Άμυνα Διπλωματία

Η πανδημία δεν σημαίνει το τέλος των πόλεων

Οι πολεοδόμοι πρέπει να αγκαλιάσουν –όχι να φοβούνται- την αστική πυκνότητα

Jennifer Keesmaat*

Η αστική πυκνότητα δεν προκαλεί απαραίτητα υπερσυνωστισμό, εκτός εάν οι πόλεις έχουν αποτύχει στον σχεδιασμό τους. Οι ηγέτες των πόλεων μπορούν ακόμα να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να ανακτήσουν χώρο για την εξυπηρέτηση της υγείας των κατοίκων τους.

Η πανδημία του κορωνοϊού απειλεί να ανατρέψει την αστική ζωή όπως την γνωρίζουμε. Μητροπόλεις όπως η Νέα Υόρκη έχουν σταματήσει [τις δραστηριότητές τους] ενώ αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά μόλυνσης. Οι απαιτήσεις της κοινωνικής αποστασιοποίησης είναι πιο δύσκολο να τηρηθούν στις πόλεις από όσο σε μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν σε μεγαλύτερα σπίτια ή οδηγούν αυτοκίνητα. Κάποιοι κάτοικοι της πόλης έχουν φύγει ή σχεδιάζουν να φύγουν σύντομα.

Το νέο φυσιολογικό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την κουλτούρα των πυκνών αστικών κέντρων. Οι πόλεις φέρνουν κοντά τους ανθρώπους και τις δραστηριότητές τους. Στηρίζονται σε κοινόχρηστο δημόσιο χώρο και αγαθά -πάρκα, συγκοινωνία, βιβλιοθήκες, και παραλίες. Το μεγάλο αστικό σχέδιο της Βόρειας Αμερικής του περασμένου αιώνα έχει ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ανταλλάσσουν τις [ιδιωτικές] πισίνες στις πίσω αυλές με τις δημόσιες πισίνες˙ μια μακρά μετακίνηση με αυτοκίνητο με μια σύντομη με μετρό ή ποδήλατο˙ την παραχώρηση ενός ιδιωτικού κήπου για κοινόχρηστες πλατείες, πάρκα και άλλα αστικά τοπία˙ τη μοναξιά για την πρόσβαση σε θεάματα του αθλητισμού, της τέχνης, και του πολιτισμού. Ο κορωνοϊός περιπλέκει αυτούς τους συλλογικούς χώρους και δραστηριότητες, οδηγώντας ορισμένους στην πρόγνωση ότι το αστικό σχέδιο έχει φτάσει σε ένα πρόωρο τέλος: μια συντονισμένη υποχώρηση [1] από τις πόλεις της Βόρειας Αμερικής είναι επικείμενη, προβλέπουν όλο και περισσότερο τα μέσα ενημέρωσης και οι κτηματομεσίτες.

Αλλά οι νεκρολογίες είναι πρόωρες. Οι πόλεις θα παραμείνουν ζωντανά και δυναμικά κέντρα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Η πυκνότητα που υποτίθεται ότι τις έκανε ευάλωτες στην πανδημία δεν πρέπει να αποτελεί λόγο για την διάλυσή τους. Οι πολεοδόμοι πρέπει απλώς να πάρουν ένα μάθημα από αυτήν την εμπειρία και να κάνουν τις πόλεις πυκνές με τους σωστούς τρόπους: αποφεύγοντας τον υπερσυνωστισμό, ελαχιστοποιώντας την χρήση αυτοκινήτου, και χτίζοντας κοινότητες χωρίς αποκλεισμούς, με προσιτή στέγαση. Όταν η πανδημία θα έχει εξαφανιστεί, η πυκνότητα και ο καλός πολεοδομικός σχεδιασμός θα συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις μεγάλες υποσχέσεις της πόλης τον 21ο αιώνα.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ

Καθώς οι πυκνές αστικές περιοχές, όπως η Νέα Υόρκη, έχουν γίνει χοτ σποτ της COVID-19, της ασθένειας που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό, αμέτρητα άρθρα έχουν επιτιμήσει την πυκνότητα [2] ως αιτία ή παράγοντα επιδείνωσης της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης του ιού. Οι σχολιαστές έχουν φτάσει στο σημείο να προτείνουν ότι η πανδημία θα μπορούσε να θέσει τέρμα στην «άνοδο των πόλεων» και να αναγκάσει πολλούς αστικούς κατοίκους να μετακινηθούν σε μικρότερες πόλεις και προαστιακές ή αγροτικές περιοχές [3].

Αλλά η πυκνότητα από μόνη της δεν καταδικάζει τις πόλεις σε υψηλά ποσοστά μόλυνσης. Η πόλη της Νέας Υόρκης, φυσικά, είναι εξαιρετικά πυκνή σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες πόλεις των ΗΠΑ, αλλά πυκνές πόλεις αλλού στον κόσμο έχουν αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κορωνοϊό. Το Χονγκ Κονγκ, η Σεούλ, η Σιγκαπούρη και η Ταϊπέι -για να αναφέρουμε μόνο λίγες- έχουν δει πολλές λιγότερες λοιμώξεις και θανάτους. Η πόλη της Νέας Υόρκης, με πληθυσμό μητροπολιτικών περιοχών περίπου 21 εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει αναφέρει περισσότερες από 200.000 περιπτώσεις COVID-19 και περισσότερους από 20.000 θανάτους [στμ: τον Μάιο του 2020 οπότε γράφτηκε το κείμενο αυτό], ενώ η Σεούλ, η οποία έχει μητροπολιτικό πληθυσμό άνω των 25 εκατομμυρίων, έχει αναφέρει μόλις 735 κρούσματα COVID-19 και τέσσερις θανάτους [4] μέχρι τις 16 Μαΐου. Τόσο η Νέα Υόρκη όσο και η Σεούλ είναι πυκνές πόλεις, αλλά οι αποκρίσεις τους στον ιό δεν θα μπορούσαν να ήταν πιο διαφορετικές. Στη Νότια Κορέα, οι Αρχές ενήργησαν γρήγορα και αποφασιστικά για να περιορίσουν την ασθένεια. Οι Αμερικανοί ομόλογοί τους δεν το έκαναν.

Ακόμη και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πυκνότητα δεν καθορίζει πόσο άσχημα πλήττει ο ιός τις κοινότητες. Ναι, η Νέα Υόρκη έχει τον υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων ανά 100.000 άτομα από οποιαδήποτε άλλη μητροπολιτική περιοχή στην χώρα. Ωστόσο, ορισμένες από τις πολύ λιγότερο πυκνές πόλεις των ΗΠΑ, όπως οι Μπάφαλο, Ντιτρόιτ, Χάρτφορντ και Ινδιανάπολη, εμφανίζονται επίσης κοντά στην κορυφή του διαγράμματος [5]. Επιπλέον, τουλάχιστον το 40% των μεγάλων πόλεων των ΗΠΑ έχουν υψηλότερα ποσοστά αναφερόμενων κατά κεφαλήν κρουσμάτων [6] στα λιγότερο πυκνά προάστιά τους από όσο στους πυκνότερους αστικούς πυρήνες τους. Τα ποσοστά μόλυνσης σχετίζονται περισσότερο με παράγοντες όπως η ετοιμότητα της δημόσιας υγείας παρά με τον καθαρό αριθμό ατόμων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.

Για αιώνες, η λαϊκή φαντασία έχει κρατήσει τις πυκνές πόλεις να είναι καταβόθρες ασθενειών. Όμως, οι σύγχρονοι αστικοί τρόποι ζωής είναι στην πραγματικότητα συχνά πιο υγιείς από τους αντίστοιχους σε προάστια και αγροτικές πόλεις. Οι κάτοικοι των πόλεων στην Βόρεια Αμερική έχουν χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και θνησιμότητας από τα άτομα που δεν ζουν σε πόλεις. Σε σύγκριση με τους κατοίκους των προαστίων, είναι λιγότερο πιθανό να διάγουν καθιστική ζωή [7] και εξαρτώνται λιγότερο από τα αυτοκίνητα, συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια στην δουλειά ή με την δημόσια συγκοινωνία, προτιμώντας την έναντι της οδήγησης. Οι πόλεις από τον σχεδιασμό τους απαιτούν από τους κατοίκους τους να είναι σωματικά ενεργοί -και αυτή η δραστηριότητα, με την σειρά της, μειώνει τον κίνδυνο των κατοίκων από καρδιακές παθήσεις [8], αρθρίτιδα [9] και διαβήτη [10]

Είναι κατανοητό ότι ο νέος κορωνοϊός καλύπτει όλες τις συζητήσεις για την δημόσια υγεία. Όμως η μονόπλευρη εστίαση αποκρύπτει μια μεγαλύτερη εικόνα. Στην πραγματικότητα οι Αμερικανοί τείνουν να ζουν πιο μακρόχρονες, πιο υγιείς ζωές στις πόλεις. Οι αγροτικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες συνήθως αναφέρουν μικρότερη διάρκεια ζωής ως αποτέλεσμα υψηλότερων ποσοστών αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων, ορισμένων καρκίνων, του διαβήτη και της νόσου του Αλτσχάιμερ, μεταξύ άλλων παθήσεων. Το χάσμα διευρύνεται: μια έκθεση του 2019 που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Public Health [11] διαπίστωσε ότι η ανισότητα στα ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ αγροτικών και αστικών κοινοτήτων αυξήθηκε από περίπου 77 περισσότερους θανάτους ανά 100.000 ανθρώπους το 2004 σε 135 θανάτους ανά 100.000 το 2016.

Η ΚΑΛΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ

Οι μολυσματικές ασθένειες εξαπλώνονται εύκολα μεταξύ των ανθρώπων που συγκεντρώνονται σε κοντινή απόσταση. Τέτοιες συνθήκες δεν είναι, ωστόσο, το απαραίτητο υποπροϊόν της πυκνότητας των πόλεων. Η πυκνότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τον «υπερσυνωστισμό», που δεν είναι ούτε εγγενώς ούτε αποκλειστικά αστική κατάσταση. Ο υπερσυνωστισμός μπορεί να συμβεί σε όλα τα είδη περιβάλλοντος —ας πούμε, στις φυλακές, στα εργοστάσια συσκευασίας κρέατος και στα κέντρα [φροντίδας] ηλικιωμένων— ανεξάρτητα από την γεωγραφική τοποθεσία.

Εάν οι πόλεις της Βόρειας Αμερικής είναι συχνά υπερσυνωστισμένες, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν κατανείμει τον χώρο άσχημα, δίνοντας προτεραιότητα στα αυτοκίνητα έναντι των ανθρώπων. Αν και πολλές πόλεις έχουν κέντρα όπου οι κάτοικοι τείνουν να περπατούν ή να κάνουν ποδήλατο, συχνά έχουν λιγότερο πυκνές προαστιακές περιφέρειες όπου οι κάτοικοι οδηγούν. Ακόμη και η πόλη της Νέας Υόρκης, η οποία είναι γενικά πυκνότερη από τις αμερικανικές ομολόγους της, παρουσιάζει αυτή την δυναμική, με πολλές γειτονιές στο Queens, το Staten Island και άλλους εξωτερικούς δήμους να μην εξυπηρετούνται από τις δημόσιες συγκοινωνίες και να εξαρτώνται από την χρήση αυτοκινήτων. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της Βόρειας Αμερικής αγκαλιάζει εδώ και καιρό τα άκρα του «ψηλού και μεγάλου μεγέθους», στα οποία τα χαμηλής πυκνότητας προάστια των μονοκατοικιών περιβάλλουν ένα πολυώροφο κέντρο πόλης. Πάνω από το ένα τέταρτο της γης μιας τυπικής πόλης της Βόρειας Αμερικής προορίζεται για την κίνηση και το παρκάρισμα αυτοκινήτων. Πρόκειται για ένα ελαττωματικό σχέδιο, που συχνά οδηγεί σε συνωστισμό στα κέντρα της πόλης.

Οι πυκνές πόλεις δεν χρειάζεται να ζουν στα άκρα της ανύψωσης [ορόφων] και της εξάπλωσης. Μερικές από τις πιο πυκνές μητροπόλεις στην Δύση -η Βαρκελώνη και το Παρίσι έρχονται στο μυαλό- αποτελούνται κυρίως από μεσαίου ύψους κτίρια. Η πανδημία COVID-19 πρέπει να τραντάξει τις πόλεις των ΗΠΑ για να κατανείμουν πιο έξυπνα τον πολύτιμο δημόσιο χώρο. Ήδη, πολλές πόλεις έχουν δοκιμάσει σχέδια που κλείνουν δρόμους στην κυκλοφορία αυτοκινήτων [12], διευρύνουν πεζοδρόμια για να κάνουν χώρο για φυσική αποστασιοποίηση, και προσφέρουν περισσότερο χώρο στους πεζούς και τους ποδηλάτες. Αυτά τα βήματα υπογραμμίζουν το πώς η εσφαλμένη κατανομή του χώρου -όχι το καθαρό γεγονός της αστικής πυκνότητας- δημιουργεί υπερσυνωστισμό.

22092020-2.jpg

Άνθρωποι περπατούν στο Washington Square Park στη Νέα Υόρκη, τον Μάρτιο του 2020. Eduardo Munoz / Reuters
———————————————-

Όταν τα αυτοκίνητα δεν χρησιμοποιούνται, ο χώρος για τους ανθρώπους στις πόλεις είναι άφθονος. Σε πολλούς αστικούς δρόμους, για παράδειγμα, ο χώρος στάθμευσης συνήθως καταλαμβάνει λωρίδες κυκλοφορίας και στις δύο πλευρές -ακόμη και όταν υπάρχει αρκετός χώρος στάθμευσης στην γύρω περιοχή. Ο περιττός χώρος στάθμευσης θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί αμέσως ως λωρίδα ποδηλάτων ή εκτεταμένο πεζοδρόμιο. Η σωστή χρήση αυτού του χώρου κάνει όλη την διαφορά μεταξύ του υπερσυνωστισμού και της «καλής πυκνότητας» -μια [πυκνότητα] στην οποία τα κτίρια και οι δραστηριότητες συγκεντρώνονται σε σχετική εγγύτητα, υποστηρίζονται από εξαιρετικές δημόσιες συγκοινωνίες, ασφαλή πεζοδρόμια, πάρκα και ποδηλατικές διαδρομές.

Όταν μια πυκνή πόλη εξακολουθεί να ενθαρρύνει την οδήγηση, παρασύρει τους ανθρώπους σε όλο και μικρότερους δημόσιους χώρους. Οι ζώνες μόνο για πεζούς, για παράδειγμα, είναι πραγματικά αποτελεσματικοί τρόποι μεταφοράς των κατοίκων στις πόλεις, γιατί χωρίς οχήματα οι άνθρωποι δεν καταλαμβάνουν τόσο πολύ χώρο. Οι πόλεις με λιγότερη συμφόρηση θα αντιμετωπίσουν καλύτερα την απειλή μελλοντικών πανδημιών. Προσιτή στέγαση, μεγάλα πεζοδρόμια, αφθονία χώρου πάρκων, και πρόσβαση στην φύση, στα σχολεία και άλλα ιδρύματα γειτονιάς σε απόσταση βαδίσματος από τα σπίτια των κατοίκων -όλα αυτά είναι επίσης στοιχεία καλής πυκνότητας. Στον βαθμό που προωθούν συμμετοχικές, φυσικά δραστήριες κοινότητες σχετικά απελευθερωμένες από το άγχος, όλα είναι επίσης αναπόσπαστα στοιχεία της μακροπρόθεσμης καλής δημόσιας υγείας της αστικής ζωής.

ΟΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΥΣΙΩΔΕΙΣ

Η πανδημία ενέπνευσε ορισμένες πόλεις να κάνουν αλλαγές που μπορεί να οδηγήσουν σε ουσιαστικούς και διαρκείς μετασχηματισμούς. Το Μιλάνο, για παράδειγμα, έχει μετατρέψει πρώην πολυσύχναστους δρόμους σε πεζόδρομους κατά την διάρκεια της πανδημίας και τώρα ανακοίνωσε φιλόδοξα σχέδια [13] για να γίνουν αυτές οι αλλαγές μόνιμες. Αυτό θα είναι καλό όχι μόνο για την ποιότητα της ζωής της πόλης αλλά και για τις εκπομπές άνθρακα. Πριν από την πανδημία, πολλές πόλεις ήταν αποφασισμένες να βρουν πώς να μετακινούνται περισσότερα αυτοκίνητα πιο γρήγορα. Ορισμένοι θεωρούσαν τα αυτόνομα οχήματα ως πιθανή λύση στην κυκλοφοριακή συμφόρηση. Αντί γι’ αυτό η πανδημία παρότρυνε τις πόλεις να προσαρμόσουν τους δρόμους για περπάτημα και ποδηλασία -έναν πολύ φθηνότερο και συγκριτικά αποτελεσματικότερο τρόπο για να μετακινούνται περισσότεροι άνθρωποι μέσα στην πόλη.

Ο πιο αποτελεσματικός και κλιμακούμενος τρόπος μεταφοράς μεγάλων αριθμών ατόμων σε πυκνά αστικά περιβάλλοντα ήταν πάντα οι δημόσιες συγκοινωνίες και αυτά τα συστήματα παραμένουν ζωτικής σημασίας για την αστική ζωή. Πράγματι, ένα δέλεαρ των πόλεων στην Δύση είναι ότι επιτρέπουν στους κατοίκους να ζουν χωρίς το βάρος της κατοχής ενός αυτοκινήτου. Η συσσώρευση ανθρώπων δημιουργεί την κρίσιμη μάζα για την υποστήριξη της υψηλής συχνότητας συγκοινωνίας, η οποία μαζί με το περπάτημα και την ποδηλασία προσφέρει έναν προσιτό και χαμηλού άνθρακα τρόπο ζωής.

Ακμάζουσες, πυκνές πόλεις θα γίνουν αβίωτες χωρίς την δημόσια συγκοινωνία. Όμως, η πανδημία έχει διαταράξει τη μαζική συγκοινωνία σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, όπου τα ποσοστά των επιβατών σε λεωφορεία και μετρό βούλιαξαν, τόσο επειδή οι άνθρωποι έμειναν στο σπίτι τους κατά την διάρκεια του lockdown όσο και επειδή πολλοί που βγαίνουν έξω προσπαθούν να αποφύγουν τα πλήθη. Οι υπηρεσίες δημόσιας συγκοινωνίας σε πολλές πόλεις αντιμετωπίζουν την εξαιρετική διπλή κρίση της εμπιστοσύνης και της οικονομικής βιωσιμότητας. Η Αρχή των Μητροπολιτικών Μεταφορών της Νέας Υόρκης πρέπει να αντιμετωπίσει ένα έλλειμμα 8,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων [14].

Το να γίνουν οι πόλεις πιο βατές και πιο ποδηλατικές θα τις κάνει επίσης πιο ανθεκτικές, αλλά θα και πάλι θα χρειάζονται την δημόσια συγκοινωνία. Αφού περάσει η πανδημία, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να πραγματοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις σε αυτά τα συστήματα εάν θέλουν να ανακτήσουν την επιβατική κίνηση και να ανακάμψουν από τις απώλειές τους. Η προσθήκη νέων διαδρομών -συμπεριλαμβανομένων των «διαδρομών ανακούφισης» (“relief routes”) για τη μείωση του υπερσυνωστισμού στις πιο πολυσύχναστες γραμμές- και η λήψη άλλων μέτρων για τη μείωση του υπερσυνωστισμού σε λεωφορεία, τραμ και μετρό θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επιβατών. Οι πόλεις μπορούν να λάβουν αρκετά προστατευτικά μέτρα για να κάνουν την συγκοινωνία ασφαλή και να ενθαρρύνουν τους επιβάτες να επιστρέψουν, συμπεριλαμβανομένης της πιο επιθετικής απολύμανσης λεωφορείων και τρένων, εξασφαλίζοντας τον κατάλληλο προστατευτικό εξοπλισμό για τους εργαζόμενους στις συγκοινωνίες, μη επεμβατικούς ελέγχους θερμοκρασίας των επιβατών (όπως γίνεται στην Ταϊπέι [15]), και να φορούν υποχρεωτικά οι επιβάτες μάσκες προσώπου. Αν υπήρχε ποτέ ζήτημα για την αξία των μαζικών συγκοινωνιών, η πανδημία θα πρέπει να το έχει απαντήσει: πόλεις όπως η Νέα Υόρκη εξαρτώνται από τα λεωφορεία και το μετρό για να μεταφέρουν στην δουλειά τους καθημερινά τους βασικούς τους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων των νοσοκόμων, των ταμιών και των εργαζομένων στις παραδόσεις προϊόντων (delivery people).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ, ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ

Η [αστική] πυκνότητα δεν προκαλεί απαραίτητα υπερσυνωστισμό, εκτός εάν οι πόλεις έχουν αποτύχει στον σχεδιασμό τους. Οι ηγέτες των πόλεων μπορούν ακόμα να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να ανακτήσουν χώρο για την εξυπηρέτηση της υγείας των κατοίκων τους. Η Anne Hidalgo, η δήμαρχος του Παρισιού, πρόσφατα κατέβηκε για να επανεκλεγεί με βάση την δέσμευση να μετατρέψει την γαλλική πρωτεύουσα σε μια «πόλη των 15 λεπτών», στην οποία οι κάτοικοι μπορούν να καλύψουν όλες τις ανάγκες εργασίας, αγορών και αναψυχής σε μικρή απόσταση με τα πόδια ή με το ποδήλατο. Οι πόλεις της Βόρειας Αμερικής πρέπει να ακολουθήσουν αυτό το όραμα. Με το να προσθέσουν ήπια πυκνότητα κατοικιών -για παράδειγμα, μέσω παράσπιτων (laneway housing) [16] και πολυκατοικιών χωρίς ασανσέρ (multifamily walkup apartments) σε γειτονιές που είναι επί του παρόντος κυρίως μονοκατοικίας- και με το να χαλαρώσουν τα δημοτικά καθεστώτα ζωνών που συνήθως διαχωρίζουν τις εμπορικές από τις κατοικημένες περιοχές, οι πόλεις μπορούν να γίνουν πιο ήρεμες, πιο ενδιαφέρουσες και πιο βιώσιμες. Μπορούν να γίνουν πλουσιότερες με εμπορική και πολιτιστική δραστηριότητα χωρίς να είναι υπερσυνωστισμένες. Η αναθεώρηση των περιορισμών χρήσης γης είναι απαραίτητη, ακόμη και αν το να αλλάξουν προκαλεί αντίθεση. Η επαναχάραξη ζωνών μπορεί να έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα να ενθαρρύνει τους ανθρώπους να μετακινούνται χωρίς αυτοκίνητο: σε μια «πόλη των 15 λεπτών», πολύ περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούν να περπατούν ή να κάνουν ποδήλατο για να πάρουν γάλα από το μπακάλικο ή να αφήσουν τα παιδιά τους σε ένα κοινοτικό κέντρο.

Η πανδημία έδειξε ότι οι αποφάσεις σχεδιασμού που κατανέμουν τον δημόσιο χώρο -για δρόμους, πάρκα, κτίρια και οτιδήποτε άλλο- συνδέονται άρρηκτα με την δημόσια υγεία και την ευτυχία. Οι αμερικανικές πόλεις μπορούν να συνεχίσουν να αναπτύσσονται όλο και πιο εκτεταμένες, μη βιώσιμες και ευάλωτες σε μολυσματικές ασθένειες. Ή μπορούν να προσπαθήσουν να γίνουν πιο συνδεδεμένες, πιο βιώσιμες, πιο υποστηρικτικές και λιγότερο συνωστισμένες —μοντέλα πυκνότητας που έγινε σωστά.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η JENNIFER KEESMAAT είναι διευθύνουσα σύμβουλος του Keesmaat Group, το οποίο συνεργάζεται με εταιρικούς και πολιτικούς ηγέτες για την προώθηση αλλαγών σε πόλεις σε όλο τον κόσμο. Υπηρέτησε ως Chief Planner για την Πόλη του Τορόντο από το 2012 έως το 2017.

Main Photo: Ένας πεζός διασχίζει μια σχεδόν ερημική Times Square στη Νέα Υόρκη, τον Μάιο του 2020. Stefan Falke / laif / Redux
———————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας