Εθνικά Θέματα

Η περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας και η θέση της Ελλάδας

Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Η στρατηγική του Ερντογάν ακροβατεί επί ενός τεντωμένου σκοινιού, ελλοχεύοντας υψηλούς κινδύνους αλλά παράλληλα δύναται να επιφέρει υψηλά κέρδη.

Ανάλυση του Σταύρου Ι. Δρακουλαράκου, Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Διευθυντή Έκδοσης στο Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ) – Το κείμενο περιλαμβάνεται στην ειδική έκδοση «Ελλάδα, Τουρκία,  Νοτιοανατολική Μεσόγειος & ανταγωνισμοί ισχύος»  

Η στρατηγική της Τουρκίας μετά την άνοδο του AKP στην εξουσία το 2002 σε ό,τι αφορά την περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ δύναται να διακριθεί σε δύο φάσεις: πριν από και μετά την «Αραβική Άνοιξη».

Η περίοδος έως το 2011μπορεί να χαρακτηριστεί ως εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας οι κυβερνήσεις του Ερντογάν, από τη μία πλευρά, προσέγγιζαν την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους έναντι των κεμαλικών ιθυνόντων και προς αποφυγή επανάληψης των στρατιωτικών πραξικοπημάτων των προηγούμενων δεκαετιών. Από την άλλη πλευρά, προωθήθηκε μια προσπάθεια προσέγγισης με τη Μέση Ανατολή και την ανάδειξη της Τουρκίας ως κράτους-μοντέλου και παραδείγματος προς μίμηση. Ήταν η περίοδος της ρήσης των «μηδενικών προβλημάτων» με τα γειτονικά κράτη, του τότε Υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου, η οποία χιουμοριστικά μετονομάστηκε από αναλυτές ως περίοδος «μόνο προβλημάτων».

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, η τουρκική εξωτερική πολιτική αναγκάστηκε να ενσωματώσει τις συνέπειες των εξεγέρσεων των ετών μετά το 2011 και να προσαρμόσει τις κατευθυντήριες γραμμές της βάσει των συνεχώς νέων εξελισσόμενων δεδομένων. Η προσπάθεια των προηγούμενων ετών για ανάληψη της θέσης της ηγέτιδας δύναμης στη Μέση Ανατολή, είχε ως γνώμονα τη σύναψη οικονομικών σχέσεων, την προαγωγή της κοινής ιστορίας, των πολιτιστικών στοιχείων και του μουσουλμανικού χαρακτήρα, όπως και τη στοχοποίηση του Ισραήλ και την ενασχόληση με το ζήτημα της Παλαιστίνης. Τα ανωτέρω ατόνησαν –εν μέρει– λόγω των εξελίξεων της «Αραβικής Άνοιξης» προς όφελος μιας περισσότερο έμπρακτης ανάμιξης της Τουρκίας σε ζητήματα που έθιγαν τόσο ευρωπαϊκά όσο και μεσανατολικά ζητήματα, όπως το Συριακό και το Λιβυκό.

Τα ανωτέρω έλαβαν χώρα και συνδυάστηκαν και με τις ανάγκες παραμονής του Προέδρου Ερντογάν στην εξουσία και στην πρώτη γραμμή της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο Ερντογάν συγκρουόταν και προσπαθούσε να επικρατήσει έναντι τόσο των κεμαλικών ιθυνόντων όσο και του κουρδικού παράγοντα, αλλά και των μέχρι πρότινος πολιτικών συμμάχων του, δηλαδή του Γκιουλέν, του Νταβούτογλου και του Γκιούλ. Έτσι, παράλληλα με τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και τις ανάγκες ασφαλείας για την επικράτηση επί των μαχητών του PKK, χρησιμοποιήθηκε η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, με στόχο την ισοπέδωση κάθε αντιπολιτευτικού κινήματος και την εξασφάλιση της επιμήκυνσης της παρουσίας του στα τουρκικά πράγματα.

Εφόσον προτεραιότητα του Προέδρου Ερντογάν αποτελούσε η επικράτηση στο εσωτερικό της Τουρκίας, και παρά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας και την ανεξέλεγκτη εξάπλωση της πανδημίας του Covid-19, η αναζήτηση του εχθρού στο εξωτερικό κρίθηκε απαραίτητη, και ιδιαίτερα εντασσόμενη στη γενικότερη πολιτική αναβίωσης της τουρκικής αίγλης στην ευρύτερη περιφέρειά της.

Ακολούθως, εμφανίστηκαν νέα μέτωπα αντιπαράθεσης στη Συρία και στη Λιβύη, το προσφυγικό ζήτημα έλαβε εντονότερη τροπή στα σύνορα με την Ελλάδα, ενώ η «Γαλάζια Πατρίδα» επανήλθε στον τουρκικό δημόσιο διάλογο και τα ελληνοτουρκικά ζητήματα επέστρεψαν στο προσκήνιο με κινήσεις εντυπωσιασμού και λεκτικούς διαξιφισμούς.

Είναι γεγονός ότι οι κινήσεις της Τουρκίας τα τελευταία έτη, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, δείχνουν να έχουν ως κατευθυντήρια γραμμή, πέρα από την εξασφάλιση της παραμονής του Προέδρου της στην εξουσία, τη μεταστροφή του ίδιου του κεμαλικού χαρακτήρα της χώρας, όπως αυτός διαμορφώθηκε την τριετία 1920-1923 μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το έτος-κλειδί φαίνεται να εντοπίζεται στο 2023, όταν και συμπληρώνονται 100 έτη από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία θεσμοθέτησε επίσημα το νεοσύστατο τουρκικό κράτος, όρισε τα σύνορά του και εδραίωσε τον Μουσταφά Κεμάλ ως την ηγέτιδα μορφή του.

Η πλειονότητα των τουρκικών πρωτοβουλιών του πρόσφατου παρελθόντος μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μια προσπάθεια σταδιακής ανατροπής των κεκτημένων τα οποία προκύπτουν από το 1923 και ύστερα, η οποία δύναται να οδηγήσει σε μια μετωπική σύγκρουση την ερχόμενη τριετία με τον παραδοσιακά κεμαλικό προσανατολισμό της Τουρκίας. Πρόσφατο παράδειγμα, με αντίκτυπο στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αποτελεί η μετατροπή του μουσείου της Αγίας Σοφίας σε τέμενος με προεδρική απόφαση τον περασμένο Ιούλιο. Η απόφαση αυτή επαναφέρει δριμύτερα το μουσουλμανικό χαρακτήρα της Τουρκίας έναντι του κοσμικού και ταυτόχρονα αδρανοποιεί την αντιπολίτευση –παρά τις εκλογικές της επιτυχίες στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα– η οποία αδυνατεί να προσφέρει προτάσεις εναλλακτικής πολιτικής και δεν είναι σε θέση να αντιταχθεί σε μια ενέργεια η οποία συσπειρώνει σημαντικό μέρος του τουρκικού πληθυσμού. Συγχρόνως, επαναφέρει την Τουρκία στο μεσανατολικό χώρο και ενισχύει την προσπάθειά της να παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη περιφερειακή δύναμη με το πλέγμα συμφερόντων που της αναλογεί.

Κατά συνέπεια, η εργαλειοποίηση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης σε συνδυασμό με το προσφυγικό ζήτημα και την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων στη Συρία και στη Λιβύη εξυπηρετεί τον παραπάνω σκοπό. Η Τουρκία αυξάνει και καλλιεργεί μέτωπα στο εξωτερικό, με απώτερο στόχο τη διαπραγμάτευση με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Υπό το πρίσμα ότι η Τουρκία είναι περιφερειακή δύναμη, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ως ισάξιο κράτος και η Άγκυρα οφείλει να υπερασπίσει τα συμφέροντά της με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Κατ’ επέκταση, η Ελλάδα συχνά βρίσκεται προ τετελεσμένων γεγονότων αναφορικά με τις τουρκικές προκλήσεις, ιδιαίτερα στην περίπτωση του προσφυγικού ζητήματος αλλά και στις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η ελληνική πλευρά φαίνεται να αντιδρά εκ των υστέρων στις ενέργειες της τουρκικής στρατηγικής. Οι συνθήκες αυτές απαιτούν μια μακροπρόθεσμη ελληνική στρατηγική βασιζόμενη τόσο στην ταύτιση των ευρωπαϊκών και ελληνικών συμφερόντων, όσο και στη σύναψη περαιτέρω διμερών συμφωνιών με τα γειτνιάζοντα κράτη, ώστε να περιθωριοποιηθεί η τουρκική επιρροή και να συσπειρωθεί ένα κοινό μέτωπο με το οποίο η Τουρκία δεν θα είναι διατεθειμένη να έρθει σε ρήξη.

Επιπρόσθετα, η προώθηση των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και η προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, όπως και στις επικυρωμένες διεθνείς συνθήκες οφείλουν να είναι η βασική κατευθυντήρια γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τη στιγμή που η Τουρκία επιδιώκει την ανατροπή της παρούσας καθεστηκυίας τάξης, η χρήση των θεσμών που την πρεσβεύουν αποτελεί ένα πρόσθετο μέσο εξασφάλισης της διατήρησής της. Εφόσον η Τουρκία αποβλέπει στη διευθέτηση των διεκδικήσεών της σε πλαίσιο οριζόμενο από την ίδια, η αποτροπή του ενδεχομένου αυτού μπορεί να επιτευχθεί μέσω της επιμονής στις διερευνητικές επαφές αλλά και στα διεθνή fora για τον καθορισμό του πλαισίου όπως αυτό επιβάλλεται από το Διεθνές Δίκαιο. Συνεπώς, η εξάντληση των προσπαθειών για τις διερευνητικές επαφές και η αφύπνιση των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την αδράνεια και τα ημίμετρα καθίσταται μονόδρομος για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό της Τουρκίας, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζονται ως παράγοντες οι οποίοι επιδιώκουν να επιβάλουν τα συμφέροντά τους και να υπονομεύσουν το τουρκικό κύρος σε μια περιοχή υψίστης σημασίας για την χώρα. Το γεγονός ότι καθόλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα είχε καλλιεργηθεί και συνεχίζει να καλλιεργείται το «Σύνδρομο των Σεβρών» – βάσει του οποίου παράγοντες κατευθυνόμενοι από τη Δύση προσπαθούν να διαμελίσουν την Τουρκία όπως προσπάθησαν με την επιβολή της Συνθήκης των Σεβρών του 1920 – διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη στοχοποίηση της ΕΕ και στην προσπάθεια δαιμονοποίησής της στο εσωτερικό της Τουρκίας. Έτσι, χτίζεται μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας η αντιπαράθεση με την ΕΕ εξυπηρετεί περαιτέρω την ανάδειξη της Τουρκίας του Ερντογάν σε ένα ανεξάρτητο, δυναμικό και «περήφανο» κράτος.

Οι προτεραιότητες της Τουρκίας στο εσωτερικό τρέφουν αντίστοιχα τις προτεραιότητες στο διεθνές επίπεδο. Οι διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες στο εξωτερικό δύνανται να αντισταθμίσουν ή τουλάχιστον να εκτρέψουν λόγω της δυναμικής και της επικινδυνότητάς τους τον πολιτικό διάλογο, παρατείνοντας με αυτόν τον τρόπο την παραμονή του Προέδρου Ερντογάν στα ηνία της χώρας, αλλά και ταυτόχρονα τροφοδοτώντας την απώτερη επιδίωξη αντικατάστασης του Μουσταφά Κεμάλ από τον ίδιο ως την πρωταρχική ηγετική φυσιογνωμία του τουρκικού πολιτεύματος.

Η τουρκική στρατηγική όπως εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο Ερντογάν δεν είναι ούτε βραχυπρόθεσμη ούτε κυκλοθυμική. Αντιθέτως, όπως έχει αποδείξει τα τελευταία έτη, αναπροσαρμόζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και ανάλογα με τις εξελίξεις στο εσωτερικό και στην άμεση περιφέρειά της, με σταθερό γνώμονα την παλινόρθωση του τουρκικού κύρους, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό από τους Τούρκους ιθύνοντες. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Πρόεδρος Ερντογάν εποφθαλμιά, με όρους realpolitik, την μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία, εφόσον εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα και την ισοπέδωση κάθε προσπάθειας πολιτικής ή στρατιωτικής ανατροπής του. Η στρατηγική του Ερντογάν ακροβατεί επί ενός τεντωμένου σκοινιού, ελλοχεύοντας υψηλούς κινδύνους αλλά παράλληλα δύναται να επιφέρει υψηλά κέρδη. Τα αμέσως επόμενα έτη θα αναδείξουν αν αυτή η πολιτική θα ευδοκιμήσει και αν θα προσφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα στους εμπνευστές της.

Photo: Anadolu Agency via Getty Images / ANKARA, TURKEY – SEPTEMBER 4: Turkish President Recep Tayyip Erdogan makes a speech during the opening of a highway between Ankara and Nigde cities on September 04, 2020 in Ankara, Turkey. (Photo by Mustafa Kamaci/Anadolu Agency via Getty Images)
Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας