Άμυνα Διπλωματία

Η πανδημία αποκαλύπτει τους κινδύνους της άτυπης οικονομίας

Και δεν είναι μόνο οι αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν το πρόβλημα

Pascale Joassart-Marcelli*

Τα μέτρα που έλαβαν πολλές χώρες για την καταπολέμηση της πανδημίας έχουν απειλήσει τον βιοπορισμό των άτυπα εργαζομένων και τους ώθησαν περαιτέρω στην φτώχεια, την πείνα και την έλλειψη στέγης. Σε λίγες μόνο εβδομάδες, εκατομμύρια άτυπες θέσεις εργασίας έχουν χαθεί και εκατομμύρια άλλες έχουν τεθεί σε κίνδυνο.

Ο καινοφανής κορωνοϊός έχει σπείρει το χάος στην παγκόσμια οικονομία, κλείνοντας επιχειρήσεις, διακόπτοντας αλυσίδες εφοδιασμού και κάνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να χάσουν την δουλειά τους. Ωστόσο, η πανδημία ήταν ιδιαίτερα καταστροφική για τα περίπου δύο δισεκατομμύρια άτυπα εργαζομένους στον κόσμο, οι οποίοι αποτελούν χονδρικά το 60% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και συχνά κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα. Αυτοί οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, αντιμετωπίζουν μια επικείμενη οικονομική καταστροφή.

Σε αντίθεση με τους εργαζόμενους στην επίσημη οικονομία, οι οποίοι επωφελούνται από νομική και κοινωνική προστασία, οι άτυπα [ή ανεπίσημα] εργαζόμενοι κερδίζουν τα προς το ζην χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Είναι ως επί το πλείστον γυναίκες και ως επί το πλείστον αυτοαπασχολούμενοι, εργαζόμενοι σε επαγγέλματα τόσο ποικίλα όσο η πωλήσεις στον δρόμο, η οικιακή εργασία, οι μεταφορές, και η συλλογή απορριμμάτων. Μερικοί εργάζονται επίσης ως ημερομίσθιοι εργάτες εκτός μισθολογίου σε εργοστάσια, αγροκτήματα και άλλες επίσημες επιχειρήσεις που δεν επεκτείνουν τα πλήρη δικαιώματα ή την προστασία σε όλους τους υπαλλήλους τους. Τα μέτρα που έλαβαν πολλές χώρες για την καταπολέμηση της πανδημίας -συμπεριλαμβανομένων των lockdown που εφαρμόστηκαν χωρίς σημαντική βοήθεια για εκείνους των οποίων επηρεάζονται οι θέσεις εργασίας- έχουν απειλήσει τον βιοπορισμό των άτυπα εργαζομένων και τους ώθησαν περαιτέρω στην φτώχεια, την πείνα και την έλλειψη στέγης. Σε λίγες μόνο εβδομάδες, εκατομμύρια άτυπες θέσεις εργασίας [1] έχουν χαθεί και εκατομμύρια άλλες έχουν τεθεί σε κίνδυνο.

Αλλά η κρίση στην άτυπη οικονομία δεν επηρεάζει μόνο τις φτωχές χώρες -πλήττει και τις πλούσιες. Σχεδόν το ένα πέμπτο του συνόλου των εργαζομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι άτυποι και είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην απειλή για την υγεία που δημιουργεί ο νέος κορωνοϊός καθώς και στις οικονομικές συνέπειές του. Η δημοφιλής εικόνα του άτυπου Αμερικανού εργαζόμενου μπορεί τώρα να είναι εργάτης στην τεχνολογικά ενεργοποιημένη «gig economy» [στμ: οικονομία της μερικής απασχόλησης] -όπως οδηγός για την Uber ή την Lyft- αλλά η μετάβαση προς μια ευρύτερη άτυπη οικονομία ξεκίνησε υπό τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ronald Reagan. Οι κανονισμοί για τους εργοδότες χαλάρωσαν μετά το 1980, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να ξεφορτώσουν σταδιακά τα ρίσκα τους στους υπεργολάβους, τους ημερομίσθιους εργάτες, και άλλους «ευέλικτους» εργαζόμενους. Η έλλειψη προστασίας των εργαζομένων κάνει τώρα την κρίση του κορωνοϊού ιδιαίτερα οξεία στις Ηνωμένες Πολιτείες: Δεν είναι απλώς μια κρίση υγείας ή μια οικονομική κρίση, αλλά μια βαθύτερη κοινωνική κρίση που χτίζεται επί δεκαετίες.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΑΤΥΠΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο, η πανδημία έχει αποκαλύψει παγιωμένες κοινωνικές ανισότητες. Στην Ινδία, όπου πάνω από το 90% των θέσεων εργασίας είναι άτυπες, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ΔΟΕ) εκτιμά ότι περισσότεροι από 400 εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι πιθανό να βυθιστούν σε βαθιά φτώχεια (που ορίζεται ως ότι κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα) χάρη στο πανεθνικό lockdown που ανακοινώθηκε στις 24 Μαρτίου. Η ύπαρξη μεγάλων άτυπων οικονομιών σε πολλές φτωχές χώρες αυξάνει επίσης τον κίνδυνο να εξαπλωθεί η COVID-19, η ασθένεια που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό, μεταξύ των πιο ευάλωτων εργαζομένων, οι οποίοι εξαρτώνται από τα καθημερινά έσοδα και δεν μπορούν να σταματήσουν να εργάζονται. Οι άτυποι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν ήδη δυσμενείς συνθήκες υγείας, όπως κακή διατροφή, περιορισμένη πρόσβαση σε αποχέτευση και χρόνιες ασθένειες που συνδέονται με την ρύπανση της ατμόσφαιρας και των υδάτων. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άτυποι εργαζόμενοι έχουν ηγηθεί διαδηλώσεων απαιτώντας έκτακτη δημόσια βοήθεια στην Κολομβία, το Μαλάουι, την Ουγκάντα και αλλού. Ορισμένες κυβερνήσεις έχουν κάνει μικρά βήματα για να υποστηρίξουν τους άτυπους εργαζόμενους κατά την διάρκεια της κρίσης. Για παράδειγμα, στο Περού, όπου σχεδόν τα τρία τέταρτα των θέσεων εργασίας είναι άτυπες, η κυβέρνηση προσέφερε στους φτωχότερους εργαζόμενους μια εφάπαξ πληρωμή περίπου 100 δολαρίων. Αλλά πολλές χώρες έχουν κάνει ελάχιστα ή τίποτα για να βοηθήσουν αυτούς τους εργαζομένους να αντιμετωπίσουν την πανδημία.

Οι άτυποι εργαζόμενοι διατρέχουν επίσης κινδύνους στον ανεπτυγμένο κόσμο. Από την δεκαετία του 1980, οι άτυπες εργασιακές ρυθμίσεις έχουν γίνει όλο και πιο συχνές στις βιομηχανικές χώρες. Καθώς οι οικονομίες έγιναν πιο παγκοσμιοποιημένες και οι κυβερνήσεις αγκάλιασαν τον νεοφιλελευθερισμό [2], η ζήτηση για φθηνή και διαθέσιμη εργασία αυξήθηκε παράλληλα με την προσφορά ατόμων που ήταν πρόθυμα να εργαστούν άτυπα, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών και άλλων ευάλωτων ατόμων που ήταν αποκλεισμένοι από επίσημες θέσεις εργασίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κοινό κατηγόρησε την μεγάλου μεγέθους κυβέρνηση για την οικονομική αναταραχή της δεκαετίας του 1970, οδηγώντας σε δραστικές περικοπές στις δαπάνες πρόνοιας και την απορρύθμιση πολλών βιομηχανιών κατά τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες. Σε αυτό το κανονιστικό κενό, η άτυπη οικονομία αναπτύχθηκε: Όλο και περισσότερες θέσεις εργασίας στερούνται ασφάλισης απασχόλησης, κάλυψης υγειονομικής περίθαλψης, ημερών ασθενείας, συντάξεων και αποζημιώσεων απόλυσης. Με άλλα λόγια, η έλλειψη τυπικότητας αυξήθηκε μέσα από εσκεμμένες αποφάσεις εκλεγμένων αξιωματούχων για να διαλυθεί η πρόνοια, να παρακαμφθεί ή να καταργηθεί η σκληρή εργατική προστασία, να περιοριστεί η οικονομικά προσιτή στέγαση και, πιο πρόσφατα, να δοθεί προτεραιότητα στις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις έναντι των εργαζομένων, να απορριφθεί η καθολική υγειονομική περίθαλψη, και να παραμεληθεί η μεταναστευτική μεταρρύθμιση.

Το μερίδιο των Αμερικανών εργαζομένων που ασχολούνται με άτυπη εργασία έχει αυξηθεί σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Μεταξύ του 2005 και του 2015, το ποσοστό των εργαζομένων στις ΗΠΑ των οποίων οι κύριες θέσεις εργασίας ήταν άτυπες αυξήθηκε από 10% σε 16%. Μέχρι το 2018, τουλάχιστον το ένα τρίτο του ενήλικου πληθυσμού στις ΗΠΑ [3] είχε ασχοληθεί με κάποια μορφή άτυπης εργασίας, σύμφωνα με την Federal Reserve. Την ίδια χρονιά, ο ΔΟΕ (Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, International Labor Organization, ILO) υπολόγισε [4] ότι η άτυπη απασχόληση αντιπροσώπευε 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες -ή το 19% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Αυτοί οι εργαζόμενοι δεν είναι καλά εξοπλισμένοι για να αντιμετωπίσουν συνήθη προβλήματα υγείας, πόσω μάλλον μια πανδημία. Δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πάνε στην δουλειά, ακόμα κι αν είναι άρρωστοι.

Είναι επίσης σε δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό έγχρωμοι, μετανάστες και γυναίκες. Η οικονομική και φυλετική ανισότητα επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί βιώνουν την κρίση του κορωνοϊού. Τα δεδομένα από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ(DCD) [5] και από τοπικούς οργανισμούς δημόσιας υγείας δείχνουν ότι οι Αφρο-αμερικανοί και οι Λατίνοι είναι πιο πιθανό να πεθάνουν από COVID-19 από τους μη Λατίνους λευκούς, αμφισβητώντας την ιδέα ότι η ασθένεια είναι ένας «μεγάλος ισοπεδωτής» (“great leveler”). Και οι αριθμοί των θανάτων για αυτές τις ομάδες είναι πιθανότατα υποτιμημένοι, δεδομένου ότι οι ευάλωτοι μειονοτικοί πληθυσμοί συχνά στερούνται πρόσβασης σε εξετάσεις και υγειονομική περίθαλψη. Οι ειδικοί ήταν γρήγοροι στο να επισημάνουν τις ατομικές «υποκείμενες καταστάσεις» όπως η παχυσαρκία, η υψηλή αρτηριακή πίεση και ο διαβήτης ως εξήγηση για αυτές τις ανισότητες. Αλλά μεταξύ των μεγαλύτερων παραγόντων κινδύνου για την [ασθένεια] COVID-19 είναι η κοινωνική και οικονομική ανισότητα, η οποία επιδεινώθηκε από την απο-επισημοποίηση της οικονομίας.

Πολλοί άτυποι εργαζόμενοι οι οποίοι βρίσκονται σε κίνδυνο έχουν ταξινομηθεί ξαφνικά ως «ουσιώδεις», διατηρώντας την οικονομία σε λειτουργία κατά την πανδημία, παρόλο που στερούνται βασικής προστασίας της εργασίας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι σε εστιατόρια, οι αγρότες, οι φροντιστές [άλλων ανθρώπων], οι καθαριστές, και οι εργαζόμενοι στις παραδόσεις (delivery) -κανένας από τους οποίους δεν μπορεί να εργαστεί από το σπίτι του. Χάρη σε αυτή την εργασία, οι πιο τυχεροί Αμερικανοί μπορούν να κάνουν τηλεργασία με ασφάλεια χωρίς να χρειάζεται να εκτεθούν στον ιό. Αυτό που απομένει από την επίσημη οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγονται και παραδίδονται από άτυπα εργαζόμενους.

Αυτοί οι εργαζόμενοι έχουν περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και σε άλλα οφέλη που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της πανδημίας και την διατήρηση της ασφάλειας των ίδιων και των άλλων. Ακόμη και εκείνοι των οποίων η απασχόληση είναι σύμφωνα με τους τύπους τεχνική, όπως οι οδηγοί της Uber και εκείνοι που κάνουν τα ψώνια στο Instacart, αντιμετωπίζουν μια σειρά μειονεκτημάτων επειδή ταξινομούνται ως ανεξάρτητοι εργολήπτες. Πολλοί αγωνίζονται να πάρουν επιδόματα ανεργίας επειδή οι εργοδότες τους δεν καταβάλλουν ασφάλιστρα ή δεν αναφέρουν μισθολογικά στοιχεία στις κρατικές υπηρεσίες.

Παραμένει ασαφές πώς τα μεγάλα μέτρα έκτακτης ανάγκης και ανακούφισης που πέρασε το Κογκρέσο, διαθέτοντας πάνω από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια για αμειβόμενες άδειες ασθενείας, επιδόματα ανεργίας και επισιτιστική βοήθεια, θα βοηθήσουν τους άτυπα εργαζόμενους, επειδή αυτά τα μέτρα περιέχουν επαχθείς απαιτήσεις επιλεξιμότητας και σημαντικά κενά. Αλλά πιθανότατα δεν θα βοηθήσουν τα εκατομμύρια των άτυπα εργαζομένων που δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσουν τους μισθούς και τις ώρες εργασίας πριν από την πανδημία ή που δεν είναι επιλέξιμοι για κουπόνια σίτισης και άδειες ασθενείας λόγω του καθεστώτος τους ως μετανάστες. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η πανδημία έχει βαθύνει την αβεβαιότητα της ανεπίσημης εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το έχει κάνει και στην Ινδία και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Πολλοί εργαζόμενοι δεν γνωρίζουν πώς θα πληρώσουν για το επόμενο γεύμα τους, πόσω μάλλον το ενοίκιό τους, καθιστώντας πιο πιθανό ότι θα συνεχίσουν να εργάζονται ανεξάρτητα από τον κίνδυνο.

ΚΡΙΣΙΜΑ ΣΗΜΕΙΑ

Οι μεγάλες κρίσεις εκθέτουν μερικές φορές τις βασικές αιτίες των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, ενθαρρύνοντας τη μεταρρύθμιση και την αλλαγή. Η Μεγάλη Ύφεση ξεκίνησε το New Deal, το οποίο δημιούργησε τα θεμέλια μιας νέας κοινωνικής σύμβασης που σταθεροποιήθηκε περαιτέρω στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το New Deal δημιούργησε δίχτυα κοινωνικής ασφάλισης και έθεσε τις βάσεις για πιο συλλογικές διαπραγματεύσεις, διευκολύνοντας την ανάπτυξη της μεσαίας τάξης, επεκτείνοντας την κοινωνική και νομική προστασία των εργαζομένων, και επισημοποιώντας την οικονομική ασφάλεια για τους περισσότερους εργαζόμενους.

Από τη Μεγάλη Ύφεση και μετά, ωστόσο, οι επόμενες οικονομικές κρίσεις είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Έχουν επιτρέψει στους νομοθέτες να σακατέψουν τα υπάρχοντα προγράμματα πρόνοιας, να χαλαρώσουν τους κυβερνητικούς κανονισμούς, να δαιμονοποιήσουν τους μετανάστες, και να διασώσουν μεγάλες εταιρείες που συχνά βασίζονται σε άτυπους εργαζόμενους για να καλύψουν τις πιο ταπεινές δουλειές τους. Οι πέντε μεγάλες υφέσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έχουν διαβρώσει μεγάλο μέρος του διχτυού κοινωνικής ασφάλειας της χώρας, οδηγώντας πολλούς εργαζόμενους στην άτυπη οικονομία. Στην πραγματικότητα, η καθαρή αύξηση της απασχόλησης στην δεκαετία μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 2008 προέκυψε σχεδόν εξ ολοκλήρου από θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στην άτυπη οικονομία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν «κακές θέσεις εργασίας» πολύ γρηγορότερα από τις «καλές δουλειές», και ως αποτέλεσμα οι Αμερικανοί εργαζόμενοι υποφέρουν. Τα στοιχεία για την απασχόληση που διαλάλησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, πριν από την πανδημία, συγκάλυψαν το γεγονός ότι 44% των εργαζομένων, ή 53 εκατομμύρια άνθρωποι, κέρδισαν χαμηλούς μισθούς [6], όπως ορίζεται από τους ερευνητές του Brookings Institution. Πολλοί από αυτούς τους εργαζόμενους ήταν άτυποι, εργαζόμενοι χωρίς νομική και κοινωνική προστασία.

Δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Η πανδημία του κορωνοϊού φαίνεται να έχει δημιουργήσει μια αύξηση της αλληλεγγύης. Ορισμένοι οργανισμοί, όπως το Ταμείο Έκτακτης Ανάγκης Ενός Δίκαιου Μισθού (One Fair Wage Emergency Fund), το Ίδρυμα Εργαζομένων σε Εστιατόρια, η Εθνική Συμμαχία για τους Οικιακούς Εργάτες, και το Ταμείο Αρωγής Εργαζομένων Χωρίς Έγγραφα, έχουν εντείνει την προστασία των άτυπα εργαζομένων και καλύπτουν τα κενά που αφήνουν τα κυβερνητικά προγράμματα στο διάφορες πόλεις των ΗΠΑ. Αν και το έργο αυτών των οργανισμών είναι εξαιρετικά σημαντικό, δεν επαρκεί. Εάν οι Αμερικανοί θέλουν να ελαχιστοποιήσουν τις πιο ολέθριες επιπτώσεις της τρέχουσας κρίσης και να προετοιμαστούν καλύτερα για μελλοντικές κρίσεις, πρέπει να εκτείνουν το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας και να επεκτείνουν την προστασία στους άτυπα εργαζόμενους.

Οι εξαιρετικά πολιτικοποιημένες διαμαρτυρίες για τον τερματισμό των πολιτειακά επιβεβλημένων διαταγών παραμονής κατ’ οίκον στην Φλόριντα, το Μίσιγκαν, την Οκλαχόμα και άλλες πολιτείες μπορεί να είναι αχαλίνωτες και ακόμη και απερίσκεπτες, αλλά αντανακλούν τις βαθιές οικονομικές ανασφάλειες μεταξύ των Αμερικανών μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Δυστυχώς, αυτές οι διαδηλώσεις επιτίθενται σε λάθος στόχο. Δεν είναι τα lockdown που προκάλεσαν την οικονομική ανασφάλεια, αλλά η απο-επισημοποίηση της οικονομίας που συνέβη τις τελευταίες δεκαετίες. Για να οικοδομήσουν μια ισχυρότερη χώρα και μια πιο υγιή κοινωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αρχίσουν να χρησιμοποιούν τα προγράμματα ανακούφισης από τον κορωνοϊό για να απαιτήσουν και να παρέχουν μεγαλύτερη προστασία σε όλους τους εργαζόμενους, επισημοποιώντας την άτυπη οικονομία με το να αναγνωρίσουν την σημασία της.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η PASCALE JOASSART-MARCELLI είναι καθηγήτρια Γεωγραφίας και διευθύντρια του Προγράμματος Αστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο.

Photo: Ποδηλάτες delivery εργάζονται κατά την διάρκεια του lockdown λόγω κορωνοϊού, στο Μάντσεστερ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Απρίλιο του 2020. Steve Forrest / Panos Pictures / Redux
————————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Top Post