Άμυνα Διπλωματία

Η πιο δύσκολη δουλειά της Christine Lagarde δεν είναι στα καθήκοντά της

Η αναβίωση της οικονομίας της Ευρώπης θα χρειαστεί περισσότερα από μια νομισματική πολιτική

Erik Jones*

Η πραγματική πολιτική μάχη είναι στην δημοσιονομική πλευρά. Αλλά για να κερδίσει αυτή τη μάχη, ο πρόεδρος της ΕΚΤ πρέπει να κερδίσει τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, συμφιλιώνοντας τα συμφέροντα οικονομιών τόσο διαφορετικών όσο εκείνα της Γερμανίας και της Ελλάδας, ένα κατόρθωμα που είναι ευκολότερο να λέγεται παρά να γίνεται.

Ο Mario Draghi έγινε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) όταν η οικονομική κρίση είχε φθάσει στο χειρότερο σημείο της [1]. Τότε, υποσχέθηκε να κάνει «ό,τι χρειαστεί» [2] για να διαφυλάξει το ευρώ από την κατάρρευση. Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Draghi έφτασε στο τέλος της θητείας του, η οποία από τις περισσότερες πλευρές μπορεί να κριθεί ως επιτυχής. Εκείνος σταθεροποίησε τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και επέκτεινε την εργαλειοθήκη της νομισματικής πολιτικής της τράπεζας. Ακόμη και οι επικριτές του Draghi παραδέχονται ότι τα κατάφερε καλύτερα από όσο φανταζόταν ο καθένας.

Ωστόσο, στο τέλος της θητείας του, ο Ντράγκι έκανε την πιο αμφιλεγόμενη κίνησή του μέχρι σήμερα. Τον Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα χαλαρώσει τα υφιστάμενα μέσα πολιτικής της και θα εγχέει 20 δισεκατομμύρια ευρώ [3] κάθε μήνα στην ευρωζώνη με τη μορφή νέων αγορών περιουσιακών στοιχείων (assets). Ο συνδυασμός των πολιτικών, ισχυρίστηκε ο Ντράγκι, θα συνεχιστεί για όσο διάστημα είναι απαραίτητο για την στήριξη των ασθενικών οικονομιών της ευρωζώνης. Ισχυρίστηκε ότι αυτό θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην αγορά και θα εξασφαλίσει ότι οι τράπεζες θα παρέχουν πίστωση για επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα. Οι επικριτές απάντησαν [4] ότι, με το να χαλαρώσει το πορτοφόλι, ο Draghi θα μειώσει την κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών, θα υποστηρίξει επιχειρήσεις που ποτέ δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν από το χρέος τους, και θα ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις να δανειστούν χρήματα που ενδεχομένως δεν θα μπορούν να αποπληρώσουν.

Η κίνηση του Draghi ήταν στρατηγικά τοποθετημένη χρονικά. Ως επικεφαλής της ΕΚΤ, είχε τον έλεγχο της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής –τον καθορισμό των επιτοκίων, την εκτύπωση χρήματος, και την καθιέρωση πιστωτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις τράπεζες- αλλά όχι την δημοσιονομική πολιτική, όπως η επιβολή φόρων και δασμών. Μπορεί να είχε σκεφτεί ότι, χαλαρώνοντας τη νομισματική πολιτική στο τέλος της θητείας του, δημιουργούσε χρόνο και χώρο για την διάδοχό του, την πρώην διευθύνουσα σύμβουλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, για να συνεργαστεί με τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης προκειμένου να χαλαρώσουν τα φορολογικά χαλινάρια.

Αν είναι έτσι, ο Ντράγκι υπέπεσε σε λάθος υπολογισμό. Η ισχυρή υπόθεση υπέρ των δημοσιονομικών κινήτρων (δηλαδή, για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και την αύξηση των κρατικών δαπανών) έχει καταπνιγεί από την συζήτηση για τη νομισματική πολιτική. Αντί να ρωτούν αν οι εθνικές κυβερνήσεις κάνουν αρκετά για να τονώσουν την ευρωπαϊκή οικονομία, πολλοί κορυφαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναρωτιούνται γιατί η ΕΚΤ κάνει τόσα πολλά. Και το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας, από την πλευρά του, παραμένει βαθιά διχασμένο σε σχέση με αυτό που μπορεί και πρέπει να κάνει η ΕΚΤ.

Τώρα η Lagarde θα πρέπει να αντιμετωπίσει την εσωτερικά διαιρεμένη τράπεζα και τους ενδεχομένως δύστροπους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης. Φέρνει ένα διαφορετικό σύνολο ικανοτήτων [5] στην δουλειά από εκείνο του προκατόχου της. Είναι δικηγόρος και όχι οικονομολόγος. Ενώ έχει εντυπωσιακή εμπειρία τόσο ως υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας όσο και ως επικεφαλής του ΔΝΤ, η Lagarde είναι περισσότερο γνωστή για την γνώση της επί της δημοσιονομικής και όχι της νομισματικής πολιτικής. Αυτή η τεχνογνωσία θα την βοηθήσει στις διαπραγματεύσεις με τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, όμως, η σχετική απειρία της στον κόσμο των κεντρικών τραπεζών μπορεί να την εκθέσει σε σκεπτικισμό από το ίδιο της το Διοικητικό Συμβούλιο.

ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑΞΥ ΙΣΩΝ

Δεν υπάρχει όργανο πραγματικά συγκρίσιμο με την ΕΚΤ. Σε αντίθεση με μια τυπική κεντρική τράπεζα, όπως η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία έχει άμεσες σχέσεις με ιδιωτικές τράπεζες, η ΕΚΤ εργάζεται μέσω των κεντρικών τραπεζών εκείνων των χωρών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως κοινό νόμισμα. Οι επικεφαλής αυτών των κεντρικών τραπεζών συγκροτούν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και μαζί λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό των επιτοκίων, την διαχείριση του πληθωρισμού και την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ είναι υπεύθυνος για την καθοδήγηση αυτών των διαβουλεύσεων. Ο πρόεδρος είναι επίσης υπεύθυνος για την επικοινωνία του έργου του Διοικητικού Συμβουλίου στο κοινό και για να απαντά στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.

Μόνη ανάμεσα στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΚΤ θέτει πολιτική για ολόκληρη την ευρωζώνη. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι περίπλοκο έργο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακόμα διαμορφώνουν τις δικές τους εγχώριες δημοσιονομικές πολιτικές. Αντί να συνεργάζεται με έναν μόνο υπουργό οικονομικών, όπως κάνουν οι περισσότεροι κυβερνήτες των κεντρικών τραπεζών, η ΕΚΤ πρέπει να συνεργαστεί με 19 -έναν για κάθε χώρα εντός της ευρωζώνης- προκειμένου να διασφαλίσει ότι η δημοσιονομική πολιτική κάθε χώρας είναι σύμφωνη με τη νομισματική πολιτική της τράπεζας.

Επιπλέον, η ΕΚΤ πρέπει να διασφαλίσει ότι η νομισματική πολιτική που θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο στην Φρανκφούρτη μεταδίδεται μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών στην οικονομία κάθε συμμετέχουσας χώρας. Μια εταιρεία θα πρέπει να είναι σε θέση να δανειστεί χρήματα με τον ίδιο ρυθμό είτε στο Μόναχο είτε στο Μιλάνο. Όταν αυτό δεν συμβαίνει -όπως έγινε όταν οι κάτοχοι ευρωπαϊκού χρέους αποφάσισαν να μειώσουν την έκθεση τους στην Ιταλία και την Ισπανία το 2011 με την πώληση των τίτλων τους από το δημόσιο χρέος των δύο χωρών- τότε η ΕΚΤ υποχρεούται να κρατά τις τράπεζες εκείνων των χωρών τις οποίες οι επενδυτές προσπαθούν να εγκαταλείψουν, συνδεδεμένες με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή οικονομία.

Η ΕΚΤ αντιμετωπίζει ένα ρίσκο που οι άλλες κεντρικές τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν, επειδή οι συμμετέχουσες εθνικές κυβερνήσεις μπορούν να αποχωρήσουν από το ευρώ ως κοινό νόμισμα. Μέχρι στιγμής, καμία χώρα δεν το έπραξε: Οι κυβερνήσεις στην ευρωζώνη έχουν κάνει μια σοβαρή δέσμευση στο ευρώ, και οι δημοσκοπήσεις [6] δείχνουν ότι το νόμισμα είναι πολύ δημοφιλές, ακόμη και αν η ίδια η ΕΚΤ δεν είναι. Επιπλέον, το κόστος εγκατάλειψης της ευρωζώνης θα ήταν καταστροφικό. Αλλά οι κυβερνήσεις αλλάζουν και το ίδιο κάνει και η κοινή γνώμη. Στην πιο σκοτεινή φάση της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2015, υπήρξε μια σοβαρή συζήτηση στην Γερμανία σχετικά με το εάν θα έπρεπε να ζητηθεί από την Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ, έστω και προσωρινά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια τέτοια συζήτηση να λαμβάνει χώρα στη Νέα Υόρκη προκειμένου το Μίτσιγκαν να εγκαταλείψει το δολάριο.

ΠΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

Όπως και οι κεντρικές τράπεζες παντού, η ΕΚΤ κάποτε ήταν ένα αδιαφανές και μάλλον μυστηριώδες χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ο πρώτος πρόεδρος της ΕΚΤ, ο Wim Duisenberg, εξέπληξε [7] τις αγορές μειώνοντας τα επιτόκια τον Απρίλιο του 1999. Ήταν προδήλως υπερήφανος για αυτό το επίτευγμα. Τώρα οι κεντρικές τράπεζες παντού -συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ- είναι πιο προσεκτικές στο να σηματοδοτούν τις αλλαγές πολιτικής πολύ νωρίτερα.

Στην τελευταία συνέντευξη Τύπου του ως πρόεδρος, ο Ντράγκι αναγνώρισε ότι η καλή νομισματική πολιτική πρέπει να είναι και δημόσια και δημοφιλής. Ενθάρρυνε την ΕΚΤ και τους εθνικούς ομολόγους της να «πασχίζουν για την διαφάνεια». Μια τέτοια ανοικτότητα, εξήγησε, όχι μόνο θα επηρεάσει τις αγορές αλλά και θα προστατεύσει την αυτονομία των κεντρικών τραπεζιτών, διότι «η ανεξαρτησία μιας κεντρικής τράπεζας είναι … βασισμένη στην υποστήριξη που απολαμβάνει».

Η Lagarde θα συνεχίσει να δίνει έμφαση στην διαφάνεια. Στις ακροάσεις για την έγκρισή της [8] ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Lagarde υπογράμμισε ότι «η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής μπορεί να ενισχυθεί με κατάλληλες εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές, και από την εμπιστοσύνη του κοινού». Τόνισε επίσης ότι μια από τις «προτεραιότητες της [δικής της] προεδρίας … θα είναι να ενισχύσει αυτή την γέφυρα με το κοινό».

Η ίδια έχει σίγουρα τις ικανότητες για την επίτευξη αυτού του στόχου. Στο ΔΝΤ, η Lagarde έφερε την ανισότητα των φύλων [9] και των εισοδημάτων στην συζήτηση για την χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής και, κάνοντας αυτό, επέβλεψε μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται το ΔΝΤ αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται [το ΔΝΤ] αντιληπτό [από το κοινό]. Αν μπορέσει να φέρει πειθαρχία και διαφάνεια στις επικοινωνίες των κεντρικών τραπεζών στην ευρωζώνη, ίσως να είναι σε θέση να αυξήσει την εμπιστοσύνη προς την ΕΚΤ -ιδίως σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υστερεί περισσότερο.

Ταυτόχρονα, η Λαγκάρντ θα πρέπει να φέρει μαζί εκείνους τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους πολιτικούς στην Γερμανία και αλλού, οι οποίοι είχαν διαφωνήσει πιο δυναμικά από το στυλ ηγεσίας του Ντράγκι. Η Γερμανίδα οικονομολόγος Isabel Schnabel πρόσφατα διορίστηκε [10] για μια θέση στο εκτελεστικό συμβούλιο της τράπεζας, όπου η παρουσία της μπορεί να δημιουργήσει ένα άνοιγμα. Η Schnabel είναι γνωστή μεταξύ των οικονομολόγων για την προθυμία της να συμμετάσχει σε δημόσιες συζητήσεις για την κεντρική τραπεζική και τη νομισματική πολιτική. Πιο σημαντικό, δεν ήταν στο Διοικητικό Συμβούλιο και συνεπώς επίσης δεν είχε εμπλακεί στις πολύ δημόσιες διαιρέσεις που ξέσπασαν κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ντράγκι.

Ο διορισμός της παρέχει στην Lagarde την ευκαιρία να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ της ΕΚΤ και της γερμανικής οικονομικής κοινότητας. Εάν οι Lagarde και Schnabel μπορέσουν να διαμορφώσουν ένα κοινό όραμα για τον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΤ, τότε θα προχωρήσουν πολύ προς την κατεύθυνση της επούλωσης των ρηγμάτων του Διοικητικού Συμβουλίου.

ΕΝΑ ΒΑΡΥ ΣΤΕΜΜΑ

Ο Draghi είναι ευρέως σεβαστός στον σφιχτοδεμένο κόσμο των κεντρικών τραπεζιτών για την γνώση και την εμπειρία του. Η ηγεσία του κατά την διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης της ευρωζώνης τον έκανε δημοφιλέστερο στο κοινό απ’ όσο ήταν ποτέ οι προκάτοχοί του. Ακόμη και οι μη ειδικοί αναγνωρίζουν ότι ο Ντράγκι -περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο νομοθέτη- ήταν εκείνος που τράβηξε την Ευρώπη από το χείλος της κρίσης.

Ωστόσο, οι ενέργειες του Ντράγκι τους τελευταίους μήνες έχουν ξανανοίξει παλιές πληγές και αναζωπύρωσαν διαξιφισμούς για τη νομισματική πολιτική. Από την αρχή της θητείας του, οι ισχυρότερες οικονομίες στην Ευρώπη αντιτάχθηκαν στις προσπάθειές του να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική με τις μεγάλης κλίμακας αγορές περιουσιακών στοιχείων επειδή ανησυχούσαν ότι αυτό θα ενθάρρυνε τις κυβερνήσεις στην περιφέρεια της ευρωζώνης να δανείζονται υπερβολικά με χαμηλά επιτόκια και να ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους.

Η απόφασή του να εντείνει τα μέτρα αυτά τον Σεπτέμβριο προκάλεσε την επανεμφάνιση και την ανάπτυξη αυτής της αντιπολίτευσης. Στην κορύφωση της κρίσης το 2011 και το 2012, η Γερμανία ήταν ο πιο ηχηρός αντίπαλος των άμεσων αγορών περιουσιακών στοιχείων. Τώρα ο χορός έχει διευρυνθεί: Οι Γάλλοι συμμετέχοντες στο Διοικητικό Συμβούλιο έχουν καταγράψει την αποδοκιμασία τους για τα μέτρα ατά. Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, ο Ντράγκι κατάφερε να ξεπεράσει την γαλλική και την γερμανική αντιπολίτευση, αλλά μόνο με ένα κόστος στην αξιοπιστία και την θέση της τράπεζας.

Τέτοιο είναι το βάρος που πέφτει τώρα στους ώμους της Lagarde. Προκειμένου να σημειώσει πρόοδο σε μια αναζωογονητική ατζέντα (pro-stimulus agenda), η Lagarde πρέπει πρώτα να θεραπεύσει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό του Διοικητικού Συμβουλίου. Αλλά κάθε ώρα που ξοδεύεται σε καυγάδες μέσα στο Διοικητικό Συμβούλιο είναι χρόνος που δεν δαπανάται για εξηγήσεις στους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν -δηλαδή, τη μείωση των φόρων και την δαπάνη χρημάτων για την προώθηση της ανάπτυξης. Τόσο ο Draghi όσο και η Lagarde κατέστησαν σαφές ότι η πραγματική πολιτική μάχη είναι στην δημοσιονομική πλευρά. Αλλά για να κερδίσει αυτή τη μάχη, ο πρόεδρος της ΕΚΤ πρέπει να κερδίσει τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, συμφιλιώνοντας τα συμφέροντα οικονομιών τόσο διαφορετικών όσο εκείνα της Γερμανίας και της Ελλάδας –ένα κατόρθωμα που είναι ευκολότερο να λέγεται παρά να γίνεται.

Η σημερινή συζήτηση για τη νομισματική πολιτική μπορεί τελικά να δημιουργήσει περισπασμό από τις προσπάθειες της Lagarde να αυξήσει την διαφάνεια και την εμβέλεια της ΕΚΤ. Επιπλέον, μπορεί να αποτρέψει την Lagarde από το να πείσει τις εθνικές κυβερνήσεις να χρησιμοποιήσουν την δημοσιονομική πολιτική για να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή οικονομία. Η ΕΚΤ δουλεύει ήδη σε πλήρη ισχύ. Τώρα είναι καιρός οι εθνικές κυβερνήσεις -και όχι η ΕΚΤ- να κάνουν την βαριά δουλειά. Η προτεραιότητα της Lagarde είναι να πείσει τους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών να αναλάβουν ηγετικό ρόλο.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο ERIK JONES είναι διευθυντής Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Σπουδών και Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Photo: Η Christine Lagarde απαντά σε δημοσιογράφους στην έδρα της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, στην Γερμανία, τον Νοέμβριο του 2019. Ralph Orlowski / Reuters
———————————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας