Άμυνα Διπλωματία

Ο καπιταλισμός πρέπει να μεταρρυθμιστεί για να επιζήσει

Από τους μετόχους στους συμμέτοχους

Οι εταιρείες και οι μέτοχοί τους πρέπει να συμφωνήσουν σε μια μακροπρόθεσμη θεώρηση των στόχων και των επιδόσεών τους, αντί να αφήσουν τα τριμηνιαία αποτελέσματα να υπαγορεύουν τα πάντα. Από εκεί και πέρα, οι εταιρείες πρέπει να αναλάβουν πιο συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την καταβολή δίκαιων τιμών, μισθών και φόρων οπουδήποτε κι αν λειτουργούν.

Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σήμερα μια υπαρξιακή επιλογή. Είτε θα αγκαλιάσουν ολόψυχα τον «καπιταλισμό των συμμέτοχων» (stakeholder capitalism) και θα αποδεχθούν τις ευθύνες [1] που τον συνοδεύουν με το να κάνουν ενεργά βήματα για την επίτευξη των κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, είτε θα προσκολληθούν σε έναν ξεπερασμένο «καπιταλισμό μετόχων» (shareholder capitalism) που δίνει προτεραιότητα στα βραχυπρόθεσμα κέρδη σε σχέση με οτιδήποτε άλλο -και περιμένει τους εργαζόμενους, τους πελάτες και τους ψηφοφόρους να αναγκάσουν την αλλαγή σε αυτόν από τα έξω.

Η αξιολόγηση αυτή μπορεί να φαίνεται τραχιά όταν προέρχεται από κάποιον ο οποίος πάντα πίστευε στον καίριο ρόλο που διαδραματίζουν οι εταιρείες στην παγκόσμια οικονομία. Αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Το οικολογικό μας αποτύπωμα έχει επεκταθεί πολύ πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει η γη. Τα κοινωνικά μας συστήματα αποκτούν ρωγμές. Οι οικονομίες μας δεν οδηγούν πλέον στην ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς.

Οι σημερινές νεότερες γενιές απλώς δεν αποδέχονται ότι οι εταιρείες θα πρέπει να επιδιώκουν κέρδη εις βάρος της ευρύτερης περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευημερίας. Γνωρίζουμε ότι μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς είναι απαραίτητη για την επίτευξη μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και κοινωνικής προόδου. Δεν θα πρέπει να θέλουμε να αντικαταστήσουμε αυτό το σύστημα. Αλλά με την σημερινή μορφή του, ο καπιταλισμός έχει φτάσει στα όριά του. Αν δεν μεταρρυθμιστεί εκ των έσω, δεν θα επιζήσει.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΤΟΧΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΟΥΣ

Πέρυσι, η Business Roundtable (Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα), μια οργάνωση που εκπροσωπεί πολλές από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες, ανακοίνωσε [2] ότι ήθελε να απομακρυνθεί από την υπεροχή των μετόχων και προς μια δέσμευση προς όλους τους συμμέτοχους. Επαναπροσδιόρισε τον σκοπό μιας εταιρείας στο να προωθήσει «μια οικονομία που εξυπηρετεί όλους τους Αμερικανούς» – όχι μόνο εκείνους που κατέχουν μετοχές.

Οι διευθύνοντες σύμβουλοι (CEO) που υπέγραψαν την δήλωση της Business Roundtable ήταν ένα πραγματικό Who’s Who του αμερικανικού καπιταλισμού. Ως πρόεδρος του Business Roundtable, ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, Jamie Dimon, ήταν ο πρώτος που την ενέκρινε. Μεταξύ των 181 υπογραφόντων ήταν επίσης ο Alex Gorsky της Johnson & Johnson, η Ginni Rometty της IBM, ο Mortimer J. Buckley της Vanguard και η Tricia Griffith της Progressive.

Η δήλωση αντιμετωπίστηκε με μικτές αντιδράσεις. Κάποιοι την είδαν απλώς ως έναν ελιγμό για να προκαταλάβουν την πίεση από μια ανερχόμενη αριστερά. Άλλοι την απέρριψαν ως προσχηματική, ως μια επί το πλείστον συμβολική κίνηση χωρίς συγκεκριμένες ενέργειες που να την υποστηρίζουν. Πώς μπορεί μια εταιρεία να ισχυριστεί ότι έχει εφαρμόσει μια σημαντική αλλαγή, ρώτησαν οι σκεπτικιστές, εάν οι τριμηνιαίοι ισολογισμοί της εξακολουθούν να εστιάζουν στη μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος;

Αλλά ένας τέτοιος σκεπτικισμός παραβλέπει το πόσο σημαντική είναι αυτή η στροφή -και η ευκαιρία να μετατραπεί σε πραγματική αλλαγή. Από το 1997, κάθε προηγούμενη σειρά αρχών που υιοθετήθηκε από την Business Roundtable έθετε στην κορυφή [των προτεραιοτήτων] την υπεροχή των μετόχων. Το να εγκαταλείψει αυτήν την αρχή η ομάδα ήταν κάτι επαναστατικό. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι, αν αυτά τα λόγια δεν μεταφραστούν σε συλλογικές ενέργειες, η επανάσταση θα είναι βραχύβια.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ;

Τι μπορεί λοιπόν να γίνει για να διασφαλιστεί ότι η μετάβαση στον καπιταλισμό των συμμέτοχων (stakeholder capitalism) είναι πραγματική και διαρκής; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό αξίζει τον κόπο να κοιτάξουμε πίσω στο μεταπολεμικό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα [3] και στον ρόλο που διαδραματίζουν μέσα σε αυτό οι εταιρείες, οι κυβερνήσεις, η κοινωνία των πολιτών και οι διεθνείς οργανισμοί. Ορισμένοι μπορεί να πιστεύουν ότι ο Δυτικός καπιταλισμός έβαζε πάντα πρώτα τους μετόχους. Αυτό δεν είναι έτσι.

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum) ιδρύθηκε πριν από πέντε δεκαετίες στο Νταβός για να προωθήσει το «multistakeholder concept» (την έννοια των πολλαπλών συμμέτοχων) -ένα μοντέλο που αναπτύχθηκε από τις γνώσεις μου τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την αμερικανική προσέγγιση [4] στον καπιταλισμό. Οι αμερικανικές εταιρείες στη μεταπολεμική περίοδο είχαν τελειοποιήσει την επιχειρηματική και οικονομική διαχείριση, βελτιστοποιώντας την ανάπτυξη και τα κέρδη. Έκανε τις αμερικανικές εταιρείες και τους Αμερικανούς διανοητές του μάνατζμεντ ζηλευτούς σε όλο τον κόσμο. Αλλά οι Ευρωπαίοι μάνατζερς εκείνη την εποχή έκαναν επίσης κάτι σωστό. Είχαν ένα κοινωνικό αντανακλαστικό, εμφανές στην βαθιά δέσμευσή τους στους εργαζομένους, τους πελάτες και τους προμηθευτές τους. Ως φοιτητής μηχανικός, είχα δουλέψει σε διάφορα εργοστάσια. Περνώντας τον χρόνο μου με συναδέλφους μου εργάτες, μου επιβεβαίωσε ότι οι εργάτες (blue-collar workers) είναι το ίδιο λαμπροί, και προσθέτουν εξίσου σημαντική αξία σε μια εταιρεία, όπως οι υπάλληλοι (white-collar workers) ομόλογοί τους ή οι μέτοχοι των εταιρειών στις οποίες εργάζονται.

Οι ιδέες του καπιταλισμού των συμμέτοχων (που περιέγραψα για πρώτη φορά στο βιβλίο μου το 1971 [5], Modern Enterprise Management in Mechanical Engineering [«Σύγχρονη Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Μηχανολογία»]) ενημερώνουν το Μανιφέστο του Νταβός που υπογράφηκε στο νεοσυσταθέν Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Η πρώτη γραμμή του μανιφέστου δήλωνε ότι «ο σκοπός του επαγγελματικού μάνατζμεντ είναι να εξυπηρετεί πελάτες, μετόχους, εργαζόμενους και υπαλλήλους, καθώς και κοινωνίες, και να εναρμονίζει τα διαφορετικά συμφέροντα των συμμέτοχων (stakeholders)».

Το Μανιφέστο του Νταβός είχε τις ρίζες του στην πρόσφατη μεταπολεμική εμπειρία, αλλά ήταν και η αποκατάσταση ενός μακρύτερου ιστορικού τόξου. Οι εταιρείες ήταν πάντα κοινωνικές μονάδες καθώς και οικονομικές μονάδες. Πράγματι, οι εταιρίες δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά στη μεσαιωνική Ευρώπη ως ένα ανεξάρτητο όχημα για την επίτευξη οικονομικής προόδου αλλά και για την δημιουργία ευημερίας για την κοινωνία ή για την οικοδόμηση θεσμών για το δημόσιο καλό [6], όπως τα νοσοκομεία και τα πανεπιστήμια -αυτό που αποκαλούμε σήμερα «κοινή αξία».

Αλλά αυτό το όραμα για τις εταιρείες δεν υιοθετήθηκε γενικά από τον κόσμο. Την ίδια εποχή, ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Μίλτον Φρίντμαν, παρουσίασε ένα πολύ διαφορετικό όραμα [7]. «Υπάρχει μια και μόνο κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων», έγραψε, και αυτό είναι «να χρησιμοποιούν τους πόρους τους και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην αύξηση των κερδών τους». Η επιχειρηματική δραστηριότητα, με λίγα λόγια, ήταν η επιχείρηση. Η ιδέα της υπεροχής των μετόχων γεννήθηκε. Πριν από πολύ καιρό, αγκαλιάστηκε από την Business Roundtable και άλλους ηγέτες στον τομέα.

ΑΒΟΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Για τις λίγες επόμενες δεκαετίες, φαίνεται ότι ο καπιταλισμός των μετόχων ήταν πραγματικά ανώτερος από τον καπιταλισμό των συμμέτοχων. Οι εταιρείες των ΗΠΑ αύξησαν την κυριαρχία τους και η υπεροχή των μετόχων έγινε ο κανόνας στις διεθνείς επιχειρήσεις. Κανείς δεν έπιασε την ατμόσφαιρα καλύτερα, ίσως, από τον Gordon Gekko που υποδυόταν ο Michael Douglas στην ταινία Wall Street. «Η απληστία, εν τη ελλείψει καλύτερου όρου», είπε, «είναι καλή». Τα λόγια του ήταν μυθοπλασία, αλλά πολλοί στον επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό κόσμο συμφώνησαν.

Αλλά η υψηλή ανάπτυξη της δεκαετίας του ’80, της δεκαετίας του ’90 και των πρώτων χρόνων αυτού του αιώνα κάλυψε μερικές άσκοπες αλήθειες. Οι μισθοί στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να παραμένουν στάσιμοι από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, και η δύναμη των συνδικάτων μειώθηκε σημαντικά. Το φυσικό περιβάλλον επιδεινωνόταν καθώς βελτιωνόταν η οικονομία. Και οι κυβερνήσεις το έβρισκαν όλο και πιο δύσκολο να συγκεντρώσουν φόρους από πολυεθνικές εταιρείες. Όλα αυτά τα προβλήματα έχουν συνδυαστεί στην τρέχουσα κρίση -και η μόνη βιώσιμη απάντηση είναι η επιστροφή στον καπιταλισμό των συμμέτοχων [8] που εκτοπίστηκε από το μετοχικό μοντέλο.

Στις τέσσερις δεκαετίες από το 1980, η οικονομική ανισότητα όλων των μορφών έχει αυξηθεί σημαντικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως, η προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό αύξηση του εισοδήματος στο κατώτατο 90% ήταν ουσιαστικά μηδενική, ενώ τα εισοδήματα του κορυφαίου 0,01% αυξήθηκαν περισσότερο από το πενταπλάσιο. Η ανισότητα του πλούτου [9] έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Και οι τάσεις είναι παρόμοιες, αν και μερικές φορές λιγότερο έντονες, σχεδόν παντού στον κόσμο. Στην δεκαετία του 1960, ένας διευθύνων σύμβουλος θα μπορούσε να κερδίσει 20 φορές αυτό που κέρδιζαν οι εργαζόμενοί του. Σήμερα, οι Αμερικανοί διευθύνοντες σύμβουλοι κερδίζουν κατά μέσο όρο 287 φορές πάνω από τον μέσο μισθό.

Ταυτόχρονα, οι κορυφαίες εταιρείες παγκοσμίως μεγάλωναν συνεχώς, οδηγώντας σε αύξηση της ισχύος της αγοράς και σε αλλαγή στις σχέσεις τους με τις κοινότητες και τις κυβερνήσεις. Εκεί που οι εταιρείες κάποτε ήταν βαθιά ενσωματωμένες στις κοινότητες όπου λειτουργούσαν, οι συνδέσεις αυτές μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Καθώς εκμεταλλεύονται με έξυπνο τρόπο την πνευματική ιδιοκτησία και την παγκόσμια μεταβίβαση των τιμολογήσεων, πολλές εταιρείες -με γνώμονα τη μεγιστοποίηση των κερδών- έχουν καταστεί λιγότερο αξιόπιστοι φορολογούμενοι. Και καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει αναπτυχθεί με τρόπο που αποσυνδέεται όλο και περισσότερο από την πραγματική οικονομική ανάπτυξη, έχει επιδιώξει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα εις βάρος της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν η παρακμή του δεσμού μεταξύ επιχειρήσεων και κοινωνίας. Και οι κυβερνήσεις, αντιμέτωπες με νέες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, συχνά δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν τις απαιτούμενες επενδύσεις, στερημένες καθώς είναι από τα αναγκαία φορολογικά έσοδα.

Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, το περιβάλλον συνέχισε να υποφέρει ως αποτέλεσμα της οικονομικής δραστηριότητας που οδηγείται αποκλειστικά από τη μεγιστοποίηση των κερδών. Και αυτό επίσης ήταν μια ανησυχία ήδη από την δεκαετία του 1970. Στο Davos, το 1973, ο Aurelio Peccei της Λέσχης της Ρώμης μίλησε για τα επικείμενα «όρια της ανάπτυξης». Και το Μανιφέστο του Νταβός σημείωσε ότι το μάνατζμεντ «πρέπει να αναλάβει τον ρόλο του θεματοφύλακα του υλικού σύμπαντος για τις μελλοντικές γενιές» και «να χρησιμοποιήσει τους άυλους και υλικούς πόρους που έχει στην διάθεσή του με τον βέλτιστο τρόπο».

Γνωρίζουμε τώρα ότι αν η χρήση των φυσικών πόρων του κόσμου είχε παραμείνει στα επίπεδα της δεκαετίας του 1970, πιθανότατα δεν θα είχαμε σήμερα μια κλιματική κρίση [10]. Σύμφωνα με το Global Footprint Network, το 1969 ήταν το τελευταίο έτος στο οποίο το οικολογικό αποτύπωμα της ανθρωπότητας ήταν αρκετά μικρό για να είναι βιώσιμο. Από τότε, υπερβαίνουμε συνεχώς αυτό το όριο. Τώρα, το 2020, χρησιμοποιούμε πόρους με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό.

ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Καθώς οι νέοι από όλο τον κόσμο μάς υπενθυμίζουν προσφάτως, τώρα είναι η στιγμή να διορθώσουμε το ιστορικό λάθος μας. Ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο καπιταλισμός είναι να επιστρέψουμε και -να διπλασιάσουμε τις προσπάθειές μας για- το μοντέλο των συμμέτοχων (the stakeholder model) που ανακαλύψαμε και στην συνέχεια ξεχάσαμε πριν από δεκαετίες. Αλλά με την κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική κατάσταση που είναι πλέον αρκετές φορές χειρότερη από ό, τι ήταν, θα χρειαστεί περισσότερο από ποτέ να κάνουμε αλλαγές που υπερβαίνουν τα απλά λόγια. Πώς μπορούμε να το κάνουμε αυτό;

Κατ’ αρχήν, οι εταιρείες και οι μέτοχοί τους πρέπει να συμφωνήσουν σε μια μακροπρόθεσμη θεώρηση των στόχων και των επιδόσεών τους, αντί να αφήσουν τα τριμηνιαία αποτελέσματα να υπαγορεύουν τα πάντα. Από εκεί και πέρα, οι εταιρείες πρέπει να αναλάβουν πιο συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την καταβολή δίκαιων τιμών, μισθών και φόρων οπουδήποτε κι αν λειτουργούν. Τέλος, πρέπει να ενσωματώσουμε περιβαλλοντικές, κοινωνικές και διοικητικές μετρήσεις στα επίσημα συστήματα αναφοράς και ελέγχου των επιχειρήσεων.

Αυτά τα βήματα απαιτούν σημαντικές αλλαγές. Αλλά η εναλλακτική λύση θα είναι ακόμη πιο δύσκολη και ενδεχομένως αποδιοργανωτική. Οι εταιρείες θα υποχρεωθούν από τις νέες γενιές εργαζομένων, καταναλωτών και ψηφοφόρων να αλλάξουν τους τρόπους τους, είτε θέλουν είτε όχι. Πολλές εταιρείες, οι οποίες θα απορριφθούν από αυτές τις ομάδες, θα μπορούσαν να εξαφανιστούν σιγά-σιγά. Ή οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να γίνουν πιο σκληρές στην επιβολή νέων κανόνων, επαναβεβαιώνοντας για τον εαυτό τους τον ρόλο ενός γιγάντιου διαιτητή στις αγορές.

Εάν οι εταιρείες επιθυμούν να αποφύγουν τέτοια σενάρια, το 2020 θα είναι ένα καίριο έτος. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, θα συνεχίσουμε να προωθούμε και να υποστηρίζουμε τον καπιταλισμό των συμμέτοχων, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις να τον καταστήσουμε περιεκτικό και βιώσιμο. Αυτή μπορεί να είναι η τελευταία μας ευκαιρία να μεταρρυθμίσουμε τον καπιταλισμό εκ των έσω. Θα πρέπει να μην την χάσουμε.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο KLAUS SCHWAB είναι ιδρυτής και εκτελεστικός πρόεδρος του World Economic Forum.

Photo: Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, τον Δεκέμβριο του 2018. Brendan McDermid / Reuters
————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας