Άμυνα Διπλωματία

Ο Μπόλτον ήταν η καλύτερη επιλογή του Trump, μέχρι που δεν ήταν

Για έναν ευμετάβλητο πρόεδρο, η πλήρωση της θέσης του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας είναι η πιο δύσκολη

*Ivo H. Daalder και I. M. Destler

Η απόλυση του Τζον Μπόλτον από την θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, υπογραμμίζει την δυσκολία να καλυφθεί αυτός ο συγκεκριμένος ρόλος, είτε του έντιμου μεσολαβητή είτε του ειλικρινούς συμβούλου, για έναν πρόεδρο που αποστρέφεται τις διαδικασίες και τείνει να ακολουθεί το «ένστικτό» του.

Σε λιγότερο από τρία χρόνια, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε τρεις άκρως διαφορετικούς Συμβούλους Εθνικής Ασφάλειας: Έναν βοηθό [της προεκλογικής του] καμπάνιας με πολυτάραχο παρελθόν, έναν σεβαστό στρατηγό, και έναν ιδεολόγο με ισχυρές απόψεις προφανώς σε συμφωνία με τις δικές του. Όλοι τελικά απέτυχαν. Η απόλυση του John R. Bolton είναι μόνο το τελευταίο και πιο δραματικό επεισόδιο στις ωδίνες της εθνικής ασφάλειας του Trump. Αν και ο απερχόμενος σύμβουλος πορεύθηκε μέσα από δύσκολες πολιτικές για το Ιράν και άλλα ζητήματα, το αυστηρό, ασυμβίβαστο στυλ του αποδείχθηκε, με την πάροδο του χρόνου, απαράδεκτο για τον πρόεδρο, ο οποίος «διαφώνησε έντονα με πολλές από τις προτάσεις του». Η απόλυσή του υπογραμμίζει την δυσκολία να καλυφθεί αυτός ο συγκεκριμένος ρόλος, είτε του έντιμου μεσολαβητή είτε του ειλικρινούς συμβούλου, για έναν πρόεδρο που αποστρέφεται τις διαδικασίες και τείνει να ακολουθεί το «ένστικτό» του.

Το έργο του συμβούλου εθνικής ασφάλειας είναι μια προεδρική δημιουργία, που δεν είναι θεσμοθετημένη από τη νομοθεσία ούτε απαιτεί επιβεβαίωση από την Γερουσία. Στην ιδανική περίπτωση, ο σύμβουλος συνδέει τον πρόεδρο με άλλους ανώτερους αξιωματούχους, διαβεβαιώνει ότι [ο πρόεδρος] ακούει όλες τις σχετικές απόψεις και βλέπει ότι οι πολιτικές αποφάσεις του [προέδρου] μεταφράζονται σε δράση. Στην πράξη, η ικανότητα των συμβούλων να λειτουργούν αποτελεσματικά εξαρτάται λιγότερο από την διαδικασία που καθιερώνουν παρά από τις τάσεις και τις προτιμήσεις του προέδρου που υπηρετούν.

Λίγοι πρόεδροι σκέφτηκαν λιγότερο σχετικά με την διαχείριση της πολιτικής εθνικής ασφάλειας την ημέρα που εισήλθαν στο Λευκό Οίκο από όσο ο Donald J. Trump. Είχε κατεβεί [στις εκλογές] για πρόεδρος χωρίς πραγματικά να περιμένει να κερδίσει και επικεντρώθηκε ελάχιστα στις λεπτομέρειες της διοίκησης ακόμα και αφότου κέρδισε. Στον Λευκό Οίκο, ο Trump απέφυγε τις επίσημες διαδικασίες και εξειδικεύεις και αντ’ αυτού βασίστηκε στις συχνά μεταβαλλόμενες παρορμήσεις του.

Κάθε ένας από τους τρεις συμβούλους εθνικής ασφάλειας του Trump προσπάθησε, με μικτή επιτυχία, να προσαρμόσει στα ένστικτα του προέδρου μια διαδικασία που φέρνει την κυβερνητική εξειδίκευση στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο Μπόλτον ήταν ίσως ουσιαστικά και ιδιοσυγκρασιακά ο πιο κατάλληλος για να βοηθήσει τον Trump να ακολουθήσει την εξωτερική πολιτική του «Πρώτα η Αμερική». Αλλά ακόμα και αυτός βρέθηκε σε δυσαρμονία με τον αποφασιστικά ευμετάβλητο πρόεδρο. Και το βασικό στιλ του Μπόλτον -που σπεύδει να πάρει αποφάσεις, εξαιρώντας τους συμβούλους με αποκλίνουσες απόψεις- μπορεί να έφερε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, αλλά με την πάροδο του χρόνου ήταν μια συνταγή για καταστροφή της πολιτικής.

ΕΝΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

Η αρχική επιλογή του Trump για Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, ο συνταξιούχος αντιστράτηγος Michael Flynn, ήταν ο ανώτερος σύμβουλος της καμπάνιας του για την πολιτική εθνικής ασφάλειας. Ο Flynn ήταν μια περίεργη επιλογή. Είχε ακραίες απόψεις σχετικά με την απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, αμφισβητούμενες σχέσεις με ξένες οντότητες και κυβερνήσεις, και μια ρόδινη άποψη για την Ρωσία. Είχε επίσης απολυθεί από την τελευταία κυβερνητική δουλειά του [κατηγορηθείς] για διοικητική ανικανότητα. Αλλά ο Trump αξιολόγησε την πίστη του, και αγνόησε τις παρακλήσεις τόσο του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα όσο και του Chris Christie, του αρχικού προέδρου της μεταβατικής ομάδας του, που προειδοποίησαν τον επερχόμενο πρόεδρο να μην διορίσει τον Flynn.

Ο Flynn ήταν ακατανόητος από την αρχή. Υποτίθεται ότι θα καθιερωνόταν ως το μόνο κέντρο εξουσίας για τις υποθέσεις εθνικής ασφάλειας στον Λευκό Οίκο. Αντίθετα, αγωνίστηκε για πρόσβαση, προσοχή, και έλεγχο με προσωπικότητες όπως ο Steve Bannon, επικεφαλής στρατηγιστής του προέδρου, ο οποίος εξασφάλισε μια θέση στην βασική Επιτροπή Διευθυντών του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (NSC), και ο Jared Kushner, γαμπρός του προέδρου, ο οποίος χρησίμευσε ως κύριος αγωγός μεταξύ Trump και ορισμένων ξένων κυβερνήσεων. Πριν ο Flynn μπορέσει να κάνει περισσότερα από το να προσλάβει μερικούς ανθρώπους που μοιράζονταν την σκοτεινή άποψή του για τον κόσμο, ενεπλάκη σε μια διαμάχη που επικεντρωνόταν στις επαφές του με τον Ρώσο πρεσβευτή μετά τις εκλογές. Εκδιωγμένος μόλις 24 ημέρες στην δουλειά, ο Flynn κατέγραψε ρεκόρ για την συντομότερη θητεία έναντι όποιου υπηρέτησε στην θέση αυτή.

Ο Flynn ήταν μια από τις λίγες προσωπικότητες της εθνικής ασφαλείας που γνώριζε ο Trump προσωπικά, και όταν ήρθε η ώρα να τον αντικαταστήσει, ο Trump έπρεπε να αυτοσχεδιάσει. Για άλλους τέτοιους διορισμούς, είχε επιλέξει ανθρώπους που ταίριαζαν με την θέση -είτε ισχυρούς στρατηγούς όπως ο James Mattis και ο John Kelly, τους οποίους διόρισε αντίστοιχα ως υπουργούς Άμυνας και Εσωτερικής Ασφάλειας είτε επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων όπως ο Rex Tillerson, Διευθύνων Σύμβουλος της ExxonMobil που έγινε ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών του Trump.

Τώρα, ο Trump βρήκε έναν άλλο αξιωματικό του στρατού, τον αντιστράτηγο H. R. McMaster, να αναλάβει την θέση του συμβούλου της εθνικής ασφάλειας. Ο McMaster είχε μια επική καριέρα ως βετεράνος των μαχών στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ήταν επίσης ένας αξιοσέβαστος διανοητής της άμυνας, αφού βοήθησε στο σχεδιασμό της στρατιωτικής αντι-ανταρτικής στρατηγικής στο Ιράκ και έγραψε μια αιχμηρή κριτική για την στρατιωτική ηγεσία κατά την διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Ο διορισμός του McMaster έγινε ευρέως αποδεκτός στους διαδρόμους της εξουσίας στην Ουάσινγκτον. Ο γερουσιαστής της Αριζόνα, Τζον Μακέιν, ένας από τους κορυφαίους επικριτές του Trump, σημείωσε [2] επιδοκιμαστικά ότι δεν θα μπορούσε να φανταστεί «μια καλύτερη, πιο ικανή εθνική ομάδα ασφάλειας από αυτή που έχουμε τώρα».

Αν και ποτέ δεν είχε υπηρετήσει στην Ουάσινγκτον, ο McMaster προσέγγισε την δουλειά με ακρίβεια εγχειριδίου. Συναντήθηκε με όλους τους εν ζωή προκατόχους του και ζήτησε την συμβουλή τους. Ξερίζωσε μερικά από τα πιο ιδεολογικά στελέχη που είχε φέρει ο Flynn, και διαβεβαίωσε πολλούς αξιωματούχους των διπλωματικών, στρατιωτικών και μυστικών υπηρεσιών που είχαν αποσπασθεί από άλλες υπηρεσίες ότι σεβόταν την υπηρεσία και την εργασία τους, ακόμα κι αν δεν είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία του Τραμπ. Επανέφερε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου και τον διευθυντή πληροφοριών στην Επιτροπή Διευθυντών του NSC (ο Flynn τους είχε απομακρύνει) και έφερε την εσωτερική ασφάλεια κάτω από την αιγίδα του NSC (ο Flynn την είχε διαχωρίσει). Έβγαλε τον Bannon από την επιτροπή του NSC. Και καθιέρωσε συσκέψεις ρουτίνας σε πολλαπλά επίπεδα για τους σκοπούς τόσο του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού όσο και της αντιμετώπισης κρίσεων. Ο McMaster’s ήταν ένα εγχειρίδιο διαδικασιών του NSC.

Ωστόσο, ο Trump δεν ενδιαφερόταν για λεπτομερείς ενημερώσεις πολιτικής ή για μακρές συναντήσεις που αφορούσαν όλες τις διαθέσιμες επιλογές. Ο πρόεδρος πίστευε στο ένστικτό του αντί στις συμβουλές και την διαδικασία: «Το ένστικτό μου, μου λέει μερικές φορές περισσότερα από όσα μπορεί να μου πει ποτέ ο εγκέφαλος οποιουδήποτε άλλου», δήλωσε κάποτε ο Trump [3].

Ο McMaster δεν έγινε δημοφιλής ποτέ. Θα ενημέρωνε τον πρόεδρο με τυπικές, λεπτομερείς παρουσιάσεις. Συγκαλούσε συναντήσεις για να μελετήσει κάθε λεπτομέρεια της πολιτικής. Αλλά ποτέ δεν καθιέρωσε το είδος της στενής, άτυπης σχέσης με τον πρόεδρο, κάτι που ήταν απαραίτητο για την επιτυχία. Άλλοι παίκτες σύντομα καταλάβαιναν ότι ο Trump αγνοούσε την διαδικασία του McMaster -κι έτσι άρχισαν να τον αγνοούν επίσης. Οι Mattis και Tillerson συναντώντο συχνά για να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν, αφήνοντας τον McMaster έξω από τις συζητήσεις τους. Και συχνά αγνοούσαν τις οδηγίες του ή έστελναν ανθρώπους χαμηλότερου επιπέδου στις συναντήσεις που ο ίδιος συγκαλούσε. Ο McMaster επέμεινε. Αλλά στο τέλος, αναμφισβήτητα ανακουφίστηκε όταν, τον Μάρτιο του 2018, ο Trump του είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγει.

ΕΝΑΣ ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΜΕ ΛΟΥΡΙ

Δείτε τον John R. Bolton, έναν παίκτη εθνικής ασφάλειας με μακρά εμπειρία και ισχυρές απόψεις, πολλές από τις οποίες ήταν πιο ευθυγραμμισμένες με την οπτική του Trump «Πρώτα η Αμερική» από όσο ήταν του McMaster. Ο Μπόλτον κατάλαβε ότι ο Trump δεν ήθελε δομημένες συναντήσεις και λεπτομερείς ενημερώσεις. Ξεκίνησε να διαμορφώνει το προσωπικό του NSC εξαλείφοντας θέσεις που ασχολούνται με ζητήματα όπως η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και οι παγκόσμιες πανδημίες. Μείωσε την συχνότητα των δι-υπηρεσιακών συναντήσεων. Και επικεντρώθηκε στην υποστήριξη του προέδρου με το να του δίνει τις καλύτερες συμβουλές του.

Όπως και ο πρόεδρος, ο Μπόλτον προτιμούσε να εργάζεται μόνος του, πίσω από κλειστές πόρτες, και επικοινωνούσε με το προσωπικό κυρίως με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο παρά πρόσωπο με πρόσωπο. Προτιμούσε τις κατά μόνας συναντήσεις με άλλους διευθυντές έναντι των ευρύτερων συμβουλευτικών συναντήσεων που χαρακτήρισαν το NSC σε προηγούμενες διοικήσεις. Ο νέος τόνος καθιερώθηκε εντός λίγων εβδομάδων από τότε που πήγε στον Λευκό Οίκο, όταν οBolton αποφάσισε να μην συγκαλέσει ούτε μια σύσκεψη των διευθυντών του NSC πριν από την ιστορική συνάντηση κορυφής του Trump στην Σιγκαπούρη με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, τον Ιούνιο του 2018 ή πριν την συνάντηση του προέδρου με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, στο Ελσίνκι τον επόμενο μήνα.

Με το να ενεργεί έξω από τις επίσημες διαδικασίες, ο Μπόλτον, ο οποίος ήταν 70 ετών, μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτό που πιθανότατα να είναι η τελευταία του ευκαιρία να αλλάξει την πολιτική σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Είχε από καιρό θεωρήσει τον έλεγχο των εξοπλισμών, τις διεθνείς συμφωνίες, τα Ηνωμένα Έθνη, και άλλους πολυμερείς θεσμούς ως απαράδεκτους περιορισμούς για την ισχύ και την κυριαρχία των ΗΠΑ. Τώρα κινήθηκε γρήγορα για να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και την συνθήκη της εποχής του Ρέιγκαν για την εξάλειψη των πυρηνικών δυνάμεων ενδιάμεσου βεληνεκούς. Ήταν η δύναμη πίσω από την ομιλία του Trump στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το περασμένο φθινόπωρο, η οποία ήταν μια ευρεία καταγγελία της πολυμέρειας και υπεράσπισης της [εθνικής] κυριαρχίας. Έβαλε την σφραγίδα του σε σκληρές πολιτικές όσον αφορά το Ιράν, την Βόρεια Κορέα και την Βενεζουέλα.

Όσο ωθούσε προς την κατεύθυνση που υποστήριζε ο Trump ή πολιτικές που δεν τον αφορούσαν, ο Μπόλτον απολάμβανε μεγάλα περιθώρια για να κάνει πράγματα. Ωστόσο, μερικές φορές οι απόψεις του έρχονταν σε σύγκρουση με τα ένστικτα του Trump -συγκεκριμένα, την πεποίθηση του προέδρου ότι θα μπορούσε να διαπραγματευτεί μεγάλες συμφωνίες με τον οποιονδήποτε, και τον φόβο του να μην συρθεί σε έναν νέο πόλεμο.

Ο Trump κατέστησε σαφές, για παράδειγμα, ότι διαφωνούσε με την ασυμβίβαστη γραμμή του Μπόλτον για την Βόρεια Κορέα -τόσο πολύ ώστε άφησε τον Μπόλτον έξω από την συνάντηση της τελευταίας στιγμής με τον Kim Jong Un στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη νωρίτερα φέτος ,και αψήφησε ανοιχτά την εκτίμησή του για την πυραυλική απειλή της Βόρειας Κορέας. Ο Μπόλτον είχε επίσης μείνει εκτός του καταλόγου των προσκλήσεων για μια συνάντηση με τον Trump και τους κορυφαίους συμβούλους του για το Αφγανιστάν, στην περίπτωση αυτή επειδή αντιτάχθηκε στην απομάκρυνση δυνάμεων των ΗΠΑ από την χώρα. Ο Τραμπ επίσης ανέστρεψε την ώθηση του Μπόλτον (υποστηριζόμενη από πολλούς άλλους κορυφαίους συμβούλους) για αντίποινα όταν το Ιράν κατέρριψε ένα αμερικανικό drone. «Θέλει να ξεκινήσει 3 πολέμους την ημέρα», παραπονέθηκε κάποτε ο Trump [4] για τον Μπόλτον, «αλλά τον έχω με ένα λουρί».

Για όσους ανησυχούσαν για τις κλίσεις του Μπόλτον, ένας τέτοιος χαλινός ήταν καθησυχαστικός -σε κάποιο βαθμό. «Είμαι ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας», παραδέχθηκε ο Μπόλτον [5]. «Δεν είμαι ο εθνικός υπεύθυνος λήψης αποφάσεων». Αλλά μπορούσε να βρεθεί μόνο τόση [λίγη] άνεση σε έναν ισχυρογνώμονα πρόεδρο να περιορίζει έναν ισχυρογνώμονα σύμβουλο εθνικής ασφάλειας. Ο Μπόλτον ήταν το ακριβώς αντίθετο από το μοντέλο για την δουλειά που καθιέρωσε ο Brent Scowcroft, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου George H. W. Bush, και γενικότερα ακολουθήθηκε από τους διαδόχους της Scowcroft. Ο Μπόλτον ήταν ένας ιδεολόγος που νόμιζε ότι γνώριζε τις απαντήσεις, εξαιρούσε εκείνους που διαφωνούσαν, και κατέστρεψε σχέσεις και θεσμικά όργανα που οι προκάτοχοί του χρειάστηκαν δεκαετίες για να χτίσουν. Στον βαθμό που η θητεία του υπηρετούσε τον πρόεδρο, ήρθε με μεγάλο κόστος για το έθνος.

Νωρίτερα ή αργότερα, οι περισσότεροι πρόεδροι καταλήγουν με έναν σύμβουλο εθνικής ασφάλειας ο οποίος ανταποκρίνεται στις προσωπικές και επιχειρησιακές ανάγκες τους. Μερικές φορές αυτή η επιλογή είναι καλή για την δημοκρατία, μερικές φορές όχι. Για το αξίωμα είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Σε μια αρμονική διοίκηση, ο κάτοχος [της θέσης του συμβούλου εθνικής ασφάλειας] τόσο υπηρετεί τον πρόεδρο όσο διεξάγει και μια διαδικασία πολιτικής που εμπλέκει ανώτερους αξιωματούχους και προετοιμάζει τα θέματα για προεδρικές αποφάσεις. Αλλά σε μια κατακερματισμένη διοίκηση, ο σύμβουλος μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή την εγγύτητα με τον πρόεδρο για να οδηγήσει σε απερίσκεπτες ενέργειες που αντικατοπτρίζουν τις ιδιοσυγκρασιακές προτιμήσεις του συμβούλου, του προέδρου ή και των δύο.

«Οι πρόεδροι αποκτούν την διαδικασία εθνικής ασφάλειας που τους αξίζει», παρατήρησε ορθώς ο Stephen Hadley, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Προέδρου George W. Bush [6]. Αλλά το έθνος αξίζει καλύτερα.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο IVO H. DAALDER είναι πρόεδρος του Chicago Council on Global Affairs.
Ο I. M. DESTLER είναι καθηγητής Πολιτικής Δέσμευσης στην έδρα Saul I. Stern στην Σχολή Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Maryland.
Είναι συν-συγγραφείς του βιβλίου με τίτλο In the Shadow of the Oval Office: Profiles of the National Security Advisers and the Presidents They Served—From JFK to George W. Bush [1].

Photo: Ο Trump και ο Bolton στο Οβάλ Γραφείο, τον Αύγουστο του 2019. Doug Mills / The New York Times / Redux
——————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας