Ρίσι Σούνακ: Θα τα καταφέρει εκεί που απέτυχαν όλοι οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί;


Εάν υπήρχε το «βρετανικό όνειρο», κατ’ αναλογία προς το αμερικανικό αντίστοιχο, ο Ρίσι Σούνακ, νέος πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανία, θα ήταν εκ πρώτης όψεως η πραγμάτωσή του.

Και λέμε «εκ πρώτης όψεως», γιατί στην πραγματικότητα ο Σούνακ έχει πολύ περισσότερα κοινά με τις βρετανικές ελίτ, παρά με τους περισσότερους βρετανούς πολίτες μεταναστευτικής καταγωγής.

Οι γονείς του είχαν καταγωγή από την Ινδία, αλλά είχαν γεννηθεί στην Αφρική, πριν οι οικογένειές τους μεταναστεύσουν στη δεκαετία του 1960. Ο ίδιος σπούδασε σε ιδιωτικό σχολείο, στη συνέχεια στην Οξφόρδη και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όπου και γνώρισε τη σύζυγό του, Ακσάτα Μούρτι, κόρη του Ινδού δισεκατομμυριούχου Ναραγιάνα Mούρτι, συνιδρυτή της εταιρείας Infosys και ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.

Η δική του επαγγελματική εμπειρία, πριν στραφεί προς την επαγγελματική πολιτική, ήταν στο χρηματοοικονομικό τομέα, σε hedge funds καθώς και στην εταιρεία Catamaran Ventures, ιδιοκτησίας του πεθερού του.

Η πολιτική του καριέρα ξεκίνησε με την εκλογή του το 2014 σε μια από τις ασφαλέστερες έδρες των Συντηρητικών, αφού την κατέχουν αδιάλειπτα εδώ και πάνω από 100 χρόνια, και συνεχίστηκε με την ανάληψη υπουργικών καθηκόντων επί πρωθυπουργίας Μπόρις Τζόνσον. Άλλωστε, o Σουνάκ, σε αντίθεση με άλλα ανώτερα στελέχη των Συντηρητικών, ήταν υπέρ του Brexit.

Η πολιτική του άνοδος ήταν ταχεία στην περίοδο της διακυβέρνησης Τζόνσον, αφού βρέθηκε στην κρίσιμη θέση του υπουργού Οικονομικών από την οποία διαχειρίστηκε τις οικονομικές πλευρές της αναμέτρησης της Βρετανίας με την πανδημία Covid-19.

 

Ανερχόμενο αστέρι της κυβέρνησης Τζόνσον

Στην εποχή εκείνη ο Σούνακ θεωρείτο ως κατεξοχήν άνθρωπος του Τζόνσον και «ανερχόμενο αστέρι» μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα. Μάλιστα, είχε σχολιαστεί ότι το γεγονός ότι αντικατέστησε τον Σατζίντ Τζαβίντ αποτύπωνε ακριβώς ότι ο Τζόνσον ήθελε μεγαλύτερο έλεγχο στο υπουργείο Οικονομικών. Και αυτό γιατί ο Τζαβίντ, ο οποίος όντως προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια μεταναστών, παραιτήθηκε επειδή είχε αρνηθεί ουσιαστικά να δεχθεί να βρίσκεται υπό την κηδεμονία του τότε πανίσχυρου συμβούλου του Τζόνσον Ντόμινικ Κάμινγκς.

Η θητεία του Σούνακ στο υπουργείο Οικονομικών σημαδεύτηκε από πολύ μεγάλα πακέτα οικονομικών ενισχύσεων για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί η πανδημία, παρότι είχε κατηγορηθεί ότι άφηνε έξω κάποιες κατηγορίες και στη συνέχεια από μια πολιτικής αύξησης των φόρων για να αντιμετωπιστεί η κρίση του κόστους ζωής. Τότε είχε διατυπωθεί η εκτίμηση ότι με δεδομένη και την αύξηση του πληθωρισμού η Βρετανία είχε να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό πλήγμα στο επίπεδο διαβίωσης αλλά ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο φορολογικό βάρος από τη δεκαετία του 1940.

 

Η στροφή ενάντια στον Τζόνσον

Παρότι ο Σούνακ ήταν από αυτούς που ευνοήθηκαν στην καριέρα τους από τον Τζόνσον, συμμετείχε στην ευρεία προσπάθεια για την ανατροπή του. Παρότι συνήθως αναφέρονται ως λόγοι το λεγόμενο partygate, δηλαδή η παραβίαση από τον Τζόνσον και των συνεργατών των πανδημικών περιορισμών και η ταλάντευσή του ως προς την αποπομπή του αναπληρωτή επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Κρις Πίντσερ, ύστερα από τις σε βάρος του τελευταίου καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση δύο ανδρών, στην πραγματικότητα υπήρχε ένας διάχυτος φόβος στο Συντηρητικό Κόμμα ότι με τον Τζόνσον επικεφαλής θα είχαν δυσκολία στις επόμενες εκλογές.

Ο Σούνακ θα διεκδικήσει τότε την ηγεσία απέναντι στη Λιζ Τρας. Σε όλες τις ψηφοφορίες σε επίπεδο κοινοβουλευτικής ομάδας θα είναι πρώτος, όμως η Τρας θα κερδίσει την ψήφο των ίδιων των μελών του κόμματος και θα αναλάβει την πρωθυπουργία.

Η Τρας μαζί με τον υπουργό Οικονομικών Κουάσι Κουαρτένγκ θα προσπαθήσει να εφαρμόσει μια πολιτική που θα συνδύαζε τη μεγαλύτερη μείωση φόρων από το 1972 με τη σημαντική αύξηση των δημοσίων δαπανών. Η πολιτική αυτή, όμως, θα οδηγούσε σε αύξηση σημαντική του χρέος, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν αρνητικά οι αγορές των ομολόγων και αυτό να απειλήσει τη χρηματοδοτική θέση των Ταμείων Συνταξιοδότησης και συνολικά της βρετανικής οικονομίας. Η Τρας θα αναγκαστεί να αποκηρύξει την πολιτική αυτή (και μαζί τον Κουαρτένγκ) και τελικά να βρεθεί και αυτή αντιμέτωπη με ένα κόμμα έτοιμο να την ανατρέψει. Θα ανακοινώσει την παραίτησή της, έτσι ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της διαδοχής.

Ο Σούνακ θα είναι υποψήφιος και από τη στιγμή που θα γίνει σαφές ότι ο Μπόρις Τζόνσον δεν θα διεκδικούσε ξανά την πρωθυπουργία, άνοιξε ο δρόμος για γίνει αυτός ο ένοικος του αριθμού 10 της Downing Street.

Οι προκλήσεις μπροστά του

Οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην ανάδειξη του Σούνακ στην πρωθυπουργία. Άλλωστε, έχει τη φήμη του συντηρητικού στα δημοσιονομικά και αναμένεται να κρατήσει τον επίσης συντηρητικ;o στα δημοσιονομικά σημερινό υπουργό Οικονομικών Τζέρεμι Χαντ. Αυτό έχει την «καθησυχαστική» διάσταση ότι δεν θα υπάρξουν νέα πειράματα με την οικονομία.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα. Η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε μια φάση ιδιαίτερη αστάθειας και με έντονες κρισιακές τάσεις.  Η άνοδος του πληθωρισμού στο συνδυασμό με την επιβράδυνση της ανάπτυξης, τις επιπτώσεις του πολέμου, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον που την ίδια στιγμή που ζητά πολιτικές «ποσοτική σύσφιξης» για να απαντηθεί ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει για σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις και ενισχύσεις για να αποφευχθεί τυχόν κρίση ρευστότητας ή καταβύθιση στην ύφεση.

Στην περίπτωση της Βρετανίας αυτά συνδυάζονται με τη συνολικότερη πρόκληση που είναι το ίδιο το μέλλον της χώρας και της οικονομίας της μετά το Brexit, ένα ερώτημα στο οποίο οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της δεν έχουν δώσει ακόμη απάντηση.

Και βέβαια σε επίπεδο διακυβέρνησης ο Σούνακ έχει να αντιμετωπίσει την ίδια την πολιτική κρίση και την κρίση ηγεσίας που αποτυπώνει το γεγονός ότι είναι ο τρίτος πρωθυπουργός της χώρας (και ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος) μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, και ο πέμπτος πρωθυπουργός τα τελευταία έξι χρόνια, γεγονός που μόνο ως αποτυχία του βρετανικού πολιτικού συστήματος μπορεί να περιγραφεί.

Στα άμεσα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει είναι να μπορέσει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της βρετανικής οικονομίας στα μάτια των αγορών και των επενδυτών, αλλά και να μπορέσει να χειριστεί ουκ ολίγες «καυτές πατάτες»: η χώρα χρειάζεται ένα πακέτο μέτρων για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση και δεν έχει απαντηθεί από πού θα χρηματοδοτηθεί. Η επιστροφή σε μέτρα αύξησης της φορολογίας δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι δημοφιλής. Σημαντικοί τομείς της οικονομίας, ιδίως αυτοί που σχετίζονται με τα δημόσια αγαθά όπως οι συγκοινωνίες είναι σε αναστάτωση, με τους εργαζομένους να οργανώνουν απεργίες διεκδικώντας αυξήσεις που να καλύπτουν την αύξηση του κόστους ζωής.

Οι αποφάσεις που θα πάρει πάνω σε αυτά τα ζητήματα δεν είναι βέβαιο ότι θα τον κάνουν πιο δημοφιλή σε μερίδες της κοινωνίας ή και στο ίδιο το Συντηρητικό Κόμμα. Ένα κόμμα που αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά εσωτερικής ακυβερνησίας που δύσκολα  μπορούν να το καταστήσουν φερέγγυο κόμμα εξουσίας, ιδίως από τη στιγμή που αποδεικνύεται πολύ πιο ικανό να οργανώσει «ανακτορικά πραξικοπήματα» ενάντια στις ηγεσίες, παρά να συσπειρώνεται πραγματικά γύρω από τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί τώρα ο Σουνάκ να αναδείχθηκε ως μόνη λύση, αλλά ένα μεγάλο μέρος του κόμματος δεν τον συμπαθεί, όπως φάνηκε και στην προηγούμενη μάχη για την ηγεσία.

Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη δοκιμασία του δεν θα είναι να πείσει ότι είναι άνθρωπος της αγοράς (και της βρετανικής ελίτ), αλλά εάν αυτό ακριβώς το στοιχείο, δηλαδή η προέλευσή του, όπως και των προκατόχων από μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική, κοινωνική και επαγγελματική διαδρομή, τον καθιστά ικανό να έχει τη στρατηγική σκέψη που απαιτεί η χάραξη πορείας για μια μεγάλη χώρα και οικονομία στα αχαρτογράφητα ακόμη νερά μιας νέας φάσης για το διεθνές σύστημα και για την παγκόσμια οικονομία.

Πηγή tovima.gr