Άμυνα Διπλωματία

Η πειστική έκκληση από την Κεντρική Ευρώπη: Αφήστε μας να μπούμε στο ΝΑΤΟ

Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ γίνεται 20 ετών

M. E. Sarotte*

Σήμερα μιλάμε για την διεύρυνση του ΝΑΤΟ σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο των εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Αλλά αυτή η ιστορία δεν πρέπει να σκιάζει εκείνη που ανήκει στους Κεντρο-ευρωπαίους και τους Ανατολικο-ευρωπαίους, των οποίων οι εκκλήσεις τους να εισχωρήσουν στο ΝΑΤΟ είχαν πολλά να κάνουν με την ένταξη των χωρών τους στην συμμαχία το 1999.

Πριν από είκοσι χρόνια, η πρώτη μεγάλη επέκταση του ΝΑΤΟ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο πραγματοποιήθηκε σε μια απίθανη περιοχή: Στην Independence (Ανεξαρτησία), στο Μιζούρι. Η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Πολωνία εισήλθαν επίσημα στο ΝΑΤΟ σε μια τελετή στην Βιβλιοθήκη Truman που διοργάνωσε η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Madeleine Albright, πρόσφυγας κι η ίδια από την Τσεχοσλοβακία. Είχε κανονίσει η τελετή προσχώρησης να πραγματοποιηθεί στο έδαφος [της πολιτείας] του Μιζούρι για να τιμήσει τον πρόεδρο στην θητεία του οποίου είχε σχηματιστεί η συμμαχία, πενήντα χρόνια νωρίτερα. Οι υπουργοί Εξωτερικών των νέων κρατών-μελών πήγαν μια βόλτα στο Μιζούρι με το αεροπλάνο της υπουργού και, ενώ πετούσαν, ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών, Bronislaw Geremek, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του στην Albright. Της είπε ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ ήταν «το σημαντικότερο γεγονός που συνέβη στην Πολωνία από την εμφάνιση του Χριστιανισμού».

Σήμερα οι ιστορικοί αμφισβητούν έντονα το ζήτημα του πότε, ακριβώς, προέκυψε η ιδέα να περιληφθεί η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στο ΝΑΤΟ. Η συγκυρία έχει κάτι περισσότερο από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, διότι τα παράπονα της Μόσχας σχετικά με το πότε η Δύση αποφάσισε να κάνει συμμάχους από τις χώρες της περιοχής παραμένει ένα καυτό ζήτημα στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις μέχρι σήμερα. Μερικοί μελετητές απέρριψαν την ιδέα ότι το ζήτημα προέκυψε σύντομα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου στα τέλη του 1989, λέγοντας ότι αυτό συνέβη πολύ αργότερα, κατά την δεκαετία του ’90. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία -συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που ζήτησα να αποχαρακτηριστούν από την βιβλιοθήκη George HW Bush και πρόσφατα από την Προεδρική Βιβλιοθήκη Clinton [2]-δείχνουν ότι οι συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της συμμαχίας στην Κεντρική Ευρώπη ξεκίνησαν στις αρχές του 1990 μεταξύ κορυφαίων πολιτικών. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι Τσέχοι, οι Ούγγροι και πρωτίστως οι Πολωνοί αγωνίστηκαν φωναχτά για την ένταξη, ιδιαίτερα αφότου η ομάδα Κλίντον ανέλαβε καθήκοντα.

Δεδομένου ότι η συζήτηση για την επέκταση του ΝΑΤΟ επικεντρώνεται συχνά στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, αξίζει να κάνουμε μια στάση στην σημασία των ενεργειών εκείνων των χωρών και των επιθυμιών τους καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας μεταξύ του 1989 και της προσχώρησής τους. Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήθελαν να γίνουν μέλη της Δυτικής κοινότητας και των θεσμών της -αντί να υπάρχουν σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας- και να επαγρυπνούν έναντι μιας αναδυόμενης Ρωσίας. Τελικά τα κατάφεραν. Αλλά πρώτα, έπρεπε να ξεπεράσουν τους Δυτικούς δισταγμούς.

Στην πραγματικότητα, μια από τις πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές [3] για την μεταψυχροπολεμική επέκταση του ΝΑΤΟ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ήταν ένα γερμανικό σχόλιο ότι [κάτι τέτοιο] δεν έπρεπε να συμβεί. Τον Φεβρουάριο του 1990, ο υπουργός Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας, Hans-Dietrich Genscher, δήλωσε στον Βρετανό ομόλογό του ότι η Μόσχα πιθανώς θα ήθελε ως αντάλλαγμα για να επιτρέψει στην Γερμανία να ενοποιηθεί, διαβεβαιώσεις ότι η Ατλαντική Συμμαχία δεν θα κινηθεί ανατολικά, επειδή «η Σοβιετική Ένωση χρειάζεται την ασφάλεια του να γνωρίζει ότι η Ουγγαρία … δεν θα γίνει μέρος της Δυτικής Συμμαχίας». Ο Genscher ποθούσε να ενοποιήσει την χώρα καταγωγής του -ιδίως επειδή η ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα στην Ανατολική Γερμανία- και προσπαθούσε να προλάβει όλες τις πιθανές αντιρρήσεις.

Αλλά οι κυβερνήσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είχαν τις δικές τους προτεραιότητες. Αργότερα τον ίδιο μήνα, ο υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας, Gyula Horn, δημοσίως πιθανολόγησε ότι η Ουγγαρία θα προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Και σε μια συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, τον Μάρτιο του 1990, όταν ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών ανέφερε την αντίθεσή του προς τη μετακίνηση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς σε όλη την Γερμανία, βρέθηκε εντελώς μόνος, χωρίς την υποστήριξη των Κεντρο-ευρωπαίων και Ανατολικο-ευρωπαίων συναδέλφων του. Διαβάζοντας τα σημάδια, ο Σοβιετικός πρεσβευτής στην Δυτική Γερμανία διαπίστωσε ότι δεν ήταν ασφαλές να στηριχθεί στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, δεδομένου του πόσο αδύναμο ήταν. Κατά την άποψή του, η Βόννη μπορούσε ξεκάθαρα, χωρίς να ζοριστεί, να «πάρει την βοήθεια της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας» προκειμένου να «επιφέρει την κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας το συντομότερο δυνατόν».

Ως αποτέλεσμα αυτών των συζητήσεων, μέχρι τον Μάρτιο του 1990, μια επίκαιρη αξιολόγηση είχε φθάσει στο γραφείο του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, James Baker. Σε αυτήν, το προσωπικό του υπουργού συμβούλευε επιφυλακτικότητα. Ενώ τα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης κατανοητά αναζητούσαν καθοδήγηση σε μια ταραχώδη εποχή, το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να μην ήταν στο να αναλάβουν «το βάρος της ‘οργάνωσης’ αυτής της περιοχής», έγραφε, επειδή «μόνοι μας εμείς δεν έχουμε τα μέσα, αλλά … το ΝΑΤΟ και η ΕΚ σίγουρα τα έχουν».

Για να τεθεί ωμά, η προτεραιότητα των ΗΠΑ εκείνη την εποχή δεν ήταν να βοηθηθεί η κεντρική Ευρώπη˙ ήταν να επιτευχθεί η γερμανική ενοποίηση το συντομότερο δυνατόν, σε συνεργασία με τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Κολ. Ωστόσο, τα ερωτήματα σχετικά με το ευρύτερο μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας συνέχιζαν να ανακύπτουν. Καθώς ο Μπους προετοιμαζόταν για την συνάντηση κορυφής με τον Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ τον Μάιο του 1990, ο Κολ τον ενημέρωσε ότι ο Γκορμπατσόφ «έχει μεγάλα προβλήματα. Οι σύμμαχοί του στην Ανατολική Ευρώπη λένε ότι θέλουν να βρίσκονται στο ΝΑΤΟ». Ο σύμβουλος του Γκορμπατσόφ, Anatoly Chernyaev, είχε πρόσφατα επισημάνει το προφανές στον προϊστάμενό του: «Μια πιθανή είσοδος της Πολωνίας στο ΝΑΤΟ θα ωθούσε τα σύνορα του Δυτικού μπλοκ μέχρι τα σοβιετικά σύνορα». Χρησιμοποιώντας την θεωρία ότι η καλύτερη άμυνα είναι μια καλή επίθεση, ο Γκορμπατσόφ είχε φέρει προσωπικά το θέμα στον Μπέικερ τον Μάιο του 1990, εγείροντας την εκπληκτική σκέψη ότι ίσως η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Όπως ο Γκορμπατσόφ συνόψιζε την συζήτησή του με τον Μπέικερ στον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν, λίγες μέρες μετά, είπε στον Μπέικερ ότι «γνωρίζουμε την ευνοϊκή στάση σας απέναντι στους διάφορους εκπροσώπους των ανατολικο-ευρωπαϊκών κρατών που έκαναν γνωστή την πρόθεσή τους να εγκαταλείψουν το Σύμφωνο της Βαρσοβία, προκειμένου να εισέλθουν αργότερα στο ΝΑΤΟ. Αλλά ποια θα ήταν η αντίδραση των ΗΠΑ εάν η ΕΣΣΔ εξέφραζε μια παρόμοια ευχή;».

Μόλις ξεκίνησε η σύνοδος κορυφής των ΗΠΑ-Σοβιετικών, στις 31 Μαΐου 1990, έγινε σαφές ότι το επίκεντρο της συνάντησης ήταν, όντως, το ζήτημα του κατά πόσον το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να κινηθεί ανατολικά πέρα από την γραμμή του 1989. Υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να το κάνει αυτό, ο Μπους επικαλέστηκε επιδέξια την αποκαλούμενη αρχή του Ελσίνκι -την ιδέα ότι οι χώρες είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν τις δικές τους συμμαχίες ασφαλείας, όπως αναφέρεται στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι, την οποία η Μόσχα είχε υπογράψει. Ο Γκορμπατσόφ παραδέχτηκε το σημείο, προς μεγάλη κατάπληξη των μελών της δικής του αντιπροσωπείας, που δεν μπόρεσαν να αντιταχθούν με κανένα ουσιαστικό τρόπο στην επιχειρηματολογία του Μπους.

Εκείνη την στιγμή οι Μπους και Γκορμπατσόφ διαπραγματεύονταν την Γερμανία, αλλά η επικύρωση από τον Γκορμπατσόφ της αρχής του Ελσίνκι είχε συνέπειες και για την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, καθώς [οι εκεί χώρες] είχαν επίσης υπογράψει την ίδια συμφωνία. Μια αντιπροσωπεία από την «δεξαμενή σκέψης» (think tank) RAND, που επισκέφθηκε την Βαρσοβία λίγο μετά την σύνοδο κορυφής, έμεινε έκπληκτη όταν ένας Πολωνός στρατηγός ρώτησε πώς η χώρα του θα μπορούσε να βάλει δυνάμεις των ΗΠΑ να σταθμεύουν στην πολωνική επικράτεια. Το ερώτημα οδήγησε σε εκτεταμένη συζήτηση για το κόστος και τα οφέλη από την ενδεχόμενη ένταξη της Πολωνίας στο ΝΑΤΟ, ενώ η αντιπροσωπεία της RAND παρέμεινε «ξύπνια ως αργά με τους νέους Πολωνούς φίλους πίνοντας βότκα και προσπαθώντας να εξηγήσουν … πώς θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να βοηθήσουν στην εξασφάλιση της πρόσφατα κερδισμένης ελευθερίας της Κεντρικής Ευρώπης».

Ο συνδυασμός της επιτυχίας του Μπους στην σύνοδο κορυφής της Ουάσινγκτον και της οικονομικής γενναιοδωρίας του Κολ προς τη Μόσχα αργότερα εκείνο το καλοκαίρι, εξασφάλισαν τελικά την αναγκαία σοβιετική έγκριση για την γερμανική ενοποίηση τον Οκτώβριο του 1990 -χωρίς τις παραχωρήσεις του ΝΑΤΟ που ο Genscher φοβόταν ότι θα ήταν απαραίτητες. Στην πραγματικότητα, ο τελικός διακανονισμός για την Γερμανία, τον οποίο υπέγραψε η Μόσχα τον Σεπτέμβριο του 1990, επέτρεψε ρητά στο ΝΑΤΟ να αρχίσει να κινείται ανατολικά της γραμμής του 1989. Αλλά μέχρι τότε, η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ είχε αναπροσανατολίσει τις προτεραιότητες των ΗΠΑ από την Ευρώπη. Ο πόλεμος του Κόλπου και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κυριάρχησαν στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ το 1991 και στις αρχές του 1992 και οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ έλαβαν τότε προτεραιότητα για το υπόλοιπο του 1992. Ο χρόνος της ομάδας του Μπους τελείωσε όταν κέρδισε ο Μπιλ Κλίντον.

Με τον Κλίντον, οι ηγέτες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης άρπαξαν κάθε ευκαιρία να φέρουν το ζήτημα του μέλλοντος της περιοχής τους στο ΝΑΤΟ εις προσοχήν της νέας διοίκησης. Τον Απρίλιο του 1993, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλεσαν ηγέτες από την περιοχή στα εγκαίνια του αμερικανικού Μουσείου Μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Ουάσινγκτον. Ηγέτες όπως ο Τσέχος πρόεδρος, Vaclav Havel, και ο πολωνός ηγέτης, Lech Walesa, συναντήθηκαν με τον Κλίντον στο παρασκήνιο. Ο Χάβελ προέτρεψε τον πρόεδρο των ΗΠΑ να τους σώσει από το να «ζούμε σε κενό. Γι’ αυτό θέλουμε να ενταχθούμε στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, στις αξίες και το πνεύμα μας, είμαστε μέρος της Δυτικής Ευρώπης». Ως αποτέλεσμα, ο Χάβελ επικεντρώθηκε «στην είσοδο στο ΝΑΤΟ και στην ΕΚ [Ευρωπαϊκή Κοινότητα] επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας ως Ευρωπαίους που αγκαλιάζουν τις ευρωπαϊκές αξίες». Ο Βαλέσα ήταν πιο ξεκάθαρος στην δική του συνομιλία με τον Κλίντον: «Όλοι φοβόμαστε την Ρωσία … Αν η Ρωσία υιοθετήσει και πάλι μια επιθετική εξωτερική πολιτική, αυτή η επιθετικότητα θα στραφεί προς την Ουκρανία και την Πολωνία».

Κατά την διάρκεια του επόμενου έτους, η ρητορική του Βαλέσα γινόταν αυξανόμενα επίμονη σε κάθε συζήτηση που είχε με τους Αμερικανούς. Ισχυρίστηκε ότι το ΝΑΤΟ είχε χάσει μια εύκολη ευκαιρία να επεκταθεί στα ανατολικά, δηλαδή «κατά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991». Τώρα, στην εποχή του Κλίντον, «ήταν ήδη πολύ αργά για να σταματήσει ο πλήρης έλεγχος της Ρωσίας επί της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών» και ο Βαλέσα ανησυχούσε ότι η Μόσχα «δεν θα σταματήσει στα παλιά σοβιετικά σύνορα». Όταν οι Αμερικανοί συνομιλητές του εξέφρασαν την ανησυχία τους σχετικά με το να στενοχωρήσουν την Ρωσία, ο Βαλέσα ήταν ανυποχώρητος: «Αφήστε τους Ρώσους στρατηγούς να στενοχωρηθούν … Δεν πρόκειται να ξεκινήσουν έναν πυρηνικό πόλεμο».

Σε ένα σημείο, ο Βαλέσα προσπάθησε να πάρει τα πράγματα στα χέρια του. Κατάφερε να κάνει τον Γέλτσιν να τον συντροφέψει σε ένα δείπνο τον Αύγουστο του 1993 στην Βαρσοβία, όπου το αλκοόλ φέρεται να κυλούσε ασυνήθιστα ελεύθερα. Ο Βαλέσα έκανε τον Γέλτσιν να εκδώσει μια δήλωση [4] που υποδεικνύει ότι η Ρωσία δεν θα αντιταχθεί στην ένταξη της Πολωνίας στο ΝΑΤΟ. Ο Βαλέσα ειδοποίησε αμέσως την Ουάσινγκτον για την ευκαιρία, αλλά προς έντονη απογοήτευσή του, η Ουάσιγκτον εξακολούθησε να διστάζει και οι βοηθοί του Γέλτσιν σύντομα βρήκαν τρόπους να υποχωρήσουν από την συμφωνία. Στις αρχές του 1994, ο Βαλέσα και άλλοι Πολωνοί παραπονέθηκαν στους Αμερικανούς ομολόγους τους ότι εάν «δεν υλοποιηθούν ξεκάθαροι καρποί … τότε ίσως χρειαστεί να ψάξουν για ‘άλλες διευθετήσεις’».

Παρόλο που ο Βαλέσα δεν έλαβε την άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ στην οποία ήλπιζε μετά το δείπνο του με τον Γιέλτσιν, τα επιχειρήματά του και εκείνα των Κεντρο-ευρωπαίων ομολόγων του είχαν σπόρους που αργότερα θα έφερναν καρπούς. Τα μέλη της RAND που είχαν επισκεφθεί την Βαρσοβία το 1990, για παράδειγμα, θα προχωρούσαν για να γράψουν μια σειρά άρθρων και εκθέσεων επιρροής κάνοντας έκκληση για επέκταση του ΝΑΤΟ στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εξέφρασε την υποστήριξή του στην διεύρυνση, στην εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του 1994. Και, το πιο σημαντικό, οι εκκλήσεις από ηγέτες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έκαναν μια βαθιά εντύπωση στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Ο Κλίντον, που ήταν πάντα καταπληκτικός εγχώριος πολιτικός, σηματοδότησε την υποστήριξή του για την επέκταση του ΝΑΤΟ κάνοντας μια σημαντική ομιλία [5] σε ένα προάστιο του Ντιτρόιτ με πολλούς κατοίκους πολωνικής καταγωγής, στα τέλη του 1996.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο ήταν στην πλευρά των χωρών που είχαν υποφέρει πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Αφότου αμφότεροι οι Γέλτσιν και Κλίντον επανεξελέγησαν με ασφάλεια για δεύτερη θητεία και επανεγκαταστάθηκαν [στην εξουσία], η Ουάσιγκτον συνεργάστηκε με τους ηγέτες του ΝΑΤΟ για να εξασφαλίσει ότι, το 1997, η συμμαχία θα καλέσει την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχική Δημοκρατία να ξεκινήσουν τις αναγκαίες πολιτικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για είσοδο δύο χρόνια αργότερα, κατά την διάρκεια της πεντηκοστής επετείου της συμμαχίας.

Σήμερα μιλάμε για διεύρυνση του ΝΑΤΟ σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο των εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Αλλά αυτή η ιστορία δεν πρέπει να σκιάζει εκείνη που ανήκει στους Κεντρο-ευρωπαίους και τους Ανατολικο-ευρωπαίους, των οποίων οι πράξεις κατά την δεκαετία μετά την πτώση του Τείχους το 1989 είχαν πολλά να κάνουν με την ένταξη των χωρών τους στην συμμαχία το 1999. Οι εκκλήσεις τους να αφεθούν να εισχωρήσουν στο ΝΑΤΟ -διερευνητικές το 1990, αλλά όλο και περισσότερο επίμονες κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’90- ήταν τελικά πειστικές και δεν έπαιξαν καθόλου μικρό ρόλο στην έναρξη της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ πριν από είκοσι χρόνια, σαν σήμερα.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Photo: Η Madeleine Albright με τους υπουργούς Εξωτερικών της Τσεχίας, Jan Kavan, της Ουγγαρίας, Janos Martonyi, και της Πολωνίας, Bronislaw Geremek, στην Βιβλιοθήκη Truman στην Independence, στο Μιζούρι, τον Μάρτιο του 1999. JEFF TAYLOR/REUTERS
——————————————————————

* Η M. E. SAROTTE είναι διακεκριμένη καθηγήτρια Ιστορικών Σπουδών στην έδρα Marie-Josée και Henry R. Kravis στο Johns Hopkins SAIS και η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Collapse: The Accidental Opening of the Berlin Wall.

Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας