Άμυνα Διπλωματία

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων είναι η κορυφαία προτεραιότητα της Ουάσιγκτον

Αλλά η Κίνα και η Ρωσία δεν κρατούν τους περισσότερους Αμερικανούς ξύπνιους τη νύχτα

Richard Fontaine*

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων είναι ένα γεγονός στην τρέχουσα εποχή μας και είναι πιθανό να κρατήσει για τα καλά στο μέλλον. Η Ρωσία αντιπροσωπεύει μια οξεία βραχυπρόθεσμη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι κλειδωμένες σε έναν μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό σε στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Παρ’ όλη την έντονη εχθρότητα στην Ουάσινγκτον σήμερα, το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής της πόλης συμφωνεί σε μια σπάνια δικομματική συναίνεση: Ότι ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Ο αγώνας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των άλλων μεγάλων δυνάμεων, λέει η αναδυόμενη συναίνεση, θα διαμορφώσει θεμελιωδώς την γεωπολιτική που προχωρεί προς τα εμπρός, είτε για καλό είτε για κακό. Και πέραν της τρομοκρατίας, της κλιματικής αλλαγής ή των πυρηνικών όπλων στο Ιράν ή την Βόρεια Κορέα, οι απειλές που δημιουργούν αυτές οι άλλες μεγάλες δυνάμεις -δηλαδή η Κίνα και η Ρωσία- θα απασχολήσουν στις επόμενες δεκαετίες τους Αμερικανικούς υπευθύνους για την εξωτερική πολιτική.

Η διοίκηση του προέδρου Donald Trump υπήρξε πρωτοπόρος στον καθορισμό αυτής της νέας ατζέντας. Η στρατηγική εθνικής ασφάλειάς της, που δημοσιεύθηκε [1] τον Δεκέμβριο του 2017, απεικόνιζε την Κίνα και την Ρωσία ως ότι επιδιώκουν «να διαμορφώσουν έναν κόσμο αντιθετικό στις αμερικανικές αξίες και συμφέροντα», με το Πεκίνο να εκτοπίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Ινδο-Ειρηνικό και την Ρωσία να καθιερώνει σφαίρες επιρροής κοντά στα σύνορά της. Όταν παρουσίασε τη νέα Στρατηγική Εθνικής Άμυνας τον Ιανουάριο του 2018, ο τότε υπουργός Άμυνας, James Mattis, ανακοίνωσε [2] ότι «ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων -και όχι η τρομοκρατία- είναι πλέον ο πρωταρχικός στόχος της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας». Ο υπουργός Εξωτερικών, Mike Pompeo, είπε περίπου το ίδιο τον Απρίλιο, όταν είπε στους υπουργούς Εξωτερικών του ΝΑΤΟ ότι ο κόσμος είχε εισέλθει «σε μια νέα εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων» προσθέτοντας [3] ξεχωριστά ότι «η Κίνα θέλει να είναι η κυρίαρχη οικονομική και στρατιωτική δύναμη του κόσμου, διευρύνοντας το όραμά της για την κοινωνία και τις διεφθαρμένες πρακτικές της σε όλο τον κόσμο». Το GPC [Great Power competition] έχει γίνει πιο καινούργιο ακρωνύμιο στο Πεντάγωνο.

Αλλά η συναίνεση εκτείνεται πέρα από την τρέχουσα διοίκηση, στους ειδικούς της εξωτερικής πολιτικής, στους σημερινούς και πρώην αξιωματούχους της εθνικής ασφάλειας -και σε μεγάλο μέρος του χώρου των προεδρικών υποψηφιοτήτων των Δημοκρατικών. Η γερουσιαστής της Μασαχουσέτης, Elizabeth Warren, προειδοποίησε [4] πέρυσι ότι τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα «εργάζονται σταθερά για να επαναπροσδιορίσουν την παγκόσμια τάξη ώστε να ταιριάζουν στις δικές τους προτεραιότητες», ενώ ο γερουσιαστής του Βερμόντ, Bernie Sanders, επέκρινε την άνοδο ενός νέου αυταρχικού άξονα που περιλαμβάνει τη Μόσχα και το Πεκίνο και έχει πυροδοτήσει [5] «έναν παγκόσμιο αγώνα τεράστιων συνεπειών».

Υπάρχει μια εντυπωσιακή απόσταση, ωστόσο, μεταξύ της συναίνεσης στην Ουάσινγκτον και των απόψεων των περισσότερων Αμερικανών. Δημοσκόπηση μετά από δημοσκόπηση φαίνεται ότι ενώ οι ανησυχίες για την Κίνα αυξάνονται σταδιακά, η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών είναι σχετικά ήσυχη για τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων και επικεντρώνεται πολύ περισσότερο σε άλλες απειλές. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα για τη νέα ανταγωνιστική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένας ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων που θα κρατήσει μια ολόκληρη γενιά απαιτεί εστίαση σε εθνικό επίπεδο και νέες οικονομικές και στρατιωτικές προσεγγίσεις, οι οποίες θα είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς λαϊκή υποστήριξη.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Δεδομένης της σθεναρής συναίνεσης μεταξύ των ελίτ της εξωτερικής πολιτικής, είναι αξιοσημείωτο ότι το αμερικανικό κοινό εκφράζει πολύ διαφορετικά αισθήματα. Για παράδειγμα, σε μια έρευνα που δημοσιεύθηκε πρόσφατα [6] από το Chicago Council on Global Affairs, οι ερωτηθέντες κατέταξαν την Ρωσία ως την ένατη πιο πιεστική απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ (συνδεόμενη με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες) και την Κίνα ως την 11η πιο πιεστική απειλή (συνδεδεμένη με την άνοδο του αυταρχισμού). Τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων προτίμησαν να αντιμετωπιστεί η άνοδος της Κίνας μέσω φιλικής συνεργασίας και εμπλοκής, και μόλις το 30% προτιμούσε να περιοριστεί η ισχύς της. Μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών, οι κινεζικές δυνάμεις θεωρούνταν περισσότερο ως απειλή το 1998 και το 2002 από όσο σήμερα.

Η έρευνα αυτή δεν είναι ακραία. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Pew Research Center [7] ρώτησε τους Αμερικανούς να αξιολογήσουν επτά απειλές, από το Ιράν και την Βόρεια Κορέα μέχρι την κλιματική αλλαγή και το Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS). Η Κίνα ήρθε στην τέταρτη θέση και τελευταία η Ρωσία. Την περασμένη δεκαετία, οι Αμερικανοί συνεχώς κατέτασσαν την τρομοκρατία και τις κυβερνοεπιθέσεις ως τις δύο πιο πιεστικές απειλές για την εθνική ασφάλεια, όπως έπραξαν στην έρευνα του Chicago Council. Οι κλιματικές αλλαγές κατατάσσονται ολοένα και πιο κοντά στην κορυφή και, ενώ οι περιφερειακές απειλές ανεβοκατεβαίνουν στην δημόσια συνείδηση, οι Αμερικανοί εξακολουθούν να τείνουν να κατατάσσουν [8] την Βόρεια Κορέα ως μεγαλύτερη απειλή από τις μεγάλες δυνάμεις.

Αυτές οι απόψεις αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες πολιτικές προτιμήσεις στο ευρύ κοινό. Μια δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Reagan τον Νοέμβριο του 2018 [9] ρώτησε πού θα πρέπει οι Ηνωμένες Πολιτείες να εστιάσουν την στρατιωτική τους ισχύ. Ενδεχομένως προς έκπληξη εκείνων που επιδιώκουν να απομακρύνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις αναταραχές στη Μέση Ανατολή, δεν ήταν η Ευρώπη ή η Ασία που ήταν στην κορυφή της λίστας, αλλά η ίδια η Μέση Ανατολή. Μια άλλη δημοσκόπηση [10] του Center for American Progress, ζήτησε από τους ερωτηθέντες να καταγράψουν τις κορυφαίες τους προτεραιότητες επί της εξωτερικής πολιτικής. Το σταμάτημα των ρωσικών παρεμβάσεων στις πολιτικές των ΗΠΑ κατατάσσεται πίσω από την προστασία από την τρομοκρατία, την προστασία των αμερικανικών θέσεων εργασίας, τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης, την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την αντιμετώπιση του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Το ζήτημα της κινεζικής οικονομικής και στρατιωτικής επιθετικότητας κατατάσσεται ακόμη χαμηλότερα, κάτω από όλες τις αντίστοιχες προτεραιότητες, καθώς και ο τερματισμός της συμμετοχής στους πολέμους στη Μέση Ανατολή, η καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και η προώθηση του εμπορίου. Και ενώ το 95% των ελίτ της εξωτερικής πολιτικής θα επεδίωκε αντίποινα σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης εναντίον συμμάχου του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Eurasia Group Foundation [11], μόνο το 54% του κοινού θα έκανε το ίδιο. Μαζί, αυτές οι έρευνες σκιαγραφούν την εικόνα ενός αμερικανικού κοινού που ασχολείται λιγότερο με τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων παρά με απειλές -όπως η τρομοκρατία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα- που οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής έχουν υποβιβαστεί σε δεύτερη θέση.

Είναι πιθανό ότι το χάσμα ανάμεσα στην ελίτ και την κοινή γνώμη θα περιοριστεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι πολιτικοί θα προσαρμόζουν την εστίασή τους στις ανησυχίες που κινητοποιούν περισσότερο το κοινό. Οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής θα μπορούσαν να αρχίσουν να μιλούν για την τρομοκρατία και τις περιφερειακές απειλές ενώ θα πορεύονται την οδό των μεγάλων δυνάμεων. Πράγματι, κατά την διάρκεια της πρώτης ομιλίας του σχετικά με την Κατάσταση του Έθνους, αμέσως μετά την δημοσίευση της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, ο Trump υπογράμμισε τις προκλήσεις όχι του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, αλλά της τρομοκρατίας, της Βόρειας Κορέας και της παράνομης μετανάστευσης.

Αλλά μια άλλη, ίσως μεγαλύτερη, πιθανότητα είναι ότι το χάσμα απλά θα επιμείνει. Για δεκαετίες, οι ελίτ ήταν περισσότερο υποστηρικτικές προς την παγκοσμιοποίηση, το εμπόριο, την εξωτερική βοήθεια, και τις συμμαχίες, από όσο ήταν το αμερικανικό κοινό. Το πρόβλημα είναι ότι τα κενά που επιμένουν [τελικά] προκαλούν αντιδράσεις -ένα φαινόμενο που οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμφισβήτητα βλέπουν σήμερα με την αντίδραση κατά της παγκοσμιοποίησης, του εμπορίου και των συμμαχιών. Και στον βαθμό που ο μακροπρόθεσμος ανταγωνισμός με την Ρωσία και την Κίνα απαιτεί αντιδράσεις «ολόκληρης της κοινωνίας» και όχι μόνο μια σειρά νέων πολιτικών [δράσεων], όπως πολλοί στην Ουάσινγκτον υποστηρίζουν τώρα [12], μια έλλειψη δημόσιας υποστήριξης εγκυμονεί κινδύνους.

Η απάντηση που προτιμά η Ουάσινγκτον φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από την εκπαίδευση του αμερικανικού λαού για τις απειλές των μεγάλων δυνάμεων. Με την Κίνα, το χάσμα αρχίζει ήδη να μειώνεται: Μια έρευνα τον Φεβρουάριο από το Chicago Council [13] έδειξε ότι το ποσοστό των ερωτηθέντων που χαρακτηρίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα «κυρίως αντιπάλους» αυξήθηκε από 50% τον Μάρτιο του 2018 σε 63%. Είναι σίγουρα δελεαστικό να δανειστεί κάποιος από την σκέψη του Dean Acheson και να καταστήσει τις απειλές της Ρωσίας και της Κίνας «πιο ξεκάθαρες από την αλήθεια» -δηλαδή, να τις απεικονίσει ως κρίσιμες και επικείμενες- κατευθύνοντας έτσι την χώρα προς την δράση. Η ανησυχία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, οι ελίτ θα φλερτάρουν με την υπέρμετρη αντίδραση και θα αυξήσουν το άγχος στο κοινό. Η καλύτερη πορεία είναι να εξηγείται συνεχώς η φύση του μακροπρόθεσμου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και να συνδεθεί με συγκεκριμένες δράσεις που πρέπει να αναλάβουν οι Αμερικανοί για να ενισχύσουν την θέση τους.

ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΠΕΙΛΕΣ

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων είναι ένα γεγονός στην τρέχουσα εποχή μας και είναι πιθανό να κρατήσει για τα καλά στο μέλλον. Η Ρωσία αντιπροσωπεύει μια οξεία βραχυπρόθεσμη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι αποκλειστικά λόγω της παρέμβασής της στην αμερικανική δημοκρατία. Ταυτόχρονα, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι κλειδωμένες σε έναν μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό σε στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Όμως, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών, και για λόγους άλλους εκτός από το γεγονός ότι ο αμερικανικός λαός έχει άλλες προτεραιότητες. Αν μείνουν χωρίς παρακολούθηση, άλλες απειλές -όπως μια μαζικών θυμάτων τρομοκρατική επίθεση στο έδαφος των ΗΠΑ ή ένας βορειοκορεατικός πύραυλος που θα πέσει κοντά τις Ηνωμένες Πολιτείες – θα μπορούσαν εύκολα να ανατρέψουν ένα προσεκτικά κατασκευασμένο σύνολο πολιτικών με στόχο την αντιμετώπιση της Ρωσίας και της Κίνας. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πειρασμός να υιοθετηθεί η αντιτρομοκρατία ή ο περιορισμός των κρατών-κακοποιών ως κύρια προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας θα μπορούσε να γίνει ακαταμάχητος -αφήνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ακόμη πιο ευάλωτες σε απειλές από την Ρωσία και την Κίνα.

Έχει γίνει ένα αξίωμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να κάνουν τα πάντα, παντού -αν μπορούσαν ποτέ. Οι απειλές είναι ιδιαιτέρως πολλαπλές, οι πόροι ιδιαίτερα σπάνιοι. Ασφαλώς είναι αλήθεια ότι πρέπει να γίνουν δύσκολες επιλογές σχετικά με τις προτεραιότητες. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν την Κίνα και την Ρωσία ενώ ταυτόχρονα ελαχιστοποιούν ή απορρίπτουν άλλες κρίσιμες απειλές, ειδικά εκείνες που κινητοποιούν το κοινό περισσότερο από τις ανησυχίες για τις πορείες που χαράσσουν οι μεγάλες δυνάμεις. Το πώς θα εξισορροπηθούν αυτές οι αξιόλογες προτεραιότητες με έναν διαχειρίσιμο και βιώσιμο τρόπο θα αποτελέσει την πρωταρχική πρόκληση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο RICHARD FONTAINE είναι επικεφαλής εκτελεστικό στέλεχος στο Center for a New American Security.

Photo: Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, σε χειραψία, σε μια συνάντησή τους τον Ιούνιο του 2019. Evgenia Novozhenina / Reuters
——————————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας