Άμυνα Διπλωματία

Μαθήματα από το Βιετνάμ για την έξοδο από το Αφγανιστάν

Δεν υπάρχει κανένας καλός τρόπος για να τερματιστεί ένας κακός πόλεμος, αλλά κάποιες επιλογές είναι χειρότερες από άλλες

George C. Herring

Η προοπτική του τερματισμού της σύγκρουσης στο Αφγανιστάν έχει οδηγήσει πολλούς ειδικούς της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ να αναλογιστούν την ατιμωτική ολοκλήρωση ενός άλλου πολέμου, πλέον πριν από μισό αιώνα. Σύμφωνα με κάποιους, το Βιετνάμ προσφέρει μια προειδοποιητική ιστορία για ορισμένους αξιωματούχους του Πενταγώνου οι οποίοι ανησυχούν για την αναβίωση των ατιμωτικών γεγονότων του 1975, όταν οι Βορειοβιετναμέζοι και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (NLF) παρέλασαν θριαμβευτικά στην Σαϊγκόν και οι τελευταίοι Αμερικανοί μαζί με ορισμένους Νοτιοβιετναμέζους συμμάχους πάλεψαν αγωνιωδώς για να ξεφύγουν με ελικόπτερα. Ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, Ryan Crocker [2], και άλλοι που ανησυχούν για τις ανθρωπιστικές και γεωπολιτικές συνέπειες της απόσυρσης από το Αφγανιστάν προειδοποιούν για μια «αναβίωση του Βιετνάμ» (Vietnam redux) [3] και ακούν την «ηχώ της απόσυρσης της Αμερικής από το Βιετνάμ» [4]. Δείχνουν να φοβούνται ένα σύνδρομο του Αφγανιστάν, όπως το λεγόμενο σύνδρομο του Βιετνάμ που προηγήθηκε, το οποίο θα μπορούσε να σακατέψει την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να παρεμβαίνουν στρατιωτικά.

Πόσο παρόμοιος ήταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και πόσο παρόμοιες είναι οι καταλήξεις τους; Ποιες θα είναι οι συνέπειες της απόσυρσης των ΗΠΑ για τους Αφγανούς και τους Αμερικανούς -και ποια διδάγματα θα μπορούσαν να πάρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από το Βιετνάμ για να τις μετριάσουν;

ΝΕΚΤΟΤΑΦΕΙΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΩΝ

Το Βιετνάμ και το Αφγανιστάν είναι αμφότερα φημισμένα «νεκροταφεία αυτοκρατοριών», χώρες έντονα ανθεκτικές στην βούληση ακόμη και του πιο ισχυρού ξένου. Οι αμερικανικοί πόλεμοι και στις δύο χώρες ήταν παραφυάδες άλλων μεγαλύτερων παγκόσμιων συγκρούσεων: Το Βιετνάμ ήταν ένα μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου και το Αφγανιστάν ένα μέτωπο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους. Και στις δύο περιπτώσεις, οι τοπικές ανταρτικές δυνάμεις που πολεμούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες έβλεπαν μακριά, αποφασισμένες να περιμένουν την υπερδύναμη εχθρό τους μέχρι να τελειώσει. «Εσείς έχετε τα ρολόγια», είπε ένας Αφγανός αντάρτης σε έναν Αμερικανικό δημοσιογράφο, «εμείς έχουμε τον χρόνο».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Βόρειο Βιετνάμ διαπραγματεύθηκαν απευθείας μεταξύ τους την ειρηνευτική διευθέτηση του 1973, αγνοώντας τους αντίστοιχους συμμάχους τους, την κυβέρνηση του Βιετνάμ και το NLF. Στο Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύονται τώρα απευθείας με τους Ταλιμπάν, παρακάμπτοντας τον σύμμαχό της, την κυβέρνηση του προέδρου Ashraf Ghani. Ο σύμμαχος των ΗΠΑ στην Καμπούλ, όπως και ο σύμμαχός τους στο Νότιο Βιετνάμ, ελέγχει μόνο ένα κομμάτι της επικράτειάς του, ασκεί αδύναμη ηγεσία και πλήττεται από πολιτική και κυβερνητική δυσλειτουργία καθώς και από αχαλίνωτη διαφθορά. Ο αφγανικός στρατός, όπως και ο νοτιοβιετναμέζικος ομόλογός του, εξαρτάται από την οικονομική βοήθεια και την υποστήριξη των ΗΠΑ. Και όπως και στο Βιετνάμ, το χρονοδιάγραμμα της απόσυρσης των στρατευμάτων των ΗΠΑ αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο οποιασδήποτε συμφωνίας. Τώρα, όπως και τότε, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ αναζητούν ένα «αξιοπρεπές διάστημα», σύμφωνα με την φράση που εισήγαγε ο Henry Kissinger, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον, μεταξύ της αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών και της πτώσης της κυβέρνησης του συμμάχου τους.

Για όλα αυτά, οι δύο πόλεμοι είναι επίσης εντυπωσιακά διαφορετικοί -αρχίζοντας με την εντελώς ασύγκριτη κλίμακά τους. Τα αμερικανικά στρατεύματα στο Βιετνάμ έφθασαν στην κορύφωσή τους λίγο πάνω από μισό εκατομμύριο [άτομα], εκ των οποίων περισσότεροι από 58.000 [στρατιωτικοί] σκοτώθηκαν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμεύσει μόλις το ένα πέμπτο [αυτού του αριθμού] στις δυνάμεις στο Αφγανιστάν και έχουν χάσει λιγότερους από 3.000. Φυσικά, ο εχθρός είναι μη συγκρίσιμος, επίσης. Το Βόρειο Βιετνάμ ήταν ένας τρομερός εχθρός με έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του κόσμου και με σημαντική εξωτερική υποστήριξη από το σοβιετικό μπλοκ και την Κίνα. Ο εχθρός των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν είναι κυρίως οι αντάρτες των Ταλιμπάν, μια πολύ μικρότερη στρατιωτική δύναμη που υποστηρίζεται κυρίως από το Πακιστάν. Κανένας ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων δεν προσθέτει πολυπλοκότητα ή κόστος στον πόλεμο του Αφγανιστάν.

Ο πόλεμος στο Βιετνάμ προκάλεσε μια κατακραυγή εγχωρίως που θα καθόριζε μια κληρονομιά που δεν μοιράζεται κανένας άλλος πόλεμος των ΗΠΑ πριν ή έκτοτε. Μέχρι να ξεκινήσουν στα σοβαρά οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις του Παρισιού το 1972, ο πόλεμος αυτός είχε γίνει βαθιά και ανεπανόρθωτα αντιδημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εγχώρια πίεση άφησε στον Νίξον και στον Κίσινγκερ, τον κύριο διαπραγματευτή του, ελάχιστες επιλογές εκτός από το να τον διευθετήσουν γρήγορα με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Εν μέρει λόγω του ρήγματος που άνοιξε το Βιετνάμ στον αμερικανικό κοινωνικό ιστό, οι Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίστηκαν στο Αφγανιστάν με έναν στρατό εθελοντών, απασχόλησαν πολύ λιγότερα στρατεύματα και προσπάθησαν να κρατήσουν τις απώλειες χαμηλά. Δεν υπήρξαν πολεμικοί φόροι για να ξεσηκώσουν τους πολίτες, δεν υπήρχαν διαδηλώσεις για να κλονίσουν τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Η κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν περιορισμένη και υποστηρικτική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μια ισχυρή πλειοψηφία Αμερικανών πιστεύει ότι ο πόλεμος ήταν ένα λάθος, αμφιβάλει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος, και θέλει να αποχωρήσει. Αντίθετα όμως με το Βιετνάμ, ο σημερινός πόλεμος δεν δημιούργησε αντιπολίτευση αρκετά ισχυρή ώστε να αναγκάσει μια συζήτηση για απόσυρση.

ΑΠΟΧΩΡΩΝΤΑΣ

Περιέργως, η μεγάλη ώθηση για την απομάκρυνση από το Αφγανιστάν δεν προέρχεται από στρατηγικούς στοχαστές ή αντιπολεμικούς διαδηλωτές, αλλά από έναν ανώτατο αρχηγό που είναι νεοφώτιστος στην εξωτερική πολιτική και ο οποίος συχνά συμπεριφέρεται αρκετά εκκεντρικά. Ως υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ, ο Donald Trump εξέφρασε την ανησυχία του για τους δαπανηρούς, ατελείωτους πολέμους, όπως αυτός στο Αφγανιστάν, και δεσμεύθηκε να τους τερματίσει. Όταν ανέλαβε καθήκοντα, οι σύμβουλοί του, αντί γι’ αυτό, τον έπεισαν να επιτρέψει μια μικρή αύξηση στα στρατεύματα των ΗΠΑ. Τώρα, με την αποχώρηση των μελών του κατεστημένου, όπως ο πρώην σύμβουλος της Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Εθνών, H.R. McMaster, και ο πρώην υπουργός Άμυνας, James Mattis, ο Trump ξεκίνησε, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, να αποσύρει το έθνος από αυτούς τους «ατελείωτους πολέμους» και να φέρει «τους ανθρώπους μας στην πατρίδα». Το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής και κάποιοι πιο πολεμοχαρείς γερουσιαστές, όπως ο Lindsey Graham, ο Ρεπουμπλικανός από τη Νότια Καρολίνα, προσπάθησαν να εμποδίσουν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν τα σχέδια του προέδρου και να διατηρήσουν την δέσμευση στο Αφγανιστάν.

Το ατιμωτικό τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ στοιχειώνει αυτή την συζήτηση. Πολλοί Αμερικανοί διατηρούν ανεξίτηλες εικόνες της καταστροφικής τελικής επίθεσης του Βόρειου Βιετνάμ κατά του Νότιου, την πλήρη κατάρρευση της κυβέρνησης και του στρατού της Σαϊγκόν, και τις απεγνωσμένες, καθυστερημένες προσπάθειες των Αμερικανών και των Νοτιοβιετναμέζων για να ξεφύγουν από την σφοδρή επίθεση. Για ένα έθνος συνηθισμένο στις νίκες στον πόλεμο, τέτοιες αναμνήσεις καίνε. Μήπως μια απόσυρση από το Αφγανιστάν μοιάζει με του Βιετνάμ και θα έχει παρόμοιες συνέπειες για τους Αφγανούς -και τους Αμερικανούς;

Μέχρι τώρα, οι λεπτομέρειες της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν διευθετηθεί. Οι Ταλιμπάν επιδιώκουν την πρόωρη αποχώρηση των στρατευμάτων των ΗΠΑ˙ οι Ηνωμένες Πολιτείες προτιμούν μια διαδικασία η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι τρία χρόνια. Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές ζητούν εγγυήσεις από τους Ταλιμπάν ότι οι τρομοκράτες δεν θα χρησιμοποιήσουν πάλι το αφγανικό έδαφος ως βάση από την οποία θα χτυπήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπάρχει τρόπος να διασφαλιστεί ότι οι Ταλιμπάν θα τηρήσουν μια τέτοια δέσμευση, αλλά η ομάδα έχει προφανώς τις δικές της ανησυχίες για την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS), αμφότεροι οι οποίοι έχουν «φωλιές» διασκορπισμένες στο Αφγανιστάν, και ίσως να επιδιώκουν να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους για δικούς τους λόγους. Η συμφωνία περιλαμβάνει μια πρόβλεψη για κατάπαυση του πυρός, η οποία πιθανόν να ισχύει μόνο εφόσον τα διάφορα μέρη στο Αφγανιστάν την επιθυμούν -ίσως όχι για πολύ καιρό. Στο Βιετνάμ, η κυβέρνηση της Σαϊγκόν έσπασε την κατάπαυση του πυρός πριν στεγνώσει το μελάνι της συμφωνίας του 1973˙ το Βόρειο Βιετνάμ δεν έμεινε πολύ πίσω.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα συμβεί στο Αφγανιστάν όταν αποσυρθούν οι ΗΠΑ. Μια πιθανότητα είναι ότι η χώρα θα επανέλθει σε ένα κυριαρχούμενο από τους Ταλιμπάν κράτος και ένα συνονθύλευμα εθνικών ομάδων και πολέμαρχων, όπως και πριν από το 2001. Όπως έκανε το Βόρειο Βιετνάμ στον νότο μετά το 1975, μια κυβέρνηση των Ταλιμπάν θα μπορούσε να προσπαθήσει να επιβάλει την ιδεολογία της το τμήμα του Αφγανιστάν που ελέγχει, σε αυτήν την περίπτωση επαναδημιουργώντας ένα ισλαμικό κράτος παρόμοιο με εκείνο που διοικούσε πριν ανατραπεί, με όλες τις προφανείς συνέπειες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη μεταχείριση των γυναικών.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η χρήση της ιστορικής αναλογίας για την ενημέρωση των αποφάσεων πολιτικής είναι στην καλύτερη περίπτωση πονηρή και στην χειρότερη επικίνδυνη. Παρ’ όλα αυτά, το Βιετνάμ μπορεί να προσφέρει κάποια χρήσιμα μαθήματα για το μεταπολεμικό Αφγανιστάν. Για παράδειγμα, ο Νίξον παραπλάνησε τον εαυτό του ότι η υπόσχεση για οικονομική βοήθεια και η απειλή νέων βομβαρδισμών θα του έδινε μόχλευση στο Βόρειο Βιετνάμ μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, το σκάνδαλο Watergate και η άγρια αντιπολίτευση στο Κογκρέσο και στην χώρα για οποιαδήποτε μορφή επανεμπλοκής, έδεσε τα χέρια του. Ακόμα και χωρίς το Watergate, ο Nixon δεν θα ήταν πιθανόν να εμποδίσει τη νίκη του Βόρειου Βιετνάμ. Στο Αφγανιστάν, ομοίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν μικρή επιρροή στα γεγονότα επί του πεδίου μετά την αποχώρησή τους. Η επανεισαγωγή στρατευμάτων φαίνεται εξαιρετικά απίθανη˙ το περισσότερο που ίσως θα κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι να επιτεθούν σε τρομοκρατικές βάσεις με βόμβες και πυραύλους, όπως συνέβη στην Συρία και αλλού.

Το Βιετνάμ πρέπει επίσης να μας υπενθυμίζει το κόστος που έχουν οι ευσεβείς πόθοι (wishful thinking) στα τελικά στάδια του πολέμου. Την άνοιξη του 1975, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Νότιο Βιετνάμ, Graham Martin, αρνήθηκε πεισματικά ακόμη και να προγραμματίσει την απόσυρση, φοβούμενος ότι θα ενθάρρυνε τον εχθρό και θα αποθάρρυνε το Νότιο Βιετνάμ -μια στάση που έκανε την αποχώρηση των ΗΠΑ πιο χαοτική από ό, τι θα μπορούσε να ήταν. Μια ήσυχη, καλά προγραμματισμένη και ομαλή απόσυρση από το Αφγανιστάν θα φαινόταν πολύ διαφορετική από μια έξοδο τύπου Βιετνάμ υπό εξαιρετική απειλή. Και θα ήταν αποφασιστικός παράγων κατά ενός «συνδρόμου του Αφγανιστάν» που πολλοί αναλυτές της εξωτερικής πολιτικής φοβούνται.

Ένα άλλο μάθημα από το Βιετνάμ είναι η κρίσιμη σημασία της διαβούλευσης με τους συμμάχους των ΗΠΑ πολύ πριν από την αναχώρηση. Η ανακοίνωση του Nixon σχετικά με τις αποσύρσεις στρατιωτών από το Βιετνάμ μόλις λίγες ώρες μετά την ενημέρωση των συμμάχων για την απόφαση, έκανε βαθιά εχθρικές αρκετές από εκείνες τις κυβερνήσεις. Η Αυστραλία, ο πιο ζωηρός σύμμαχος των ΗΠΑ στην αρχή του πολέμου, ανταποκρίθηκε απεμπλεκόμενη από το Βιετνάμ ακόμη πιο γρήγορα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διοίκηση Trump πρέπει να αποφύγει να επαναλάβει αυτό το λάθος˙ δυστυχώς, το ιστορικό του στην αντιμετώπιση των συμμάχων δεν φαίνεται καλό στον τομέα αυτό. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θα έκαναν επίσης καλά να ακολουθήσουν το θαρραλέο παράδειγμα του προέδρου των ΗΠΑ, Τζέραλντ Φορντ, για την υποδοχή προσφύγων από το Νότιο Βιετνάμ, προβλέποντας τη μετανάστευση εκείνων των Αφγανών που ήταν πιο στενά συνδεδεμένοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες -και πάλι, καθόλου απλό έργο, ειδικά δεδομένης της εχθρότητας της διοίκησης απέναντι στη μετανάστευση.

Επειδή ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ήταν σε μεγάλο βαθμό αόρατος για τους περισσότερους Αμερικανούς, η εγχώρια πολιτική επίδραση της απόσυρσης θα είναι πιθανώς λιγότερο δραματική από ό, τι με το Βιετνάμ. Ένα χτύπημα στο Κογκρέσο για το ποιος έχασε το Αφγανιστάν φαίνεται απίθανο. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει η απόσυρση όσον αφορά την εγχώρια πολιτική είναι να διευρύνει το εσωκομματικό ρήγμα ανάμεσα στους Τραμπικούς εθνικιστές και τους Ρεπουμπλικάνους της κύριας τάσης, και να οξύνει την ήδη ευδιάκριτη δημόσια κόπωση με τις δαπανηρές και ατελείωτες συγκρούσεις στο εξωτερικό. Μια έρευνα [5] που παραγγέλθηκε από το Ίδρυμα Ομίλου Ευρασίας (Eurasia Group Foundation) το 2018, δείχνει ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών τάσσεται υπέρ μιας πιο εθνικιστικής προσέγγισης που δίνει προτεραιότητα στις επείγουσες εγχώριες ανάγκες, έναντι των δαπανηρών εκστρατειών για το ξαναφτιάξιμο του κόσμου κατ’ εικόνα της Αμερικής. Αυτό αντιπροσωπεύει μια μετατόπιση των τάσεων μακριά από την αποδοχή από την κοινή γνώμη μιας πιο παρεμβατικής πολιτικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και εκθέτει ένα ευρύτερο χάσμα μεταξύ των απόψεων του κοινού και εκείνων των ελίτ της εξωτερικής πολιτικής -ένα χάσμα που οι ηγέτες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν κατά την διαμόρφωση μελλοντικών πολιτικών.

Οι επιλογές που έχουν ενώπιόν τους οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα είναι γνωστές. Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να κλιμακώσει με την ελπίδα να κερδίσει τον πόλεμο˙ θα μπορούσε να επιμείνει όπως κάνει μέχρι στιγμής, προκαλώντας ένα παρατεταμένο αδιέξοδο˙ ή θα μπορούσε να θέσει τέρμα σε ένα αποτυχημένο τόλμημα που διήρκεσε 18 χρόνια και του οποίου το μακροπρόθεσμο κόστος μπορεί να ανέρχεται σε τρισεκατομμύρια δολάρια. Η επιλογή φαίνεται προφανής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εγκαταλείψουν την εμμονή τους με ιδεολογήματα όπως η αξιοπιστία ή ο φόβος να φανούν αδύναμες, και αντ’ αυτού να δρουν με βάση την κοινή λογική. Το πιο διαρκές μάθημα του Βιετνάμ -και του Αφγανιστάν- μπορεί να είναι ότι δεν υπάρχει καλή διέξοδος από έναν κακό πόλεμο, εκτός από τον τερματισμό του.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Ο GEORGE C. HERRING είναι επίτιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο America’s Longest War: The United States and Vietnam, 1950–1975 [1], του οποίου σύντομα θα κυκλοφορήσει η έκτη έκδοση.

Photo: Ένας Αμερικανός πεζοναύτης στην επαρχία Helmand, στο Αφγανιστάν, τον Φεβρουάριο του 2011. FINBARR O’REILLY / REUTERS
——————————————————————————

Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας