Άμυνα Διπλωματία

Η υπόθεση για έναν προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας

Γιατί μια καλύτερη αμερικανική εξωτερική πολιτική απαιτεί έναν νέο τρόπο πληρωμών γι’ αυτήν

Brett Rosenberg και Jake Sullivan*

Οι απογειωμένοι αμυντικοί προϋπολογισμοί της διοίκησης Trump και η απίσχναση του Υπουργείου Εξωτερικών οδήγησαν πολλούς να αναγνωρίσουν την ανάγκη να γίνουν τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο.

Το 2007, ο Αμερικανός τότε υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, έκανε μια έκκληση που, όπως προέβλεψε, ακούστηκε σε πολλούς αξιωματούχους του δικού του Υπουργείου ως «βλασφημία»: Οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να ξοδέψουν περισσότερα για την διπλωματία, την εξωτερική βοήθεια και άλλα μη στρατιωτικά μέσα εξωτερικής πολιτικής . «Το να έχεις έναν νυν υπουργό Άμυνας … να κάνει μια προσπάθεια για να αυξήσει τον προϋπολογισμό άλλων οργανισμών μπορεί να εμπίπτει στην κατηγορία [των ειδήσεων του τύπου] «άνθρωπος δάγκωσε σκύλο»», σημείωσε ο Gates.

Δεν είναι το ίδιο σήμερα. Έχει [1] γίνει [2] συνηθισμένο [3], ακόμη και [4] ορθόδοξο [5], οι επαγγελματίες της εθνικής ασφάλειας να θρηνούν για το πώς η υποχρηματοδότηση των πολιτικών εργαλείων τροφοδότησε μια υπερστρατικοποιημένη εξωτερική πολιτική που δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένη για να αναλάβει τις σημερινές πιο πιεστικές προκλήσεις. Όπως δήλωσε ο Τζέιμς Μάττις, τότε διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, [6] το 2013: «Αν δεν χρηματοδοτήσετε πλήρως το Υπουργείο Εξωτερικών, τότε θα πρέπει να αγοράσω περισσότερα πυρομαχικά».

Δυστυχώς, αυτή η ρητορική συναίνεση δεν έχει φέρει την απαραίτητη επανεξισορρόπηση των πόρων. Αν μη τι άλλο, η κατάσταση έχει χειροτερέψει από την εποχή της ομιλίας του Gates. Όταν ο ίδιος ο Μάττις ανέλαβε το Υπουργείο Άμυνας το 2017, τα λόγια του συχνά του υπενθυμίζονταν. Ωστόσο, το Υπουργείο στο οποίο υπηρέτησε πρότεινε αμέσως την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και προσπάθησε να μειώσει δραστικά την χρηματοδότηση για το Υπουργείο Εξωτερικών και την Υπηρεσία των ΗΠΑ για την Διεθνή Ανάπτυξη (U.S. Agency for International Development, USAID). Ακόμη και με την αντίσταση του Κογκρέσου, ο φετινός αμυντικός προϋπολογισμός [7] ύψους 738 δισ. δολαρίων είναι 13 φορές ο προϋπολογισμός για τις διεθνείς υποθέσεις [8] (που χρηματοδοτεί το Υπουργείο Εξωτερικών, την USAID και τα διεθνή προγράμματα που διαχειρίζονται τα Υπουργεία Γεωργίας, Οικονομικών, και άλλες υπηρεσίες).

Μια κοινή αντίδραση σήμερα, που συμπεριλαμβάνεται και μεταξύ ορισμένων Δημοκρατικών υποψηφίων για την προεδρία [9], είναι η απαίτηση περικοπών στις αμυντικές δαπάνες. Αυτό είναι ένα λογικό επιχείρημα. Εξάλλου, ο τελευταίος προϋπολογισμός του Λευκού Οίκου είναι 112 δισ. δολάρια υψηλότερος από ό, τι δαπάνησε το Υπουργείο [10] την χρονιά που ανέλαβε το αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ -μια αύξηση που θα κάλυπτε το ετήσιο κόστος των χωρίς δίδακτρα πανεπιστημίων [11] ή όλων των νηπιαγωγείων [12] με περιθώριο και για άλλες δαπάνες.

Αλλά η απλή περικοπή της χρηματοδότησης από το Πεντάγωνο δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει την επίμονη υπερεξάρτηση από τον στρατό και τις συνακόλουθες αποτυχίες της στρατηγικής των ΗΠΑ. Η τρέχουσα διαδικασία προϋπολογισμού κατανέμει δολάρια κατά μήκος άκαμπτων γραμμών των Υπουργείων, και η εστίαση σε ένα ενιαίο Υπουργείο -ακόμα και αν είναι το μεγαλύτερο- θα εμποδίζει πάντα τα άλλα εργαλεία της αμερικανικής ισχύος να λαμβάνουν την προσοχή και την χρηματοδότηση που χρειάζονται.

Για να διορθώσει αυτή την ανισορροπία και να ενσωματώσει τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας σε γραφειοκρατικές γραμμές, η Ουάσιγκτον πρέπει να ξανασκεφτεί θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την χρηματοδότηση της εξωτερικής πολιτικής της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προχωρήσουν προς έναν ενιαίο προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας, ο οποίος θα συνδέει άμεσα τις αποφάσεις χρηματοδότησης με μια ολοκληρωμένη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (National Security Strategy, NSS) και θα διανέμει πόρους σε όποιο Υπουργείο ή Οργανισμό μπορεί να κάνει καλύτερα την δουλειά. Αυτός ο προϋπολογισμός εθνικής ασφάλειας θα ταιριάζει καλύτερα τα μέσα με τους σκοπούς της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και θα διασφαλίζει ότι η χώρα προσεγγίζει ένα νέο διεθνές περιβάλλον τόσο με τα στρατιωτικά όσο και με τα πολιτικά εργαλεία που χρειάζονται.

ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΕΣ ΑΠΕΙΛΕΣ, ΙΔΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Το ότι οι σημερινές προκλήσεις της εθνικής ασφάλειας απαιτούν κάτι περισσότερο από ένα ισχυρό στρατό δεν πρέπει πλέον να αμφισβητείται. Η άνοδος της Κίνας και άλλων τεχνο-αυταρχικών καθεστώτων θα μπορούσε να αναμορφώσει τα πρότυπα της τεχνολογίας, τους εμπορικούς κανόνες και τους διεθνείς θεσμούς. Ο λευκός εθνικισμός στηρίζει τις κοινότητες σε όλο τον κόσμο με πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση. Οι κυβερνοεπιθέσεις απειλούν εμπόριο, κρίσιμες υποδομές και δημοκρατικά συστήματα. Ένας πλανήτης που θερμαίνεται γρήγορα προμηνύει συγκρούσεις, προσφυγικές κρίσεις και προκλήσεις στον ίδιο τον τρόπο ζωής μας.

Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις απειλές, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμφίβολα χρειάζονται έναν ισχυρό στρατό, επαναπροσανατολισμένο από τις μαζικές αναπτύξεις στη Μέση Ανατολή προς την πρόληψη των πολέμων με την Κίνα και την Ρωσία. Αλλά όχι λιγότερο σημαντικό είναι η διατήρηση ενός μορφωμένου και καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού, ανθεκτικών δημοκρατικών θεσμών, ενός οικοσυστήματος καινοτομίας αιχμής, και απαράμιλλων διπλωματικών και αναπτυξιακών ικανοτήτων.

Η σημερινή διοίκηση απέτυχε να πραγματοποιήσει αυτές τις επενδύσεις, επιλέγοντας αντ’ αυτού να κάνει φετίχ τον στρατό σε βάρος όλων των άλλων. Παρά το γεγονός ότι εξέδωσε μια Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας που διατυπώνει μια ευρεία αντίληψη για την ασφάλεια, ο Λευκός Οίκος πρότεινε πρόσφατα την αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 5% [10], ενώ περικόπτει 23% [13] από τον προϋπολογισμό για τις διεθνείς υποθέσεις, 30% [14] από την ανθρωπιστική βοήθεια και 13% [15] από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation).

Αλλά αν και αυτή η διοίκηση έχει χειροτερέψει τα πράγματα, το υποκείμενο πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο. Στα χρόνια που ακολούθησαν από τότε που ο Gates έκανε την προσπάθειά του για μεγαλύτερες επενδύσεις στην πολιτική ισχύ, οι προϋπολογισμοί για Επιχειρήσεις στο Εσωτερικό και το Εξωτερικό [16] αυξήθηκαν, από 37 δισεκατομμύρια δολάρια το οικονομικό έτος 2007 σε σχεδόν 53 δισεκατομμύρια δολάρια το 2010. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης συνδέθηκε με τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, ενώ το 2010 ήταν ακόμη μόλις στο 8% του προϋπολογισμού του Πενταγώνου [17] εκείνου του έτους, όπως και ο σημερινός προϋπολογισμός για τις διεθνείς υποθέσεις είναι μόλις κάτω από το 8% του πλέον πρόσφατου αμυντικού προϋπολογισμού.

Το ίχνος της τάσης έχει παραμείνει επίπεδο για διάφορους λόγους. Οι πολιτικοί πιστεύουν ότι η στήριξη των δαπανών του Πενταγώνου είναι ο μόνος τρόπος να αποδείξουν ότι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την εθνική ασφάλεια, και οι αξιωματούχοι έχουν από καιρό αρνηθεί να κάνουν σκληρές επιλογές σχετικά με τους κινδύνους ασφάλειας και τα αμυντικά σχέδια στα οποία πρέπει να δώσουν προτεραιότητα. Τα μέλη του Κογκρέσου γνωρίζουν επίσης ότι το να τοποθετούν πράγματα στον προϋπολογισμό της άμυνας, ανεξάρτητα από το πόσο ακατάλληλα είναι, θα αυξήσει την πιθανότητα χρηματοδότησης. Η μείωση των αμυντικών δαπανών σε μια οποιαδήποτε συγκεκριμένη περιφέρεια του Κογκρέσου είναι διαβοήτως δύσκολη, δεδομένων των πολλών θέσεων εργασίας που διακινδυνεύονται και της ισχύος των παγιωμένων συμφερόντων των εργοληπτών. Και έτσι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται: Οι αμυντικοί προϋπολογισμοί ανεβαίνουν καθώς άλλες χρηματοδοτήσεις πέφτουν, πράγμα που σημαίνει ότι ο στρατός καλείται να κάνει περισσότερα, πράγμα που δικαιολογεί ακόμα υψηλότερους προϋπολογισμούς, και πάλι, και πάλι.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Είναι δελεαστικό να κάνουμε αυτή την συζήτηση αποκλειστικά για τον αμυντικό προϋπολογισμό: Στο κάτω-κάτω, για να δανειστούμε [μια φράση] από τον Willie Sutton, εκεί είναι τα χρήματα. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί η πρώτη σκέψη που έρχεται στο μυαλό για την άμυνα η οποία καθιστά τον στρατό ως κύριο εργαλείο της ασφάλειας ή που επικεντρώνεται σε αριθμούς εις βάρος της συνολικής στρατηγικής, οι προτάσεις προϋπολογισμού του Πενταγώνου θα πρέπει να αποτελούν ένα (κρίσιμο) μέρος μιας πληρέστερης εξέτασης των επενδύσεων ασφαλείας των ΗΠΑ.

Κάθε τέσσερα χρόνια, η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (NSS) -που εκδίδεται από τον Λευκό Οίκο σε συντονισμό με αξιωματούχους από όλο τον εκτελεστικό κλάδο- επιχειρεί να συνδέσει τις διαφορετικές πτυχές της ασφάλειας των ΗΠΑ διαμέσω Υπουργείων και πρωτοβουλιών. Ωστόσο, η ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού τις χωρίζει σκοπίμως. Η χρηματοδότηση των διαφόρων στοιχείων της NSS εκτείνεται σε πολλαπλούς ειδικούς λογαριασμούς, οι οποίοι εξετάζονται ξεχωριστά. Η άμυνα είναι μια μονάδα, οι Στρατιωτικές Κατασκευές και τα Θέματα Βετεράνων μια άλλη, η Εσωτερική Ασφάλεια τρίτη, η Εθνικές και Ξένες Επιχειρήσεις τέταρτη, και η Ενέργεια και το Νερό (λογαριασμός για τις δαπάνες της Εθνικής Διοίκησης Πυρηνικής Ασφάλειας) μια άλλη. Στην αρχή του κύκλου του προϋπολογισμού, όταν οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες συνεργάζονται με τον Λευκό Οίκο για να γράψουν τις προτάσεις τους για τον προϋπολογισμό, και στο τέλος της διαδικασίας των πιστώσεων, όταν το Κογκρέσο κατανέμει την χρηματοδότηση, τα διάφορα στοιχεία της εθνικής ασφάλειας ξεχωρίζονται το καθένα από τα άλλα. Αυτό σημαίνει ότι οι νομοθέτες έχουν ελάχιστα κίνητρα για ισορροπία και ενσωμάτωση μεταξύ των διάφορων κατηγοριών.

Μια πραγματική διόρθωση της πορείας θα απαιτήσει μια διαδικασία προϋπολογισμού που να εμπεριέχει μια ολιστική στρατηγική. Εξ ου και η ανάγκη για έναν ενιαίο προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας. Ο ακριβής σχεδιασμός θα μπορούσε να λάβει διάφορες μορφές (υπάρχουν πολλές αξιόλογες ιδέες [18] ήδη στο τραπέζι), αλλά οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία θα πρέπει να έχει τρία βασικά στοιχεία.

Πρώτον, η διοίκηση θα πρέπει να υποβάλλει ετησίως την Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας -όπως απαιτείται [19] από τον νόμο, αλλά δεν έχει γίνει από την εποχή της διοίκησης Κλίντον- παραθέτοντας τα αλληλένδετα κομμάτια από αυτό που χρειάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες για να είναι ασφαλείς. Θα πρέπει επίσης να παραθέτει κατευθύνσεις σχεδιασμού σχετικά με περιοχές για αυξημένες επενδύσεις και να εντοπίζει τομείς στους οποίους οι μειωμένες δαπάνες (και συνεπώς οι υψηλότεροι κίνδυνοι) θεωρούνται κάτι αποδεκτό.

Δεύτερον, η διοίκηση πρέπει να παρουσιάσει ταυτόχρονα μια ενιαία πρόταση προϋπολογισμού για την εθνική ασφάλεια που να έχει σχεδιαστεί ειδικά για την εφαρμογή της στρατηγικής της. Το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού θα συντονίζει μεταξύ των υπηρεσιών να αναθέτουν πόρους σε κάθε στοιχείο της στρατηγικής και στις συνοδευτικές κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού, αποφασίζοντας για συναλλαγές μεταξύ των τμημάτων. Το λιγότερο, η πρόταση θα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτού που παρουσιάζεται σήμερα στις κατηγορίες προϋπολογισμού της εθνικής άμυνας και των διεθνών υποθέσεων και στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας. Θα εξετάζει επίσης πιο θεμελιώδεις επενδύσεις στην καινοτομία και την βιομηχανία. Προς το συμφέρον της μακροπρόθεσμης συνέπειας, ο προϋπολογισμός αυτός δεν θα μπορούσε να προβλέπει μόνο για το επόμενο έτος, αλλά θα έχει προβολές πενταετούς διάρκειας.

Τρίτον, σε αυτό που είναι το υψηλότερο ζήτημα, οι νομοθέτες θα πρέπει να μεταρρυθμίσουν την ίδια την δική τους εξουσιοδότηση και τις διαδικασίες προορισμού των πιστώσεων για να επιτρέψουν μια ολιστική εξέταση των στρατιωτικών και πολιτικών λειτουργιών. Υπάρχουν διάφορες πιθανές διαδρομές που πρέπει να εξεταστούν -να απαιτηθούν ακροάσεις μεταξύ υποεπιτροπών, να δημιουργηθεί μια νέα υπερεπιτροπή, να χωριστούν και να συγχωνευθούν υπάρχουσες επιτροπές εγκρίσεων και πιστώσεων- καθεμία από τις οποίες θα απαιτούσε διαφορετικούς βαθμούς διαρθρωτικών αλλαγών. Όποια διαδρομή κι αν επιλεγεί, πρέπει να επιτρέπει στο Κογκρέσο να επανεξετάζει ποια προγράμματα ανήκουν πού, και να αφαιρέσει [κάποια] από τα προγράμματα του Πενταγώνου που έχουν ακατάλληλα τοποθετηθεί εκεί λόγω της τεράστιας επιρροής του.

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Δεν είμαστε οι πρώτοι που προτείνουμε έναν προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας. Η Ειδική Ομάδα για έναν Ενιαίο Προϋπολογισμό Ασφάλειας (Task Force on a Unified Security Budget) [20] έχει υποβάλει ετήσιες προτάσεις˙ η τότε υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, προσπάθησε [21] μια εκδοχή αυτής της διαδικασίας το 2010˙ και η [μη κερδοσκοπική οργάνωση] Win Without War πρόσφατα ανανέωσε [22] τις εκκλήσεις για μια Επιτροπή Προϋπολογισμού για την Εθνική Ασφάλεια και τις Διεθνείς Υποθέσεις. Αυτές οι προσπάθειες καταδεικνύουν τόσο το δυναμικό της ιδέας όσο και τις δυσκολίες επίτευξής της -ειδικά όταν πρόκειται για το τεράστιο ποσό πολιτικού κεφαλαίου που πρέπει να δαπανηθεί για να γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές στον εκτελεστικό ή τον νομοθετικό κλάδο. Ακόμα κι αν μια νέα διοίκηση έχει την αποφασιστικότητα να δώσει προτεραιότητα στην πρωτοβουλία, θα χρειαστεί να ασχοληθεί με τις συνέπειες στον υπόλοιπο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και να ελιχθεί πολιτικά μέσω των αρμοδιοτήτων και των επιπέδων ισχύος των επιτροπών του Κογκρέσου, οι οποίες είναι τόσο φορτωμένες που το Κογκρέσο έχει να περάσει έναν νόμο έγκρισης του Υπουργείου Εξωτερικών από το 2002 [23].

Επιπλέον, ένας ενοποιημένος προϋπολογισμός για την εθνική ασφάλεια θα πρέπει να αποφύγει την ακούσια επίδραση της περαιτέρω «ασφαλειοποίησης» της εξωτερικής πολιτικής. Ο χαρακτηρισμός διαφορετικών προσπαθειών ως σχετικών με την ασφάλεια μπορεί να συμβάλει στην προμήθεια χρηματοδότησης, αλλά επίσης κινδυνεύει να στρεβλώσει τους σκοπούς αυτών των προσπαθειών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει, για παράδειγμα, να παράσχουν βοήθεια για την αντιμετώπιση καταστροφών και να καταπολεμήσουν ασθένειες διότι είναι το σωστό πράγμα, κι όχι μόνο επειδή αυτό ενισχύει την εθνική ασφάλεια. Αυτές οι πρωτοβουλίες ανήκουν σε έναν προϋπολογισμό ασφαλείας, καθώς καθιστούν τον κόσμο ασφαλέστερο και σταθερότερο, αλλά πρέπει να συμπεριληφθούν μόνο με την ρητή αναγνώριση ότι διακυβεύονται και άλλες αξίες.

Αυτές οι πρακτικές προκλήσεις οδηγούν πολλούς ειδικούς σε ένα μικτό συμπέρασμα σχετικά με έναν ενοποιημένο προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας: Ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά δεν θα συμβεί ποτέ. Ωστόσο, οι προτεινόμενες αλλαγές δεν πρέπει να γίνουν δια μιας. Ο επόμενος πρόεδρος μπορεί να λάβει ενδιάμεσα μέτρα, όπως η δημιουργία προϋπολογισμών βάσει αποστολών που θα καλύπτουν υπηρεσίες για συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Και σε εκείνους που το λένε ότι απλά δεν μπορεί να γίνει, υπενθυμίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε διαρθρωτική δημοσιονομική μεταρρύθμιση και παλαιότερα: [24] Το σύστημα εκτελεστικού προϋπολογισμού αναπτύχθηκε το 1921 για να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες για ένα αυξανόμενο έλλειμμα, και η τρέχουσα διαδικασία του Κογκρέσου προέρχεται μόνο από το 1974, όταν το Κογκρέσο φοβόταν ότι οι δημοσιονομικές δυνάμεις της εκτελεστικής εξουσίας ξεπερνούσαν τις δικές του. Τα σημερινά χαίνοντα κενά στις επενδύσεις στον τομέα της ασφάλειας -κενά που επιδεινώνονται από την διαδικασία προϋπολογισμού και διαιωνίζονται μέσω της πολιτικής- απαιτούν παρόμοια διαρθρωτική μεταρρύθμιση, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να παραμείνουν ασφαλείς ενόψει νέων απειλών και ανερχόμενων αμφισβητιών.

Πράγματι, τώρα μπορεί να είναι μια μοναδικά κατάλληλη στιγμή για μια τέτοια αναθεώρηση. Οι απογειωμένοι αμυντικοί προϋπολογισμοί της διοίκησης Trump και η απίσχναση του Υπουργείου Εξωτερικών οδήγησαν πολλούς να αναγνωρίσουν την ανάγκη να γίνουν τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν ήδη διακομματικές εκκλήσεις για νέα εργαλεία, μεταξύ των οποίων μια αναδυόμενη διακομματική ώθηση [25] για μια βιομηχανική πολιτική που δίνει έμφαση στην εγχώρια ισχύ και τις πολιτικές ικανότητες για την αντιμετώπιση ξένων απειλών. Η ανάδυση της Κίνας ως μακροπρόθεσμου ανταγωνιστή [26] έχει εντείνει την αίσθηση του επείγοντος.

Εν ολίγοις, υπάρχει μια ξεκάθαρη απαίτηση για αλλαγή, και οι εκλογές του επομένου έτους αποτελούν μια ευκαιρία για τον επόμενο πρόεδρο και το επόμενο Κογκρέσο ώστε να την επιφέρουν. Δεν πρέπει απλώς να αποκαταστήσουν αυτό που υπήρχε πριν, αλλά να κατασκευάσουν κάτι κατάλληλο για το έργο που υπάρχει: Έναν ενοποιημένο προϋπολογισμό εθνικής ασφάλειας που να ταιριάζει την σωστή στρατηγική με τους σωστούς πόρους.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο BRETT ROSENBERG είναι αναπληρωτής διευθυντής Πολιτικής στη National Security Action, μια προοδευτική οργάνωση εξωτερικής πολιτικής.
Ο JAKE SULLIVAN είναι συμπρόεδρος της National Security Action. Διετέλεσε Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στον πρώην Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, και διευθυντής Σχεδιασμού Πολιτικής στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Photo: Πλοία των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας σε σχηματισμό στην Θάλασσα των Φιλιππίνων, τον Νοέμβριο του 2018. By U.S. 7th Fleet Public Affairs
———————————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας