ευνοϊκές απόψεις για την Κίνα [9] μεταξύ του 2005 και του 2018 (αντιθέτως, μόλις το 29% των Αμερικανών είχαν θετικές απόψεις για την Κίνα την ίδια περίοδο).

14092020-2.jpg

Διαδηλωτές καίνε μια κινεζική σημαία κοντά στο κινεζικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, στην Τουρκία, τον Ιούλιο του 2015. Osman Orsal / Reuters
———————————————————-

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η μεταχείριση της Κίνας έναντι των Ουιγούρων είναι μια ευπάθεια που μπορούν να εγείρουν οι κυβερνήσεις ή οι αντιπολιτεύσεις στις μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες σε περίπτωση μιας γεωπολιτικής φιλονικίας, εκλογών, ή μιας εμπορικής διαμάχης, για να καταστρέψουν γρήγορα και ίσως μόνιμα την εικόνα της Κίνας στους πληθυσμούς τους. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε οι χώρες της Ευρώπης, παρ’ όλα τα λάθη και τις αποτυχίες τους, έπρεπε ποτέ να απαντήσουν σε κάτι σαν μια γενοκτονική εκστρατεία εναντίον μιας εγχώριας μουσουλμανικής εθνοτικής ομάδας.

Η οργή για την Σινγιάνγκ είναι ήδη έντονη στη Νοτιοανατολική Ασία, η οποία ίσως όχι τυχαία είναι δυσαρεστημένη και με άλλες κινεζικές πολιτικές. Η Κίνα πιέζει να επεκτείνει τα έργα BRI στην Ινδονησία και τη Μαλαισία, ενώ ταυτόχρονα καταπατά τα χωρικά ύδατα και των δύο χωρών [10]. Κατά την διάρκεια των γενικών εκλογών του 2018 στη Μαλαισία, η αντιπολίτευση, στην διάρκεια της νικηφόρας καμπάνιας της, [11] κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι συνήψε συμφωνίες της BRI που ωφέλησαν δυσανάλογα την Κίνα. Μόλις ανέλαβε την εξουσία, σταμάτησε την πρακτική απέλασης των αιτούντων άσυλο Ουιγούρων στην Κίνα [12]. Η αντιπολίτευση της Ινδονησίας πραγματοποίησε διαμαρτυρίες [13] υπέρ των Ουιγούρων στα κινεζικά προξενεία σε όλη την χώρα κατά την διάρκεια της προεδρικής [προεκλογικής] εκστρατείας το 2019. Έκτοτε, η δυσπιστία για την Κίνα έχει μόνο αυξηθεί -δίνοντας τόσο στους ηγέτες όσο και στα κόμματα της αντιπολίτευσης ένα ισχυρό όπλο για να κινητοποιήσουν δυνητικά την δημόσια υποστήριξη υπέρ τους. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις του Pew Research Center, μόνο το 36% των Ινδονήσιων [14] είχαν θετική γνώμη για την Κίνα το 2019, σημειώνοντας πτώση 17 μονάδων από το προηγούμενο έτος.

Προς το παρόν, η οικονομική ισχύς της Κίνας τής δίνει το περιθώριο να καταπιέζει τους Μουσουλμάνους Ουιγούρους εγχωρίως, ενώ δημιουργεί συνεργασίες με μουσουλμανικά έθνη στο εξωτερικό. Αλλά το Πεκίνο στρίμωξε τον εαυτό του στην γωνία. Η απόδειξη της πολιτιστικής γενοκτονίας είναι συντριπτική, η καταστροφή των τζαμιών, των νεκροταφείων, των ιερών και άλλων τόπων πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί. Περισσότεροι άνθρωποι σε μουσουλμανικής πλειοψηφίας χώρες συνειδητοποιούν τις κινέζικες ενέργειες στην Xinjiang και αρχίζουν να βλέπουν την Κίνα ως αντι-μουσουλμανικό έθνος. Καθώς η επιθετική κινεζική εξωτερική πολιτική εξοργίζει το κοινό σε ορισμένες περιοχές όπως της Νοτιοανατολικής Ασίας, οι κυβερνήσεις θα αισθάνονται όλο και περισσότερο υποχρεωμένες να αντιδράσουν. Το Πεκίνο ενήργησε με αίσθημα ατιμωρησίας στην βορειοδυτική επαρχία του, αλλά οι κακοποιήσεις του εκεί θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις εξωτερικές σχέσεις του με τον μουσουλμανικό κόσμο τα επόμενα χρόνια.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο NITHIN COCA είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος που καλύπτει πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα σε ολόκληρη την Ασία.

Main Photo: Διαδηλωτές σε πορεία υπέρ των Ουιγούρων της Κίνας στην Κωνσταντινούπολη, στην Τουρκία, τον Δεκέμβριο του 2019. Umit Bektas / Reuters
——————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας