Άμυνα Διπλωματία

Η Ρωσία δεν θα δει ποτέ ξανά τις ΗΠΑ με τον ίδιο τρόπο

Μετά τον Τραμπ, η Ουάσιγκτον πρέπει να εργαστεί μέσω συμμάχων για να επηρεάσει τη Μόσχα

Anna Arutunyan*

Με ταπεινότητα και ρεαλισμό, η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να επιδιώξει να επηρεάσει την ρωσική συμπεριφορά προς το καλύτερο, αν και πιο μετριοπαθώς από ό, τι έκανε η Ουάσιγκτον στο παρελθόν. Αυτό θα απαιτήσει συνεργασία με συμμάχους και αναγνώριση των ορίων της αμερικανικής ισχύος.

Τον Ιανουάριο σημειώθηκαν βίαιες διαδηλώσεις τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα. Οι υποστηρικτές του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εισέβαλαν στο Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών πριν από την ορκωμοσία του εκλεγμένου προέδρου, Τζο Μπάιντεν, και στην Ρωσία, οι αντίπαλοι του προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν, διαδήλωσαν κατά της φυλάκισης του ηγέτη της αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι. Χάος, θυμός και συλλήψεις: οι εικόνες, ακόμη και η ρητορική, ήταν παρόμοιες -τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του Κρεμλίνου περιγράφουν συνήθως τις διαμαρτυρίες ως «απόπειρες εξεγέρσεων»- αλλά πέρα από αυτούς τους επιφανειακούς παραλληλισμούς, η αντιστοιχία τελειώνει. Οι Ρώσοι διαδηλωτές προσπαθούσαν να καθιερώσουν το κράτος δικαίου˙ οι Αμερικανοί να το ανατρέψουν.

Η προεδρία Τραμπ και, ειδικότερα, η τελική της πράξη αποκάλυψαν την ευθραυστότητα της αμερικανικής δημοκρατίας. Στα μάτια της Ρωσίας -και πολλών άλλων- το ανάστημα των Ηνωμένων Πολιτειών χαμήλωσε. Ως αποτέλεσμα, η τυπική προσέγγιση της Ουάσιγκτον στη Μόσχα δεν είναι πλέον υποστηρίξιμη. Με εξαίρεση τον Τραμπ, ο οποίος επιζήτησε ανοιχτά την αποδοχή από τον Πούτιν, κάθε πρόεδρος των ΗΠΑ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχει χρησιμοποιήσει την ηθική υπεροχή ως μέσο για να επηρεάσει τη Μόσχα. Εάν ο Μπάιντεν αναβιώσει αυτήν την προσέγγιση -καθώς η ρητορική που βγαίνει από τον Λευκό Οίκο και μερικά από τα νέα του ραντεβού υποδηλώνουν ότι ίσως να το κάνει [2]- τότε οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας είναι πιθανό να συνεχίσουν στον καθοδικό φαύλο κύκλο της εχθρότητας και των αλληλοκατηγοριών [«whataboutism»]. Το κήρυγμα στον Πούτιν για τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο θα εξοργίσει τον Ρώσο πρόεδρο και θα μπορούσε να καταλήξει να βλάψει τους δημοκρατικούς μεταρρυθμιστές που η Ουάσιγκτον σκοπεύει να υποστηρίξει.

Αλλά με ταπεινότητα και ρεαλισμό, η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να επιδιώξει να επηρεάσει την ρωσική συμπεριφορά προς το καλύτερο, αν και πιο μετριοπαθώς από ό, τι έκανε η Ουάσιγκτον στο παρελθόν. Αυτό θα απαιτήσει συνεργασία με συμμάχους και αναγνώριση των ορίων της αμερικανικής ισχύος. Έχοντας παραιτηθεί από τον αποκλειστικό ισχυρισμό τους για ηθική ηγεσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν συνετό να μειώσουν τις ιδεολογικές τους φιλοδοξίες στο εξωτερικό υπέρ της αυτοβελτίωσης στο εσωτερικό τους.

ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η οχλαγωγία στον Λόφο του Καπιτωλίου (Capitol Hill), που εξερράγη στις ρωσικές οθόνες μέσω των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, ξεφούσκωσε τον μύθο της αμερικανικής ηθικής ανωτερότητας. Φαινόταν επίσης να δικαιώνει την απεικόνιση του Κρεμλίνου για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα διχασμένο, ρατσιστικό, και υποκριτικό έθνος. Ενώ οι αστυνομικοί είχαν καταστείλει βίαια τους διαδηλωτές του Black Lives Matter λίγους μήνες νωρίτερα σε πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, τώρα στάθηκαν πίσω και άφησαν ένα πλήθος υποστηρικτών του Τραμπ να εισβάλουν στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ.

Το θέαμα προκάλεσε κάποια προβλέψιμη χαιρεκακία [3] από Ρώσους αξιωματούχους και κρατικά μέσα ενημέρωσης. Αλλά ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η απορριπτική, σχεδόν αδιάφορη αντίδραση από τα υψηλότερα κλιμάκια της ρωσικής κυβέρνησης. Ο Πούτιν ήταν σε μεγάλο βαθμό σιωπηλός για την αμερικανική προεδρική μετάβαση. Και την ημέρα της ορκωμοσίας του Μπάιντεν, το Κρεμλίνο εξέδωσε μια δήλωση [4] λέγοντας ότι «δεν προετοιμάζεται για την ορκωμοσία. Τίποτα δεν θα αλλάξει για την Ρωσία˙ υπάρχει για πολλές εκατοντάδες χρόνια και θα συνεχίσει να υπάρχει». Για πρώτη φορά σε δεκαετίες, η Μόσχα είπε ότι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το τι κάνουν ή τι σκέφτονται οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Έχοντάς του ζητηθεί να σχολιάσει τις ταραχές στην ρωσική τηλεόραση, ο Konstantin Kosachev, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας της Ρωσίας, χαρακτήρισε την κυβέρνηση των ΗΠΑ ως απομακρυσμένη από την κοινωνία, και την αμερικανική δημοκρατία ως χαλασμένη. Ο Vyacheslav Volodin, πρόεδρος του ρωσικού κοινοβουλίου, της Δούμα, και ένας σημαντικός αρχιτέκτονας της εσωτερικής πολιτικής, έγραψε μια δήλωση [5] υποστηρίζοντας ότι τα πρότυπα «που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ» θα πρέπει να επανεκτιμηθούν με βάση τα γεγονότα στην Ουάσινγκτον. «Το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ δεν είναι μόνο κλειστό, αλλά είναι παγωμένο από ανάπτυξη για περίπου 70 χρόνια», έγραψε ο Volodin. «Δύο κόμματα έχουν το μονοπώλιο στην εξουσία, μη επιτρέποντας σε άλλες πολιτικές δυνάμεις» να παίξουν ρόλο. Κατέληξε με μια έκκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες να βάλουν τον δικό τους οίκο σε τάξη προκειμένου να «οικοδομήσουν την [εξωτερική] πολιτική τους με βάση τη μη παρέμβαση στις υποθέσεις άλλων κυρίαρχων κρατών».

Η άποψη του Volodin έχει ένα νόημα. Δεν χρειάζεται κάποιος να ασχοληθεί με τις θεωρίες συνωμοσίας για το «βαθύ κράτος» που κλέβει τις εκλογές από τον Τραμπ για να θεωρήσει ότι ίσως, λέω ίσως, η πολιτική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν απολύτως το αποτέλεσμα της ρωσικής ανάμειξης το 2016, ότι ο Τραμπ ήταν τόσο ένα σύμπτωμα μιας βαθύτερης κοινωνικής σύγκρουσης όσο και μια αιτία γι’ αυτήν, και ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας δεν μπορούν –και δεν πρέπει– απλά να επιστρέψουν όπως ήταν πριν από τον Τραμπ.

Ακόμη και η ρωσική αντιπολίτευση ήταν σκεπτικιστική για τις προσπάθειες να αποδοθεί η ευθύνη για τα πάντα στον Τραμπ και στον Τραμπισμό. Ο Ναβάλνι αποκήρυξε [6] τον αποκλεισμό του πρώην προέδρου των ΗΠΑ από το Twitter και άλλα μέλη της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης της Ρωσίας [7] έχουν επικρίνει το κίνημα Black Lives Matter. Ο όρος «φιλοδυτική αντιπολίτευση» είναι παραπλανητικός όταν εφαρμόζεται σε αντικυβερνητικά κινήματα στην Λευκορωσία και την Ουκρανία και δεν έχει νόημα όταν εφαρμόζεται σε τέτοια κινήματα στη Ρωσία. Οι αντίπαλοι του Κρεμλίνου δεν μοιράζονται πλέον μια καθολική πίστη προς την Δύση. Και αυτοί που είναι φιλοδυτικοί δεν είναι πλέον απαραίτητα φιλοαμερικανοί.

Καθώς η κυβέρνηση του Μπάιντεν επιδιώκει να υποστηρίξει τους αντιπάλους του Κρεμλίνου, μπορεί να ανακαλύψει ότι βλάπτει περισσότερο από όσο βοηθά. Η ρωσική κυβέρνηση εδώ και καιρό έχει κατηγορήσει τους πολιτικούς της αντιπάλους ότι συνωμοτούν με εχθρικές δυνάμεις -μια άσχημη και αποτελεσματική τακτική που διαρκώς εξαπλώνεται [8] και στις Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης. Το Κρεμλίνο θα κυκλοφορήσει οποιαδήποτε αμερικανική υποστήριξη προς τον Ναβάλνι, τους υποστηρικτές του και άλλα πρόσωπα της αντιπολίτευσης, ως απόδειξη ότι είναι φυτευτοί των ΗΠΑ και θα το χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει περαιτέρω καταστολή.

ΠΟΙΑ ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ;

Μια πιο υποσχόμενη πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας θα βασίζεται σε συμφέροντα και όχι σε ιδανικά. Για πολλά χρόνια, η λέξη-κλειδί ανάμεσα στους διπλωμάτες και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στη Μόσχα ήταν η «πολυπολικότητα»: μια διεθνής τάξη στην οποία δεν υπάρχει πλέον μια και μοναδική μεγάλη δύναμη. Το Κρεμλίνο επιδιώκει να πλοηγηθεί και να κεφαλαιοποιήσει σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, κάνοντας δουλειές όχι με ιδεολογικούς συμμάχους αλλά με εφήμερους, πραγματιστές εταίρους. Αντί να αναζητά κοινές αξίες, η Μόσχα αναζητά κοινά συμφέροντα, είτε στο εμπόριο, στην ασφάλεια είτε σε οτιδήποτε άλλο.

Όταν το Κρεμλίνο αισθάνεται ότι απειλείται η εκκολαπτόμενη πολυπολική τάξη -ή η περιφερειακή σφαίρα επιρροής της Μόσχας-, ενεργεί επιθετικά (και μερικές φορές παράνομα) για να αποδείξει ότι η Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον η μόνη δύναμη που ατιμώρητα μπορεί να ρίξει το βάρος της τριγύρω. Αλλά σε αντίθεση με την Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία δεν θέλει να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως πολιτικός ή ηθικός ηγεμόνας. Θέλει απλώς να μειώσει το μέγεθος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όταν η Ρωσία παρεμβαίνει ή μπερδεύεται έξω από τα σύνορά της, δεν επιδιώκει να επιβάλει το όραμά της στον κόσμο, αλλά μάλλον να προωθήσει τα εθνικά της συμφέροντα. Ίσως ως αποτέλεσμα αυτής της ιδιοτελούς κοσμοθεωρίας του, το Κρεμλίνο βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ότι έχει παρόμοια κίνητρα. Η Ουάσιγκτον μπορεί να ντύσει τις προθέσεις της με το ένδυμα της ελευθερίας, των οικουμενικών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, αλλά στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, το Κρεμλίνο εξακολουθεί να βλέπει να καθρεφτίζεται η δική του εικόνα.

Στην ομιλία της ορκωμοσίας του, ο Μπάιντεν είπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ηγηθούν «με το παράδειγμα της ισχύος μας, αλλά με την ισχύ του παραδείγματός μας». Αλλά ποια παραδείγματα μπορεί αξιόπιστα να καταδείξει ο Μπάιντεν; Στην Συρία, για παράδειγμα, η Ρωσία είδε μια πεπλανημένη αμερικανική επέμβαση διατυπωμένη με ηθικούς όρους να επωάζει το Ισλαμικό Κράτος, επίσης γνωστό ως ISIS. Αντίθετα, η Μόσχα πιστεύει ότι εφάρμοσε ένα δικαιολογημένο και πρακτικό σκεπτικό για την στήριξη του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ: υποστήριξε τον αυταρχικό άνδρα όχι επειδή ήταν καλός τύπος που έκανε καλά πράγματα για τον λαό του αλλά επειδή ήταν ο καθιερωμένος ηγέτης και ένας σύμμαχος της Ρωσίας ο οποίος εγγυήθηκε την πρόσβαση σε μια σημαντική ναυτική βάση.

Η φιλοδοξία του Μπάιντεν να ηγηθεί δια του παραδείγματος αμφισβητείται επίσης στο εσωτερικό. Η Ρωσία μπορεί να εισβάλει στους γείτονές της και να δηλητηριάζει τους πολιτικούς αντιπάλους της, αλλά από την σκοπιά της Μόσχας οι αμερικανικές καταγγελίες καθίστανται άνευ σημασίας λόγω της βιαιότητας των ΗΠΑ προς τους Μαύρους Αμερικανούς. Το Κρεμλίνο δεν πιστεύει ότι η Ουάσινγκτον έχει δικαίωμα να κάνει κήρυγμα, ούτε νομίζει ότι οι Αμερικανοί ηγέτες πιστεύουν πραγματικά αυτά που λένε.

Μια καλύτερη προσέγγιση για την Ουάσινγκτον θα ήταν να αποδεχθεί έναν μεγαλύτερο βαθμό πολυπολικότητας και να μειώσει τις δημόσιες επικρίσεις για τον Πούτιν υπέρ της ιδιωτικής διπλωματίας. Η Ρωσία μπορεί να μην έχει διάθεση να ακούσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά υπάρχουν και άλλοι –σύμμαχοι της Αμερικής– των οποίων οι επικοινωνίες με το Κρεμλίνο είναι λιγότερο βεβαρυμμένες. Η Γερμανία, ένας μεγάλος ενεργειακός εταίρος της Ρωσίας και ένας σημαντικός μεσολαβητής στην σύγκρουση στην Ουκρανία, μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός συνομιλητής με τη Μόσχα. Θα μπορούσε λοιπόν ο Καναδάς, η Δανία ή η Νορβηγία, που είναι όλες χώρες-μέλη του Αρκτικού Συμβουλίου, να τους δώσουν επιρροή στη Μόσχα καθώς επιδιώκει να αναπτύξει τον «Υψηλό Βορρά». Εν ολίγοις, υπάρχουν πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ που θα έχουν μια πιο συμπαθητική φωνή στην Ρωσία. Αντί να επιμένει ότι πρέπει να ηγηθεί, η Ουάσιγκτον μπορεί να συνεργαστεί και ακόμη και να υποστηρίξει αυτούς τους συμμάχους, καθώς επιδιώκουν να επηρεάσουν τη Μόσχα σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες σχετικά με την ικανότητά τους να αλλάξουν την πολιτική κουλτούρα της Ρωσίας και να αποδεχτούν ότι η πραγματική αλλαγή θα έρθει σταδιακά, από μέσα και με τον δικό της ρυθμό. Η υπεράσπιση [έναντι] των καταχρήσεων εξουσίας μπορεί να ακούγεται σαν το σωστό, αλλά οι αμερικανικές κυρώσεις όπως ο νόμος Magnitsky έχουν συχνά λειτουργήσει σαν μπούμερανγκ – για παράδειγμα, ωθώντας την Ρωσία [9] να σταματήσει έρευνες που θα είχαν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη λογοδοσία. Υπό το φως της φυλάκισης του Navalny και της βίαιη καταστολή της Μόσχας εναντίον των υποστηρικτών του, αυτό μπορεί να φαίνεται σαν αντιφατική συμβουλή. Όμως, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ θα πρέπει να αναρωτηθούν εάν οι κυρώσεις, η πίεση, ή η ηθική υπεροχή θα βοηθήσουν ή θα πληγώσουν τον Ναβάλνι ή τους υποστηρικτές του. Πολύ συχνά, τέτοιες πρωτοβουλίες αφορούν περισσότερο την σηματοδότηση της αμερικάνικης αρετής παρά βοηθούν πραγματικά τους Ρώσους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η διοίκηση του Μπάιντεν πρέπει να κάνει ό, τι λειτουργεί καλύτερα, όχι ό, τι αισθάνεται καλύτερα.

Η αυξανόμενη πολιτική αναταραχή και η εξασθένιση της επιρροής μπορούν να κάνουν τις εικόνες της Ρωσίας και της Αμερικής να μοιάζουν. Αλλά η διαφορά είναι ότι η Ρωσία φροντίζει μόνο τα συμφέροντά της, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες -υπό τον Μπάιντεν, αν όχι υπό τον προκάτοχό του- εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν καλό στον κόσμο. Η Ουάσινγκτον θέλει να αντισταθμίσει την ανάμειξη της Μόσχας στο εξωτερικό και να σταματήσει την κακοποίηση των πολιτικών αντιπάλων στο εσωτερικό [της Ρωσίας]. Δεν είναι καθόλου ανίκανη σε αυτά τα θέματα. Όμως, η αποδοχή ότι δεν έχει πλέον -ούτε μπορεί να διεκδικήσει- μια εξαιρετική ηθική θέση στα μάτια της Ρωσίας θα επιτρέψει στην Ουάσινγκτον να επανισορροπήσει τις σχέσεις της με τη Μόσχα, να αλλάξει τον τόνο του διαλόγου, και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της.

Copyright © 2021 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η ANNA ARUTUNYAN είναι Ρωσο-αμερικανίδα συγγραφέας και αναλυτής, και η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Putin Mystique: Inside Russia’s Power Cult [1]. Είναι συνεργάτις στο Wilson Center.

Photo: Ο Ρώσος [τότε] πρωθυπουργός Βλαντιμίρ Πούτιν με τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, στη Μόσχα, τον Μάρτιο του 2011. Alexander Natruskin / Reuters
—————————————————-
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας