Απόψεις

Κυπριακό: Τόσο κοντά όσο και μακριά από τη λύση

Το Κυπριακό, υπήρξε ανέκαθεν πρόσφορο πεδίο παραγωγής συνθημάτων, δημιουργίας μύθων, ανάδειξης «εθναρχών» και νεκροταφείο πρωτοβουλιών.

Σε λίγες μέρες στη Γενεύη, στο τραπέζι των συνομιλιών θα αναμετρηθούν για ακόμη μία φορά, η ιστορία με την προοπτική αλλαγής της μοίρας του νησιού, με τα 42 χρόνια τουρκικής κατοχής να ρίχνουν τη σκιά τους στις δύσκολες επιλογές που πρέπει να γίνουν.

Στόχος είναι η συμφωνία σε ένα σχέδιο λύσης του προβλήματος, το οποίο θα μπορεί να γίνει αποδεκτό από τους Ελληνοκύπριους και του Τουρκοκύπριους στα δημοψηφίσματα που θα ακολουθήσουν. Οι ισορροπίες εκ των πραγμάτων είναι δύσκολες και εδώ μπαίνει η παράμετρος της ιστορίας. Οι Τουρκοκύπριοι δεν θέλουν να ξαναζήσουν το 1963 – 64. Οι Ελληνοκύπριοι τρομάζουν μπροστά στο κίνδυνο ενός νέου 1974.

Τα 42 χρόνια που οι δύο κοινότητες ζούνε χωριστά, έχουν δημιουργήσει τείχη, τα οποία δεν έχουν πέσει με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003. Μάθανε να διαχειρίζονται μόνοι τους τα πράγματα, ως Έλληνες και ως Τούρκοι και δεν είναι εύκολη η αποδοχή της συνύπαρξης και η συνδιαχείριση του κράτους.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο κόσμους που καλούνται να εγκαταλείψουν οριστικά τα οράματα της «Ένωσης» και της «Διχοτόμησης» που αποτέλεσαν τα κυρίαρχα στοιχεία των πολιτικών που ασκήθηκαν από το 1950, ακόμα και αν κανένας δεν το ομολογούσε δημοσίως μετά το 1960, με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Νίκος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί, πολιτικοί της ίδια γενιάς, γεννημένοι στην ίδια πόλη (Λεμεσός), γνωρίζουν καλά πως δεν υπάρχει εύκολη λύση. Γνωρίζουν ακόμα, πως σε ένα νησί που απονέμονται με μεγάλη άνεση τίτλοι, κινδυνεύουν να αποκτήσουν τον τίτλο του προδότη. Ήδη τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές, έχουν στοχοποιήσει τους δύο ηγέτες, κατηγορώντας τους για απαράδεκτες υποχωρήσεις.

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα που καλούνται να κερδίσουν. Να πείσουν πως η λύση είναι εφικτή, μόνο με υποχωρήσεις και συμβιβασμό.

Στην πραγματικότητα η ελληνοκυπριακή πλευρά καλείται να μοιραστεί μέρος της διεθνούς αναγνώρισης, της οποίας τυγχάνει ελέγχοντας τη Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η τουρκοκυπριακή να επιστρέψει εδάφη που κατακτήθηκαν με τα όπλα το 1974 και να αποστασιοποιηθεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας.

Στην εξίσωση έχει προστεθεί και ο παράγοντας του φυσικού αερίου, που έστω και αν δεν αποτελεί από μόνος του πτυχή της διαπραγμάτευσης, είναι ένα ισχυρό κίνητρο για λύση του πολιτικού προβλήματος. Πρόκειται για παράγοντα που μπορεί να αποδειχθεί ευχή ή κατάρα, κλειδί ή λουκέτο.

Μπορεί κάποιος να προσθέσει πολλές ακόμα παραμέτρους, που σχετίζονται με την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τον ανταγωνισμό Δύσης – Ρωσίας, την προοπτική των σχέσεων ΕΕ- Άγκυρας και τις εσωτερικές πολιτικές ατζέντες στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Αυτό που δεν μπορεί κάποιος να παραγνωρίσει είναι ότι ο παράγοντας χρόνος λειτουργεί εις βάρος της ελληνικής πλευράς. Το ψευδοκράτος, σταθερά καθίσταται μέρος των δομών του τουρκικού κράτους μέσω του στρατού κατοχής, των εποίκων, των επενδύσεων σε υποδομές και του πολιτικού και οικονομικού ελέγχου.

Ακόμα και σε επίπεδο δικαίου, η απόφαση του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει δικαιώματα στους χρήστες των ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα και νομιμοποιεί την «Επιτροπή αποζημιώσεων» στο ψευδοκράτος, καθιστά την επίλυση του Κυπριακού επιτακτική ανάγκη, έτσι ώστε η de facto κατάσταση να μην μετατραπεί σε de jure, είτε με σταδιακή αναγνώριση του κατοχικού καθεστώτος είτε με προσάρτηση του στη Τουρκία.

Οι μετρήσεις που γίνονται τους τελευταίους μήνες δείχνουν ότι η μεγάλη μάζα του πληθυσμού στις ελεύθερες και τις κατεχόμενες περιοχές διατηρεί μια υγιή στάση απέναντι στις εξελίξεις. Στάση αναμονής, ώστε να δει, να μελετήσει και να τοποθετηθεί απέναντι σε ένα σχέδιο λύσης το οποίο σήμερα δεν υπάρχει.

Την ίδια ώρα, έχουν διαμορφωθεί μικρές αλλά συμπαγείς ομάδες που έχουν προαποφασίσει το «ναι» ή το «όχι», σε όποιο σχέδιο λύσης και αν παρουσιαστεί.

Αυτή τη φορά δεν θα επαναληφθεί το σκηνικό του 2004, όταν το Σχέδιο Ανάν τέθηκε σε δημοψήφισμα χωρίς να έχει γίνει αποδεκτό από τις ηγεσίες των δύο πλευρών, μετά την επιδιαιτησία.

Αυτή τη φορά δημοψηφίσματα θα γίνουν μόνο αν ο Νίκος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί κρίνουν ως ικανοποιητική την συμφωνία. Ιδιαιτέρως η ελληνοκυπριακή πλευρά γνωρίζει πως ένα δεύτερο «όχι» σε ένα σχέδιο λύσης θα φέρει πιο κοντά την οριστική διχοτόμηση με ορατό την κίνδυνο να της επιρριφθούν οι ευθύνες για τη μη επίτευξη λύσης.

Ρόλο και μάλιστα καθοριστικό στη τελευταία φάση της διαπραγμάτευσης θα παίξει η Ελλάδα και η Τουρκία ως εγγυήτριες δυνάμεις στη βάση των συμφωνιών του 1960, μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία. Το Λονδίνο όπως και η Αθήνα έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν ενδιαφέρονται να συνεχίσουν να παρέχουν εγγυήσεις για ένα κράτος μέλος της ΕΕ. Η Άγκυρα, στον αντίποδα θεωρεί εκ των ων ουκ άνευ τη διατήρηση των εγγυήσεων.

Η διάσταση αυτή ενδεχομένως να τινάξει στον αέρα την διαδικασία η οποία έχει προχωρήσει σε σημαντικές συγκλίσεις σε όλα σχεδόν τα άλλα θέματα.
Αν η Αθήνα και η Άγκυρα αποφασίσουν να παίξουν το χαρτί του Κυπριακού, με όρους εσωτερικής πολιτικής, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία.

Αν η διάσκεψη της Γενεύης, η οποία δεν έχει καθορισμένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης, οδηγηθεί σε ναυάγιο, ακόμα και οι σημαντικές συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί θα τεθούν εν αμφιβόλω, καθώς βασική αρχή αποτελεί το δόγμα ότι, «τίποτα δεν θεωρείται συμφωνημένο αν δεν συμφωνηθούν όλα». Την επόμενη ημέρα είναι δύσκολο να την προβλέψει κανείς.

Του Μανώλη Καλατζή (δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Πολίτης»)

Πηγή: tvxs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Δέσποινα Λάππα

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας