Άμυνα Διπλωματία

Ο νέος φόβος για την Κίνα

Γιατί η Αμερική δεν πρέπει να πανικοβληθεί σχετικά με τον πιο πρόσφατο αμφισβητία της

By Fareed Zakaria*

Η νέα συναίνεση για την Κίνα βασίζεται στον φόβο ότι η χώρα μπορεί κάποια στιγμή να κατακτήσει τον κόσμο. Αλλά υπάρχει λόγος να πιστεύουμε στην αμερικανική ισχύ και τον σκοπό. Ούτε η Σοβιετική Ένωση ούτε η Ιαπωνία κατάφεραν να καταλάβουν τον κόσμο, παρά τους παρόμοιους φόβους σχετικά με την άνοδο τους. Η Κίνα ανεβαίνει, αλλά αντιμετωπίζει μια σειρά εσωτερικών προκλήσεων, από την δημογραφική παρακμή έως τα βουνά του χρέους.

Τον Φεβρουάριο του 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, συναντήθηκε με τους ανώτερους συμβούλους του επί της εξωτερικής πολιτικής, τον George Marshall και τον Dean Acheson, και μια χούφτα ηγέτες του Κογκρέσου. Το θέμα ήταν το σχέδιο της διοίκησης να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση στον αγώνα της ενάντια στην κομμουνιστική εξέγερση. Ο Μάρσαλ και ο Άτσεσον παρουσίασαν την υπόθεσή τους για το σχέδιο. Ο Arthur Vandenberg, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, άκουσε προσεκτικά και έπειτα προσέφερε την υποστήριξή του με μια προειδοποίηση. «Ο μόνος τρόπος για να πάρεις αυτό που θέλεις», φέρεται να είπε στον πρόεδρο, «είναι να κάνεις μια ομιλία και να κατατρομάξεις την χώρα».

Τους επόμενους μήνες, ο Τρούμαν έκανε ακριβώς αυτό. Μετέτρεψε τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα ως δοκιμή της ικανότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να αντιμετωπίσουν τον διεθνή κομμουνισμό. Αναθυμούμενος την εκτατική ρητορική του Τρούμαν σχετικά με την παροχή βοήθειας στις δημοκρατίες οπουδήποτε, οποτεδήποτε, ο Άτσεσον ομολόγησε στα απομνημονεύματά του ότι η διοίκηση είχε κάνει ένα επιχείρημα «καθαρότερο από την αλήθεια» (“clearer than truth”).

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα στην αμερικανική συζήτηση για την Κίνα. Μια νέα συναίνεση, που περιλαμβάνει και τα δύο κόμματα, το στρατιωτικό κατεστημένο και βασικά στοιχεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, υποστηρίζει ότι η Κίνα αποτελεί πλέον ζωτική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες τόσο οικονομικά όσο και στρατηγικά, ότι η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα είχε αποτύχει, και ότι η Ουάσινγκτον χρειάζεται μια νέα, πολύ πιο σκληρή στρατηγική για να την ανασχέσει. Αυτή η συναίνεση έχει μετατοπίσει την στάση του κοινού προς μια σχεδόν ενστικτώδη εχθρότητα: Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 60% των Αμερικανών έχουν τώρα μια δυσμενή άποψη για την Λαϊκή Δημοκρατία, σε ύψος ρεκόρ από τότε που το ερευνητικό κέντρο Pew άρχισε να υποβάλλει την ερώτηση το 2005. Αλλά οι ελίτ της Ουάσιγκτον έκαναν την υπόθεσή τους «καθαρότερα από την αλήθεια». Η φύση της πρόκλησης από την Κίνα είναι διαφορετική και πολύ πιο περίπλοκη από ό, τι απεικονίζει η νέα κινδυνολογία. Στο πιο σημαντικό ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής των επόμενων δεκαετιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται για μια δαπανηρή αποτυχία.

Ας είμαστε ξεκάθαροι: Η Κίνα είναι ένα καταπιεστικό καθεστώς που εμπλέκεται σε πλήρως αντιφιλελεύθερες πολιτικές, από την απαγόρευση της ελεύθερης έκφρασης έως την φυλάκιση θρησκευτικών μειονοτήτων. Στα τελευταία πέντε χρόνια, έχει εντείνει τον πολιτικό έλεγχό του και τον οικονομικό κρατισμό του εγχωρίως. Στο εξωτερικό, έχει γίνει ανταγωνιστής και σε ορισμένα μέρη ένας αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά το βασικό στρατηγικό ερώτημα για τους Αμερικανούς σήμερα είναι: Όντως αυτά τα γεγονότα καθιστούν την Κίνα ζωτική απειλή, και στο βαθμό που το κάνουν, πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτή η απειλή;

Οι συνέπειες από την μεγαλοποίηση της Σοβιετικής απειλής ήταν τεράστιες: Χονδροειδείς εγχώριες καταχρήσεις κατά την εποχή του Μακάρθι˙ μια επικίνδυνη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών˙ ένας μακρύς, μάταιος και ανεπιτυχής πόλεμος στο Βιετνάμ˙ και αμέτρητες άλλες στρατιωτικές επεμβάσεις σε διάφορες χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Οι συνέπειες του να μην αντιμετωπιστεί η κινεζική πρόκληση σήμερα θα είναι ακόμη πιο μεγάλες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να σπαταλήσουν τα σκληρά κερδισμένα οφέλη από τέσσερις δεκαετίες συνεργασίας με την Κίνα, ενθαρρύνοντας το Πεκίνο να υιοθετήσει δικές του συγκρουσιακές πολιτικές, και οδηγώντας τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου σε μια επικίνδυνη σύγκρουση άγνωστης κλίμακας και εμβέλειας που θα προκαλέσει αναπόφευκτα δεκαετίες αστάθειας και ανασφάλειας. Ένας ψυχρός πόλεμος με την Κίνα είναι πιθανό να είναι πολύ μακρύτερος και κοστοβόρος από εκείνον με την Σοβιετική Ένωση, με αβέβαιο αποτέλεσμα.

ΜΙΑ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΠΟΥ ΧΑΛΑΣΕ

Ο Χένρι Κίσινγκερ έχει σημειώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εισέλθει σε όλες τις μεγάλες στρατιωτικές εμπλοκές τους από το 1945 -στην Κορέα, το Βιετνάμ, το Αφγανιστάν και το Ιράκ- με μεγάλο ενθουσιασμό και διακομματική υποστήριξη. «Και τότε, καθώς εξελισσόταν ο πόλεμος», είπε ο Κίσινγκερ, «η εγχώρια υποστήριξη για αυτόν άρχισε να διαλύεται». Σύντομα, όλοι έψαχναν για μια στρατηγική εξόδου.

Για να αποφευχθεί η επανάληψη αυτής της πορείας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για να εξετάσουν προσεκτικά τις παραδοχές πίσω από τη νέα συναίνεση για την Κίνα. Σε γενικές γραμμές, είναι οι ακόλουθες. Πρώτον, η δέσμευση απέτυχε επειδή δεν «μεταμόρφωσε την εσωτερική ανάπτυξη και την εξωτερική συμπεριφορά της Κίνας», όπως έγραψαν οι πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ, Kurt Campbell και Ely Ratner σε αυτές τις σελίδες [1] το 2018. Δεύτερον, η εξωτερική πολιτική του Πεκίνου είναι σήμερα η πιο σημαντική απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και, κατ’ επέκταση, στην βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη που δημιούργησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1945. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo, το έχει προχωρήσει περισσότερο, λέγοντας σε μια ομιλία το 2019 [2] στο Ινστιτούτο Hudson ότι «το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα επικεντρωμένο στον αγώνα και την διεθνή κυριαρχία». Και τρίτον, μια πολιτική ενεργής αντιπαράθεσης με την Κίνα θα αντισταθμίσει καλύτερα την απειλή από όσο η συνέχιση της προηγούμενης προσέγγισης.

Αυτή η δικομματική συναίνεση έχει διαμορφωθεί ως απάντηση σε σημαντικές, και από πολλές απόψεις ανησυχητικές, αλλαγές στην Κίνα. Από τότε που ο πρόεδρος Xi Jinping έγινε ο ανώτατος κυβερνήτης της χώρας, η οικονομική ελευθέρωση της Κίνας επιβραδύνθηκε και η πολιτική της μεταρρύθμιση –που σε κάθε περίπτωση ήταν περιορισμένη- έχει αντιστραφεί. Το Πεκίνο συνδυάζει τώρα την πολιτική καταστολή με την εθνικιστική προπαγάνδα που παραπέμπει στην εποχή του Μάο. Στο εξωτερικό, η Κίνα είναι πιο φιλόδοξη και θεληματική. Αυτές οι αλλαγές είναι πραγματικές και ανησυχητικές. Αλλά θα πρέπει να μεταβάλλουν την πολιτική των ΗΠΑ;

Η διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής απάντησης απαιτεί να ξεκινήσουμε με μια σαφή κατανόηση της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών για την Κίνα μέχρι σήμερα. Αυτό που παραβλέπει η νέα συναίνεση είναι ότι στις σχεδόν πέντε δεκαετίες από το άνοιγμα του προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, στο Πεκίνο, η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα δεν ήταν ποτέ καθαρά υπέρ της δέσμευσης˙ ήταν ένας συνδυασμός εμπλοκής και αποτροπής. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ένταξη της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα ήταν καλύτερη από το να την έχουν να κάθεται έξω από αυτό, αγανακτισμένη και διασπαστική. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον συνέδεσε αυτήν την προσπάθεια με συνεπή υποστήριξη για άλλες ασιατικές δυνάμεις -συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της συνέχισης των πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν. Αυτή η προσέγγιση, που μερικές φορές περιγράφεται ως «στρατηγική αντιστάθμισης», εξασφάλισε ότι καθώς η Κίνα ανέβαινε, η δύναμή της ελεγχόταν και οι γείτονές της αισθάνονταν ασφαλείς.

Την δεκαετία του 1990, χωρίς να υπάρχει πλέον σοβιετικός εχθρός, το Πεντάγωνο μείωσε τις δαπάνες, έκλεισε τις βάσεις και μείωσε τον αριθμό των στρατιωτών σε όλο τον κόσμο -εκτός από την Ασία. Η στρατηγική Ασίας-Ειρηνικού του Πενταγώνου το 1995, γνωστή ως Πρωτοβουλία Nye (Nye Initiative), προειδοποιούσε για τις στρατιωτικές φιλοδοξίες της Κίνας και τις φιλοδοξίες της εξωτερικής πολιτικής της και ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μειώσουν την στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Αντί γι’ αυτό, τουλάχιστον 100.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί θα παρέμεναν στην Ασία για το ορατό μέλλον. Οι πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν θα συνεχίζονταν προς το συμφέρον της ειρήνης στα στενά της Ταϊβάν -δηλαδή, για να αποτρέψουν το Πεκίνο από την χρήση βίας ενάντια στο αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο η ηπειρωτική κυβέρνηση εκλαμβάνει ως τμήμα της Κίνας.

Αυτή η αντισταθμιστική προσέγγιση διατηρήθηκε από τους προέδρους και των δύο κομμάτων. Η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους [του νεώτερου] ανέτρεψε δεκαετίες δικομματικής πολιτικής και αγκάλιασε την Ινδία ως πυρηνική δύναμη, σε μεγάλο βαθμό για να προσθέσει έναν ακόμη έλεγχο στην Κίνα. Υπό τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέτειναν την αποτροπή, επεκτείνοντας το αποτύπωμά τους στην Ασία με νέες στρατιωτικές συμφωνίες με την Αυστραλία και την Ιαπωνία και καλλιεργώντας μια στενότερη σχέση με το Βιετνάμ. Αυτός ήταν και ο σκοπός της Trans-Pacific Partnership, που είχε ως στόχο να δώσει στις ασιατικές χώρες μια οικονομική πλατφόρμα που θα τους επέτρεπε να αντισταθούν στην κυριαρχία από την κινεζική αγορά. (Η κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε από την συμφωνία στις αρχές του 2017). Ο Ομπάμα αντιμετώπισε προσωπικά τον Σι για την κινεζική κυβερνοκλοπή και έβαλε δασμούς στις εισαγωγές ελαστικών ως αντίποινα στις αθέμιτες εμπορικές πολιτικές της Κίνας.

Το να πούμε ότι η αντιστάθμιση απέτυχε αντικατοπτρίζει μια έλλειψη ιστορικής προοπτικής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, πριν από το άνοιγμα του Νίξον στην Κίνα, το Πεκίνο ήταν το μεγαλύτερο αδίστακτο καθεστώς στον κόσμο. Ο Μάο Τσετούνγκ είχε εμμονή με την ιδέα ότι βρισκόταν στο τιμόνι ενός επαναστατικού κινήματος που θα καταστρέψει τον Δυτικό καπιταλιστικό κόσμο. Δεν υπήρχε μέτρο που να ήταν πολύ ακραίο για αυτή την αιτία -ούτε καν η πυρηνική αποκάλυψη. «Εάν φθάσουμε στο χειρότερο και το ήμισυ της ανθρωπότητας πεθάνει», εξήγησε ο Μάο σε ομιλία του στη Μόσχα το 1957, «το άλλο μισό θα παραμείνει, ενώ ο ιμπεριαλισμός θα ισοπεδωθεί και ολόκληρος ο κόσμος θα γίνει σοσιαλιστικός». Η Κίνα του Μάο χρηματοδότησε και υποκίνησε αντιδυτικές εξεγέρσεις, ανταρτικά κινήματα και ιδεολογικά κινήματα σε όλο τον κόσμο, από την Λατινική Αμερική έως τη Νοτιοανατολική Ασία. Σύμφωνα με μια εκτίμηση [3], το Πεκίνο ξόδεψε μεταξύ 170 και 220 εκατομμυρίων δολαρίων από το 1964 έως το 1985 μόνο στην Αφρική, εκπαιδεύοντας 20.000 μαχητές από τουλάχιστον 19 χώρες.

Συγκριτικά, η σημερινή Κίνα είναι ένα εξαιρετικά υπεύθυνο έθνος στο γεωπολιτικό και στρατιωτικό μέτωπο. Δεν έχει πάει σε πόλεμο από το 1979. Δεν έχει χρησιμοποιήσει θανατηφόρα στρατιωτική δύναμη στο εξωτερικό από το 1988. Ούτε χρηματοδότησε ούτε υποστήριξε πληρεξούσιους ή ένοπλους εξεγερμένους οπουδήποτε στον κόσμο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αυτό το ιστορικό μη παρέμβασης είναι μοναδικό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου. Όλα τα άλλα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχουν χρησιμοποιήσει βία πολλές φορές σε πολλά μέρη τις τελευταίες δεκαετίες -μια λίστα στην οποία, φυσικά, ηγούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Κίνα έχει επίσης πάει από το να υπονομεύει το διεθνές σύστημα στο να δαπανά μεγάλα ποσά για να το ενισχύσει. Το Πεκίνο είναι πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος χρηματοδότης των Ηνωμένων Εθνών και του ειρηνευτικού προγράμματος των ΟΗΕ. Έχει αναπτύξει 2.500 ειρηνευτές, περισσότερους από όλα τα άλλα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μεταξύ 2000 και 2018, υποστήριξε 182 από τα 190 ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας [4] που επέβαλαν κυρώσεις σε έθνη που θεωρούνται ότι έχουν παραβιάσει διεθνείς κανόνες ή τύπους. Βεβαίως, οι αρχές που αγκυρώνουν την εξωτερική πολιτική του Πεκίνου σήμερα -«σεβασμός της κυριαρχίας», «εδαφική ακεραιότητα» και «μη παρέμβαση»- έχουν ζωογονηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιθυμία να εξουδετερωθεί η Δυτική παρέμβαση. Ωστόσο, σηματοδοτούν μια αξιοσημείωτη μετάβαση από μια ριζοσπαστική επαναστατική ατζέντα σε μια συντηρητική ανησυχία για σταθερότητα. Αν κάποιος είχε προβλέψει το 1972 ότι η Κίνα θα γίνει θεματοφύλακας του διεθνούς status quo, λίγοι θα πίστευαν ότι ήταν δυνατόν.

28092020-2.jpg

Κινέζοι των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ στην Τζούμπα, στο Νότιο Σουδάν, τον Μάιο του 2017. Samir Bol / Reuters
——————————————————————–

ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΣ ΘΕΣΕΙΣ

Η νέα συναίνεση για την οικονομική συμπεριφορά της Κίνας υποστηρίζει ότι η Κίνα ανάγκασε τις πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν την τεχνολογία τους [στην Κίνα], έχει επιδοτήσει τους «εθνικούς πρωταθλητές» της, και έχει θέσει επίσημα και ανεπίσημα εμπόδια στο δρόμο των ξένων εταιρειών που επιδιώκουν να εισέλθουν στην αγορά της. Το Πεκίνο, εν συντομία, χρησιμοποίησε την ανοιχτή διεθνή οικονομία για να ενισχύσει το δικό του κρατικιστικό και μερκαντιλιστικό σύστημα.

Είναι αλήθεια ότι αυτές οι άδικες πολιτικές απαιτούν προσοχή και δράση από τον υπόλοιπο κόσμο. Η κυβέρνηση Τραμπ αξίζει κάποια πίστωση για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος -ειδικά υπό το φως της υιοθέτησης του κρατισμού από τον Σι μετά από δεκαετίες ελευθέρωσης. Αλλά πόσο μεγάλη και μόνιμη είναι αυτή η αντιστροφή; Πόσο διαφορετικές είναι οι πρακτικές της Κίνας από εκείνες άλλων χωρών των αναδυόμενων αγορών σήμερα; Και πάλι, ποια είναι η σωστή αμερικανική απάντηση;

Σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η Κίνα οφείλει μεγάλο μέρος της οικονομικής της επιτυχίας σε τρεις θεμελιώδεις παράγοντες: Tη μετάβαση από τα κομμουνιστικά οικονομικά σε μια προσέγγιση με βάση την αγορά, ένα υψηλό ποσοστό αποταμίευσης που καθιστά πιθανές μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου, και αυξανόμενη παραγωγικότητα. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η χώρα έχει επίσης ανοίξει στις ξένες επενδύσεις ουσιαστικά -περισσότερο από πολλές άλλες μεγάλες αναδυόμενες αγορές- επιτρέποντας την εισροή κεφαλαίων. Η Κίνα είναι μια από τις δύο αναπτυσσόμενες χώρες που κατατάχθηκαν στις 25 κορυφαίες αγορές για άμεσες ξένες επενδύσεις από το 1998. Από την ομάδα BRICS των μεγάλων αναδυόμενων αγορών (που περιλαμβάνει την Βραζιλία, την Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική), η Κίνα κατατάσσεται σταθερά ως η πιο ανοικτή και ανταγωνιστική οικονομία. Όσον αφορά την επίδραση των μερκαντιλιστικών κινεζικών πολιτικών στην οικονομία των ΗΠΑ, ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Lawrence Summers, σημείωσε ότι «δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι οι αθέμιτες κινεζικές εμπορικές πρακτικές έχουν επηρεάσει την ανάπτυξη των ΗΠΑ ακόμη και κατά 0,1% ετησίως».

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο οικονομικό μέτωπο, σχεδόν κάθε κατηγορία που διατυπώνεται σήμερα κατά της Κίνας -αναγκαστικές μεταφορές τεχνολογίας, αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, περιορισμένη πρόσβαση για ξένες εταιρείες, κανόνες ευνοϊκοί για τους ντόπιους- είχαν διατυπωθεί για την Ιαπωνία την δεκαετία του 1980 και του 1990. Εκείνη την εποχή, το σημαντικό βιβλίο του Clyde Prestowitz με τίτλο Trading Places: How America Is Surrendering Its Future to Japan and How to Win It Back εξηγούσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν φανταστεί ποτέ να έχουν να κάνουν με μια χώρα στην οποία «η βιομηχανία και το εμπόριο [θα] οργανώνονταν ως μέρος μιας προσπάθειας για την επίτευξη συγκεκριμένων εθνικών στόχων». Ένα άλλο ευρέως αναγνωσμένο βιβλίο της εποχής είχε τον τίτλο The Coming War With Japan. Καθώς η ανάπτυξη της Ιαπωνίας μειώθηκε, το ίδιο έκαναν και αυτοί οι υπερβολικοί φόβοι.

Η Κίνα σήμερα παρουσιάζει μερικές νέες προκλήσεις, ιδίως δεδομένης της αποφασιστικότητας του Xi να έχει το κράτος να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στο να βοηθήσει την χώρα να αποκτήσει οικονομική κυριαρχία σε κρίσιμους τομείς. Αλλά στο ευρύ σάρωμα της ιστορίας, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Κίνας στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα δεν προήλθε από την προθυμία της να παραβιάσει τους κανόνες αλλά από το τεράστιο μέγεθός της. Οι χώρες και οι εταιρείες θέλουν πρόσβαση στην Κίνα και είναι πρόθυμες να κάνουν παραχωρήσεις για να την αποκτήσουν. Αυτό δύσκολα καθιστά την Κίνα ασυνήθιστη. Άλλες χώρες με παρόμοια επιρροή συχνά ξεφεύγουν με παρόμοια συμπεριφορά ή και χειρότερη -καμιά περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια έκθεση του 2015 [5] από τον γίγαντα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών Credit Suisse παρέχει έναν χρήσιμο υπολογισμό μη δασμολογικών εμποδίων έναντι ξένων αγαθών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή από μεγάλες χώρες μεταξύ 1990 και 2013. Με συνολικό αριθμό περίπου 450, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην κορυφή. Στην συνέχεια είναι η Ινδία και μετά η Ρωσία. Η Κίνα έρχεται στο νούμερο πέντε, με μόλις το ένα τρίτο του αριθμού των μη δασμολογικών εμποδίων από όσα επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η εικόνα δεν έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια.

Οι περισσότερες από τις πρόσφατες αλλαγές στην οικονομική πολιτική του Πεκίνου ήταν αρνητικές, αλλά ακόμη κι αυτό δεν είναι ολόκληρη η ιστορία. Η Κίνα αλλάζει με αρκετούς, μερικές φορές αντιφατικούς τρόπους. Ακόμη και με την επιστροφή στον μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο υπό τον Xi, μια άγρια ελεύθερη αγορά έχει αναπτυχθεί σε τεράστιους τομείς όπως τα καταναλωτικά αγαθά και οι υπηρεσίες. Υπήρξε επίσης κάποια πραγματική απελευθέρωση των κανονιστικών ρυθμίσεων -ακόμη και διοικητική και δικαστική μεταρρύθμιση, όπως ανέφερε λεπτομερώς η πολιτική επιστήμων Yuen Yuen Ang. Η κυβερνητική υποστήριξη προς τις κρατικές επιχειρήσεις είναι μεγαλύτερη από όσο πριν από λίγα χρόνια, αλλά το Πεκίνο έχει εγκαταλείψει αυτό που κάποτε ήταν κεντρικό μέρος της εμπορικής στρατηγικής του: Να χρησιμοποιεί ένα υποτιμημένο νόμισμα για να ενισχύσει την ανάπτυξη. Ο οικονομολόγος Nicholas Lardy έχει υπολογίσει ότι το τέλος του νομισματικού μερκαντιλισμού αντιπροσωπεύει «περίπου το ήμισυ της επιβράδυνσης της ανάπτυξης της Κίνας μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση».

Ή σκεφτείτε ποιο είναι, σύμφωνα με τον Peter Navarro [6], τον κορυφαίο εμπορικό σύμβουλο του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, το νούμερο ένα ζήτημα στην εμπορική διαμάχη των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα: «Η κλοπή της πνευματικής μας ιδιοκτησίας». Το ότι η Κίνα εμπλέκεται σε αχαλίνωτη κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ένα ευρέως αποδεκτό γεγονός -εκτός από τις αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Σε μια πρόσφατη έρευνα [7] μεταξύ τέτοιων εταιρειών που διεξήχθη από το Επιχειρηματικό Συμβούλιο ΗΠΑ-Κίνας, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας κατέλαβε την έκτη θέση σε μια λίστα με πιεστικά προβλήματα, από την δεύτερη θέση το 2014. Αυτές οι εταιρείες ανησυχούν περισσότερο για την κρατική χρηματοδότηση σε αντίπαλες εταιρείες και την καθυστέρηση στην έγκριση αδειών για τα προϊόντα τους. Γιατί αυτή η αλλαγή από το 2014; Εκείνη την χρονιά, η Κίνα δημιούργησε τα πρώτα εξειδικευμένα δικαστήριά της για να διαχειριστεί υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Το 2015, ξένοι ενάγοντες έφεραν 63 υποθέσεις στο Δικαστήριο Πνευματικής Ιδιοκτησίας του Πεκίνου. Το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ των ξένων εταιρειών και στις 63.

Φυσικά, μεταρρυθμίσεις όπως αυτές πραγματοποιούνται συχνά μόνο μπροστά στην Δυτική πίεση και, ακόμη και τότε, επειδή εξυπηρετούν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα της Κίνας -ο μεγαλύτερος καταθέτης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας παγκοσμίως πέρυσι ήταν ο κινεζικός γίγαντας τηλεπικοινωνιών Huawei. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί Κινέζοι οικονομολόγοι και ανώτεροι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποστήριξαν ότι η χώρα θα εκσυγχρονίσει και θα αναπτύξει την οικονομία της μόνο εάν επιδιώξει περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Η αποτυχία να γίνει αυτό, προειδοποίησαν, θα καταστήσει την χώρα κολλημένη στην «παγίδα μεσαίου εισοδήματος» -την κοινή μοίρα των χωρών που ξεφεύγουν από την φτώχεια αλλά χτυπούν σε ένα όριο ΑΕΠ στα περίπου 10.000 δολάρια κατά κεφαλήν, έχοντας αποτύχει να εκσυγχρονίσουν περαιτέρω τα οικονομικά, κανονιστικά και νομικά συστήματά τους.

Όσον αφορά την πολιτική ανάπτυξη της Κίνας, η ετυμηγορία είναι ξεκάθαρη. Η Κίνα δεν έχει ανοίξει την πολιτική της στον βαθμό που πολλοί περίμεναν. Στην πραγματικότητα έχει κινηθεί προς περισσότερη καταστολή και έλεγχο. Η αποτρόπαια μεταχείριση του Πεκίνου στους Ουιγούρους στην Σινγιάνγκ, μια περιοχή στην βορειοδυτική Κίνα, δημιούργησε μια κρίση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κράτος έχει επίσης αρχίσει να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες, όπως λογισμικό αναγνώρισης προσώπου και τεχνητή νοημοσύνη, για να δημιουργήσει ένα Οργουελιανό σύστημα κοινωνικού ελέγχου. Αυτές οι πραγματικότητες αποτελούν μια τραγωδία για τον κινεζικό λαό και ένα εμπόδιο για την συμμετοχή της χώρας στην παγκόσμια ηγεσία. Θα ήταν υπερβολή, ωστόσο, να τα αναφέρουμε ως απόδειξη της αποτυχίας της πολιτικής των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, λίγοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ υποστήριξαν ποτέ ότι η [Δυτική] εμπλοκή θα οδηγούσε αναπόφευκτα την Κίνα στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Ήλπιζαν ότι θα το έκανε, μέχρι που το περίμεναν, αλλά η εστίασή τους ήταν πάντα στην συγκράτηση της συμπεριφοράς της Κίνας στο εξωτερικό, κάτι το οποίο πέτυχαν.

ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον Xi, η εξωτερική πολιτική της Κίνας έχει γίνει πιο φιλόδοξη και αποφασιστική, από την επιδίωξη ηγετικών ρόλων στις υπηρεσίες του ΟΗΕ έως την τεράστια Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός (Belt and Road Initiative) και την κατασκευή νησιών στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αυτές οι κινήσεις σηματοδοτούν μια εγκατάλειψη της παλαιότερης παθητικότητας της χώρας στην παγκόσμια σκηνή, που περιγράφηκε από το γνωμικό του Κινέζου πρώην ηγέτη Deng Xiaoping «Κρύψτε την δύναμή σας, πάρτε τον χρόνο σας». Η στρατιωτική συσσώρευση της Κίνας, ειδικότερα, έχει το μέγεθος και έχει σχεδιαστεί κατά τρόπο που να υποδηλώνει ότι εκτελείται συστηματικά ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο. Αλλά ποιο θα ήταν ένα αποδεκτό επίπεδο επιρροής για την Κίνα, δεδομένου του οικονομικού βάρους της στον κόσμο; Εάν η Ουάσινγκτον δεν θέσει πρώτα αυτό το ερώτημα, δεν μπορεί να κάνει σοβαρούς ισχυρισμούς σχετικά με το ποιες χρήσεις της κινεζικής ισχύος ξεπερνούν τα όρια.

Η Κίνα, σύμφωνα με ορισμένα μέτρα, είναι ήδη η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Μέσα σε δέκα έως 15 χρόνια, πιθανότατα θα πάρει αυτή την θέση από όλες τις απόψεις. Ο Ντενγκ προσέφερε την συμβουλή του να «πάρετε τον χρόνο σας» όταν η οικονομία της χώρας αντιπροσώπευε περίπου το 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σήμερα, αντιπροσωπεύει πάνω από το 15%. Πράγματι, η Κίνα έχει πάρει τον χρόνο της και τώρα, μια πολύ ισχυρότερη Κίνα φυσικά επιδιώκει έναν μεγαλύτερο περιφερειακό και παγκόσμιο ρόλο.

28092020-3.jpg

Σε εργοτάξιο στην Shenzhen, στην Κίνα, τον Φεβρουάριο του 2012. Tomas van Houtryve / VII / Redux
——————————————————–

Σκεφτείτε την περίπτωση μιας άλλης χώρας που ανερχόταν σε ισχύ, εκείνη στον 19ο αιώνα, αν και καθόλου κοντά στην σημερινή κλίμακα της Κίνας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1823 ήταν αυτό που θα ονομαζόταν σήμερα μια αναπτυσσόμενη χώρα -ούτε καν μεταξύ των πέντε κορυφαίων οικονομιών του κόσμου- και όμως με το Δόγμα Μονρόε ανακήρυξε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο εκτός των ορίων των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης. Η αμερικανική περίπτωση είναι μια ατελής αναλογία, αλλά χρησιμεύει ως υπενθύμιση ότι καθώς οι χώρες αποκτούν οικονομική δύναμη, επιδιώκουν μεγαλύτερο έλεγχο και επιρροή στο περιβάλλον τους. Εάν η Ουάσινγκτον ορίζει κάθε τέτοια προσπάθεια από την Κίνα ως επικίνδυνη, θα βάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες ενάντια στην φυσική δυναμική της διεθνούς ζωής και θα πέσει σε αυτό που ο μελετητής Graham Allison ονόμασε «η παγίδα των Θουκυδίδη» -ο κίνδυνος ενός πολέμου μεταξύ μιας ανερχόμενης δύναμης και ενός ανήσυχου ηγεμόνα.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντιμετώπιση ενός τέτοιου ανταγωνιστή είναι μια νέα και μοναδική πρόκληση. Από το 1945, τα μεγάλα κράτη που αυξάνουν τον πλούτο τους και αποκτούν εξέχουσα θέση είναι οι στενότεροι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον, αν όχι οιονεί προτεκτοράτα: Η Γερμανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Ένα συνήθως αποδιοργανωτικό χαρακτηριστικό της διεθνούς ζωής –οι ανερχόμενες νέες δυνάμεις- ήταν επομένως εξαιρετικά καλοπροαίρετες για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Κίνα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πολύ μεγαλύτερη από τις ανερχόμενες δυνάμεις που προέκυψαν νωρίτερα˙ ήταν επίσης πάντα εκτός των συμμαχικών δομών και της σφαίρας επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως αποτέλεσμα, θα επιδιώξει αναπόφευκτα ένα μεγαλύτερο μέτρο ανεξάρτητης επιρροής. Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και την Δύση γενικότερα, θα είναι να καθορίσουν ένα ανεκτό εύρος για την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας και να το διευθετούν -έτσι ώστε να έχει αξιοπιστία όταν οι ενέργειες του Πεκίνου ξεπερνούν τα όρια.

Μέχρι στιγμής, το ιστορικό της Δύσης σχετικά με την προσαρμογή στην άνοδο της Κίνας ήταν φτωχό. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρώπη, για παράδειγμα, διστάζουν να παραχωρήσουν το οποιοδήποτε έδαφος στην Κίνα στους βασικούς θεσμούς της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που παραμένουν ευρωαμερικανικά κλαμπ. Για χρόνια, η Κίνα επεδίωξε έναν ευρύτερο ρόλο στην Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης (Asian Development Bank), αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστάθηκαν. Ως αποτέλεσμα, το 2015, το Πεκίνο δημιούργησε το δικό του πολυμερές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, την Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών [ΑΙΙΒ, Asian Infrastructure Investment Bank] (στην οποία η Ουάσιγκτον αντιτάχθηκε, άκαρπα).

Ο Πομπέο υποστήριξε -σε μια πατροναριστική δήλωση που σίγουρα θα εξόργιζε οποιονδήποτε Κινέζο πολίτη- ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους πρέπει να κρατήσουν την Κίνα στην «σωστή θέση της». Η αμαρτία της Κίνας, σύμφωνα με τον Πομπέο, είναι ότι ξοδεύει περισσότερα στον στρατό της από ό, τι χρειάζεται για την δική της άμυνα. Αλλά το ίδιο, φυσικά, θα μπορούσε να ειπωθεί για τις Ηνωμένες Πολιτείες -και για την Γαλλία, την Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις περισσότερες άλλες μεγάλες χώρες. Στην πραγματικότητα, ένας χρήσιμος ορισμός μιας μεγάλης δύναμης αφορά σε εκείνη [την χώρα] που ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο από την δική της ασφάλεια.

Η παλιά τάξη -στην οποία οι μικρές ευρωπαϊκές χώρες ενεργούν ως παγκόσμιες βαρέων βαρών, ενώ μεγαθήρια όπως η Κίνα και η Ινδία εξαιρούνται από τις πρώτες θέσεις των παγκόσμιων θεσμών- δεν μπορεί να διατηρηθεί. Στην Κίνα θα πρέπει να δοθεί μια θέση στο τραπέζι και να ενσωματωθεί πραγματικά στις δομές λήψης αποφάσεων, αλλιώς θα ανεξαρτητοποιηθεί και θα δημιουργήσει μονομερώς τις δικές της νέες δομές και συστήματα. Η ανάρρηση της Κίνας σε παγκόσμια δύναμη είναι ο πιο σημαντικός νέος παράγοντας στο διεθνές σύστημα εδώ και αιώνες. Πρέπει να αναγνωρίζεται ως τέτοια.

ΟΥΤΕ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΥΤΕ ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΥΤΕ ΤΑΚΤΙΚΗ

Για πολλούς, η άνοδος του Πεκίνου προκάλεσε τον θάνατο της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης -το σύνολο των πολιτικών και των θεσμών, που σφυρηλατήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία συνθέτουν ένα σύστημα βασισμένο σε κανόνες όπου ο διακρατικός πόλεμος έχει εξασθενίσει ενώ το ελεύθερο εμπόριο και τα ανθρώπινα δικαιώματα άνθισαν. Ο εσωτερικός πολιτικός χαρακτήρας της Κίνας -ένα μονοκομματικό κράτος που δεν ανέχεται αντιπολίτευση ή διαφωνία- και ορισμένες από τις διεθνείς δράσεις της την καθιστούν έναν ανησυχητικό παίκτη σε αυτό το σύστημα.

Αξίζει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη δεν ήταν ποτέ τόσο φιλελεύθερη, τόσο διεθνής, ή τόσο τακτική όσο περιγράφεται τώρα νοσταλγικά. Από την αρχή, αντιμετώπισε έντονη αντιπολίτευση από την Σοβιετική Ένωση, ακολουθούμενη από μια σειρά διακοπών της συνεργασίας μεταξύ των συμμάχων (για την κρίση του Σουέζ το 1956, για το Βιετνάμ μια δεκαετία αργότερα) και τη μερική αποστασία των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Νίξον, ο οποίος το 1971 τερμάτισε την πρακτική της Ουάσιγκτον να εγγυάται την διεθνή νομισματική τάξη χρησιμοποιώντας τα αποθέματα χρυσού των ΗΠΑ. Μια πιο ρεαλιστική εικόνα είναι αυτή μιας νεογέννητης φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, αλλοιωμένη εξ αρχής με εξαιρέσεις, διαφωνίες και ευθραυστότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, συχνά λειτουργούσαν εκτός των κανόνων αυτής της τάξης, κάνοντας συχνές στρατιωτικές επεμβάσεις με ή χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ. Κατά τα έτη μεταξύ 1947 και 1989, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίθεται ότι δημιουργούσαν την φιλελεύθερη διεθνή τάξη, προσπάθησαν να αλλάξουν καθεστώτα σε όλο τον κόσμο 72 φορές [8]. Διατήρησαν το ίδιο δικαίωμα στον οικονομικό χώρο, δεσμευόμενες στον προστατευτισμό ακόμη και όταν κατακρίθηκε έναντι πιο μετριοπαθών μέτρων που υιοθετήθηκαν από άλλες χώρες.

Η αλήθεια για την φιλελεύθερη διεθνή τάξη, όπως και με όλες αυτές τις έννοιες, είναι ότι δεν υπήρξε πράγματι ποτέ μια χρυσή εποχή, αλλά ούτε η τάξη έχει αποσυντεθεί όσο ισχυρίζονται οι άνθρωποι. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της τάξης -ειρήνη και σταθερότητα- εξακολουθούν να ισχύουν, με μια σημαντική πτώση των πολέμων και των προσαρτήσεων από το 1945. (Η συμπεριφορά της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι μια σημαντική εξαίρεση). Με οικονομικούς όρους, είναι ένας κόσμος ελεύθερης αγοράς. Οι μέσοι δασμοί μεταξύ των βιομηχανικών χωρών είναι κάτω από το 3%, από 15% πριν από τον Γύρο Κένεντι των διεθνών εμπορικών συνομιλιών, στην δεκαετία του 1960. Η τελευταία δεκαετία έχει δει υποχωρήσεις σε ορισμένα μέτρα της παγκοσμιοποίησης, αλλά από μια εξαιρετικά υψηλή βάση. Η παγκοσμιοποίηση από το 1990 θα μπορούσε να περιγραφεί ότι έχει προχωρήσει τρία βήματα μπροστά και μόνο ένα βήμα πίσω.

Η Κίνα δύσκολα χαρακτηρίζεται ως θανάσιμος κίνδυνος για αυτήν την ατελή τάξη. Συγκρίνετε τις ενέργειές της με εκείνες της Ρωσίας -μια χώρα που σε πολλές αρένες απλώς λειτουργεί ως «χαλαστής» (spoiler), προσπαθώντας να διαταράξει τον Δυτικό δημοκρατικό κόσμο και τους διεθνείς στόχους του, συχνά επωφελούμενη άμεσα από την αστάθεια επειδή αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου (τη μεγαλύτερη πηγή πλούτου του Κρεμλίνου). Η Κίνα δεν παίζει τέτοιο ρόλο. Όταν όντως κάμπτει τους κανόνες και, ας πούμε, εμπλέκεται σε κυβερνοπόλεμο, κλέβει στρατιωτικά και οικονομικά μυστικά αντί να προσπαθεί να απονομιμοποιήσει δημοκρατικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη. Το Πεκίνο φοβάται τις διαφωνίες και την αντιπολίτευση και είναι ιδιαίτερα οξύ για τα ζητήματα του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν, χρησιμοποιώντας την οικονομική επιρροή του για να λογοκρίνει Δυτικές εταιρείες, εκτός εάν ακολουθήσουν την γραμμή του κόμματος. Αλλά αυτές είναι απόπειρες να διατηρηθεί αυτό που το Πεκίνο θεωρεί ως κυριαρχία του -τίποτα σαν τις συστηματικές προσπάθειες της Μόσχας να διαταράξει και να απονομιμοποιήσει την Δυτική δημοκρατία στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Με λίγα λόγια, η Κίνα ενήργησε με τρόπους που είναι παρεμβατικοί, μερκαντιλιστικοί και μονομερείς -αλλά συχνά πολύ λιγότερο από άλλες μεγάλες δυνάμεις.

28092020-4.jpg

Άνδρες των «ΜΑΤ» εφορμούν εναντίον αντικυβερνητικών διαδηλωτών στο Χονγκ Κονγκ, τον Δεκέμβριο του 2019. Leah Millis / Reuters
——————————————————–

Η άνοδος ενός μονοκομματικού κράτους που συνεχίζει να απορρίπτει τις βασικές έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί μια πρόκληση. Σε ορισμένες περιοχές, οι καταπιεστικές πολιτικές του Πεκίνου απειλούν όντως στοιχεία της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, όπως οι προσπάθειές του να μετριάσει τα παγκόσμια πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η συμπεριφορά του στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και σε άλλα μέρη του «εγγύς εξωτερικού». Αυτές οι περιπτώσεις πρέπει να εξεταστούν με ειλικρίνεια. Στο πρώτο, λίγα μπορούν να ειπωθούν για να μετριάσουν την κατηγορία. Η Κίνα επιδιώκει να εξαιρεθούν οι τρομερές παραβιάσεις της επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και η ατζέντα αυτή πρέπει να εκτεθεί και να τύχει αντίστασης. (Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αποσυρθεί από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ πέτυχε το ακριβώς αντίθετο παραχωρώντας το πεδίο στο Πεκίνο).

Αλλά η φιλελεύθερη διεθνής τάξη μπόρεσε να προσαρμοστεί σε μια ποικιλία καθεστώτων -από της Νιγηρίας έως της Σαουδικής Αραβίας και μέχρι του Βιετνάμ- και εξακολουθεί να παρέχει ένα πλαίσιο βασισμένο σε κανόνες που ενθαρρύνει περισσότερη ειρήνη, σταθερότητα και πολιτισμένη συμπεριφορά μεταξύ των κρατών. Το μέγεθος και οι πολιτικές της Κίνας αποτελούν μια νέα πρόκληση για την επέκταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιηθεί από το 1990. Αλλά αυτός ο ένας τομέας δυνητικής οπισθοδρόμησης δεν πρέπει να θεωρηθεί ως θανάσιμη απειλή για το πολύ ευρύτερο έργο ενός ανοιχτού, βασισμένου σε κανόνες, διεθνούς συστήματος ελεύθερου εμπορίου.

Η ΑΝΑΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ

Το τελικό αξίωμα που στηρίζει τη νέα συναίνεση είναι ότι κάποια μορφή επίμονης αντιπαράθεσης με την Κίνα θα αποτρέψει τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα της στο εξωτερικό και θα θέσει το πεδίο για μια εσωτερική μεταμόρφωση. Λίγοι αγκαλιάζουν τον ψυχροπολεμικό όρο «ανάσχεση», αλλά πολλοί υιοθετούν κάποια εκδοχή της λογικής του. Η θεωρία είναι ότι μια σκληρή γραμμή ενάντια στην Κίνα θα την αναγκάσει να συμπεριφερθεί [σωστά] και ακόμη και να μεταρρυθμιστεί. Μη δηλωθείσα αλλά σαφώς κεντρική στην στρατηγική των «γερακιών» είναι η ιδέα ότι η ανάσχεση της Κίνας θα επιταχύνει την κατάρρευση του καθεστώτος της, όπως συνέβη με τους Σοβιετικούς.

Αλλά η Κίνα δεν είναι η Σοβιετική Ένωση, μια αφύσικη αυτοκρατορία που χτίστηκε πάνω στην βάναυση επέκταση και την στρατιωτική κυριαρχία. Στην Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετώπιζαν έναν πολιτισμό και ένα έθνος με μια ισχυρή αίσθηση εθνικής ενότητας και υπερηφάνειας, που ανέβηκε για να πάρει την θέση του ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου. Η Κίνα γίνεται οικονομικά ομότιμη, πράγματι ένας τεχνολογικός ηγέτης σε ορισμένους τομείς. Ο πληθυσμός της επισκιάζει εκείνον των Ηνωμένων Πολιτειών, και η μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο για σχεδόν κάθε αγαθό βρίσκεται τώρα στην Κίνα. Στεγάζει μερικούς από τους ταχύτερους υπολογιστές του πλανήτη και διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα συναλλάγματος στην γη. Ακόμα κι αν αντιμετώπιζε κάποιο είδος αλλαγής καθεστώτος, τα ευρύτερα χαρακτηριστικά της ανόδου και της ισχύος της θα διατηρούνταν.

Το Πεντάγωνο έχει αγκαλιάσει την έννοια της Κίνας ως του κορυφαίου «στρατηγικού ανταγωνιστή» των Ηνωμένων Πολιτειών. Από γραφειοκρατικής απόψεως, αυτός ο χαρακτηρισμός έχει τέλειο νόημα. Τα τελευταία 20 χρόνια, ο στρατός των ΗΠΑ έχει πολεμήσει ενάντια σε εξεγέρσεις και αντάρτες σε αποτυχημένα κράτη, και πρέπει ξανά και ξανά να εξηγήσει γιατί ο ακριβός εξοπλισμός του έχει αποτύχει εναντίον αυτών των ανεπαρκώς εξοπλισμένων, και με στενότητα χρημάτων εχθρών. Το να γίνεις εχθρός της Κίνας, αντίθετα, είναι σαν μια επιστροφή στις Αλκυονίδες μέρες του Ψυχρού Πολέμου, όταν το Πεντάγωνο μπορούσε να συγκεντρώνει μεγάλους προϋπολογισμούς με το να εμφανίζει το φάντασμα ενός πολέμου εναντίον ενός πλούσιου, εξελιγμένου στρατού με δική του τεχνολογία αιχμής. Όλο εκείνο το διάστημα, η λογική της πυρηνικής αποτροπής και η σύνεση των μεγάλων δυνάμεων εξασφάλισαν ότι δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ ένας πλήρης πόλεμος μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, όποια και αν είναι τα πλεονεκτήματα για τους προϋπολογισμούς του Πενταγώνου, το κόστος ενός τέτοιου ψυχρού πολέμου με την Κίνα θα ήταν τεράστιο, στρεβλώνοντας την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών και διογκώνοντας περαιτέρω το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα εναντίον του οποίου κάποτε προειδοποίησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Dwight Eisenhower.

Προσθέστε σε αυτό τον μεγάλο βαθμό αλληλεξάρτησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα αυξήθηκαν κατά 527% [9] από το 2001, και το 2018 η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής αγαθών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχει επίσης ανθρώπινη αλληλεξάρτηση -οι εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζοι φοιτητές που σπουδάζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με τους σχεδόν πέντε εκατομμύρια κινέζικης καταγωγής πολίτες και κατοίκους των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επωφελήθηκαν πολύ από το να είναι το μέρος όπου συγκεντρώνονται τα πιο λαμπρά μυαλά για να κάνουν την πιο προηγμένη έρευνα και στην συνέχεια να την εφαρμόσουν για εμπορικούς σκοπούς. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έκλειναν τις πόρτες τους σε τέτοια ταλέντα επειδή ήρθαν με λάθος διαβατήριο, θα έχαναν γρήγορα την προνομιακή του θέση στον κόσμο της τεχνολογίας και της καινοτομίας.

Η τρέχουσα προσέγγιση της κυβέρνησης Trump στην Κίνα ακολουθεί δύο διαφορετικές και αντιφατικές τροχιές, αποφεύγοντας την αλληλεξάρτηση και ταυτόχρονα αγκαλιάζοντάς την. Όσον αφορά το εμπόριο, ο στόχος της Ουάσιγκτον είναι, σε γενικές γραμμές, υπέρ της ενσωμάτωσης: Να κάνει την Κίνα να αγοράζει περισσότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να επενδύσει περισσότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, και να επιτρέπει στους Αμερικανούς να πωλούν και να επενδύουν περισσότερα στην Κίνα. Εάν είναι επιτυχής, αυτή η προσπάθεια θα δημιουργούσε μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο χωρών. Είναι μια αξιέπαινη προσπάθεια, αν και φέρνει την επισήμανση ότι οι δασμοί κοστίζουν συνήθως σε εκείνον που επιβάλλει τον φόρο περισσότερο από εκείνον που τον υφίσταται. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, οι δασμοί επί των ελαστικών από την κυβέρνηση Ομπάμα κόστισαν περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια [10] για κάθε αμερικανική θέση εργασίας που σώθηκε. Η γενική προσέγγιση, ωστόσο, είναι σοφή, ακόμα κι αν επιχειρήθηκε στην επιδίωξη μιας στενής ατζέντας «Πρώτα η Αμερική», καθώς η αλληλεξάρτηση δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες μεγαλύτερη μόχλευση έναντι της Κίνας.

Σε θέματα τεχνολογίας, από την άλλη πλευρά, η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ είναι σαφώς διασπαστική. Η στρατηγική εδώ είναι να διακοπούν οι δεσμοί με την Κίνα και να αναγκάσουμε τον υπόλοιπο κόσμο να κάνει το ίδιο -δημιουργώντας έναν κόσμο χωρισμένο μεταξύ δύο στρατοπέδων. Η παγκόσμια εκστρατεία της κυβέρνησης Trump εναντίον της Huawei [11] ακολούθησε αυτή την λογική˙ τα πενιχρά αποτελέσματα αυτής της καμπάνιας δείχνουν τα ελαττώματα αυτής της λογικής. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν ακολουθεί την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών (που δεν διαθέτουν εναλλακτική τεχνολογία για να ανταγωνιστούν τις προσφορές της Huawei στο 5G). Η κυβέρνηση Trump ζήτησε από 61 χώρες να αποκλείσουν την εταιρεία. Μέχρι στιγμής, μόνο τρεις συγκατένευσαν, και οι τρεις τους είναι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ.

Αυτό το θλιβερό ποσοστό επιτυχίας είναι ένας πρώιμος δείκτης του πώς θα μοιάζει μια ευρύτερη στρατηγική «αποσύνδεσης». Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος πολλών χωρών πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένων βασικών παικτών στο Δυτικό Ημισφαίριο, όπως η Βραζιλία. Όταν ρωτήθηκαν πώς θα απαντούσαν στην αποσύνδεση, σχεδόν όλοι οι ανώτεροι ηγέτες σε όλο τον κόσμο προσφέρουν κάποια εκδοχή της απάντησης που μου έδωσε ένας αρχηγός κυβέρνησης: «Παρακαλώ μην μας ζητήσετε να επιλέξουμε μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Δεν θα σας αρέσει η απάντηση που θα πάρετε». Αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμπαρατάσσονταν απαραίτητα με την Κίνα -αλλά θα προτιμούσαν να παραμείνουν μη ευθυγραμμισμένοι ή να βάλουν τις δύο δυνάμεις να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους. Επιπλέον, μια απομονωμένη Κίνα που οικοδομεί τις δικές της εγχώριες αλυσίδες εφοδιασμού και την δική της τεχνολογία θα ήταν αδιαπέραστη από τις πιέσεις των ΗΠΑ.

Παραδόξως, το ζήτημα της αντίδρασης της Κίνας απουσιάζει από τις περισσότερες συζητήσεις σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Κίνας. Το Πεκίνο έχει επίσης τους σκληροπυρηνικούς του, που προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να κρατήσουν την Κίνα κάτω και ότι οποιοδήποτε σημάδι κινεζικής φιλοδοξίας θα αντιμετωπιστεί με μια στρατηγική ανάσχεσης. Όλο και περισσότερο, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Κίνα επιτρέπει σε αυτές τις φωνές να διεκδικήσουν την δικαίωσή τους, δίνοντάς τους έτσι τη μόχλευση να προωθήσουν ακριβώς το είδος της θεληματικής και αποσταθεροποιητικής συμπεριφοράς που η πολιτική των ΗΠΑ σκοπεύει να αποτρέψει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταγωνίζονται με την Κίνα -αυτό είναι γεγονός και θα παραμείνει έτσι για μεγάλο μέρος αυτού του αιώνα. Το ζήτημα είναι κατά πόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ανταγωνιστούν σε ένα σταθερό διεθνές πλαίσιο, συνεχίζοντας να προσπαθούν να ενσωματώσουν την Κίνα παρά να προσπαθήσουν να την απομονώσουν με κάθε κόστος. Μια κατακερματισμένη, διχασμένη διεθνής τάξη, που χαρακτηρίζεται από κυβερνητικούς περιορισμούς και φόρους στο εμπόριο, στην τεχνολογία και στα ταξίδια, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μειωμένη ευημερία, την επίμονη αστάθεια, και την πραγματική προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης για όλους τους εμπλεκόμενους.

Η κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης είναι, φυσικά, ο στόχος πολλών από τους κορυφαίους της κυβέρνησης Τραμπ. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει αποκηρύξει την «παγκοσμιοποίηση» και θεωρεί το ελεύθερο εμπόριο ως έναν τρόπο ώστε οι άλλες χώρες να λεηλατήσουν την αμερικανική βιομηχανία. Θεωρεί τις συμμαχίες των Ηνωμένων Πολιτειών ως ξεπερασμένες και τους διεθνείς θεσμούς και κανόνες ως ανεύθυνους περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία. Οι δεξιοί λαϊκιστές έχουν αγκαλιάσει αυτές τις απόψεις εδώ και χρόνια. Και πολλοί από αυτούς -ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες- καταλαβαίνουν σωστά ότι ο ευκολότερος τρόπος να σπάσει ολόκληρο το φιλελεύθερο διεθνές οικοδόμημα θα ήταν να προκληθεί ένας ψυχρός πόλεμος με την Κίνα. Πιο παράξενο είναι το ότι εκείνοι που έχουν περάσει δεκαετίες για να δημιουργήσουν αυτό το οικοδόμημα υποστηρίζουν εύκολα μια ατζέντα που σίγουρα θα το καταστρέψει.

Η ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Μια σοφότερη πολιτική των ΗΠΑ, με στόχο τη μετατροπή της Κίνας σε «υπεύθυνο ενδιαφερόμενο μέρος», είναι ακόμη εφικτή. Η Ουάσινγκτον θα πρέπει να ενθαρρύνει το Πεκίνο να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στην περιοχή και πέραν αυτής, εφόσον χρησιμοποιεί αυτήν την επιρροή για να ενισχύσει το διεθνές σύστημα. Η κινεζική συμμετοχή στις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της διάδοσης των πυρηνικών, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και της τρομοκρατίας, πρέπει να ενθαρρυνθεί και να εκτιμηθεί. Η Πρωτοβουλία Belt and Road του Πεκίνου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα δώρο για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, εάν επιδιωχθεί με ανοιχτό και διαφανή τρόπο, ακόμη και σε συνεργασία με Δυτικές χώρες όπου είναι δυνατόν. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, θα πρέπει να αποδεχτεί την κριτική των ΗΠΑ για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ελευθερίας λόγου και ελευθερίας γενικότερα.

Τα πιο επικίνδυνα σημεία ανάφλεξης είναι πιθανότατα το Χονγκ Κονγκ και η Ταϊβάν, όπου το status quo είναι εύθραυστο και η ισορροπία ισχύος ευνοεί το Πεκίνο. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Πεντάγωνο έχει εκτελέσει 18 πολεμικά παίγνια εναντίον της Κίνας για την Ταϊβάν και η Κίνα έχει επικρατήσει σε όλα. Η Ουάσινγκτον πρέπει να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε τέτοια νίκη θα ήταν Πύρρεια, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση του Χονγκ Κονγκ ή της Ταϊβάν, μαζική μετανάστευση από τα νησιά αυτά και διεθνή καταδίκη. Εάν το Πεκίνο δράσει ορμητικά είτε στο Χονγκ Κονγκ είτε στην Ταϊβάν, μια πολιτική συνεργασίας των ΗΠΑ θα καταστεί αστήρικτη για χρόνια.

Η νέα συναίνεση για την Κίνα βασίζεται στον φόβο ότι η χώρα μπορεί κάποια στιγμή να κατακτήσει τον κόσμο. Αλλά υπάρχει λόγος να πιστεύουμε στην αμερικανική ισχύ και τον σκοπό. Ούτε η Σοβιετική Ένωση ούτε η Ιαπωνία κατάφεραν να καταλάβουν τον κόσμο, παρά τους παρόμοιους φόβους σχετικά με την άνοδο τους. Η Κίνα ανεβαίνει, αλλά αντιμετωπίζει μια σειρά εσωτερικών προκλήσεων, από την δημογραφική παρακμή έως τα βουνά του χρέους. Έχει αλλάξει στο παρελθόν και θα αναγκαστεί να αλλάξει πάλι εάν οι συνδυασμένες δυνάμεις της ενσωμάτωσης και της αποτροπής συνεχίσουν να την πιέζουν. Οι ελίτ του Πεκίνου γνωρίζουν ότι η χώρα τους έχει ακμάσει σε έναν σταθερό, ανοιχτό κόσμο. Δεν θέλουν να καταστρέψουν αυτόν τον κόσμο. Και παρά μια δεκαετία πολιτικής στασιμότητας στην ηπειρωτική χώρα, η σύνδεση μεταξύ της ανόδου μιας μεσαίας τάξης και των απαιτήσεων για μεγαλύτερο πολιτικό άνοιγμα είναι πραγματική, όπως φαίνεται σε δύο κινεζικές κοινωνίες που παρακολουθούνται στενά από το Πεκίνο -το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν.

Μερικοί Αμερικανοί παρατηρητές μιλούν για τη μακρά θεώρηση της Κίνας, για το υπομονετικό, μυστικό σχέδιό της να κυριαρχήσει στον κόσμο, που εκτελείται με συνέπεια από το 1949, αν όχι νωρίτερα. Ο ακαδημαϊκός και πρώην αξιωματούχος του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, Michael Pillsbury, το ονόμασε «μαραθώνιο εκατό ετών» της Κίνας σε ένα βιβλίο που συχνά επαινέθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ. Αλλά μια πιο ακριβής εικόνα είναι αυτή μιας χώρας που έχει ξεφύγει από μια σφιχτή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση στην Σινο-Σοβιετική διάσπαση, από το Μεγάλο Άλμα προς την Πολιτιστική Επανάσταση σε μια καπιταλιστική ιστορία επιτυχίας, και από μια βαθιά εχθρότητα ως προς Δύση σε στενούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πάλι πίσω σε ένα φλερτ με την εχθρότητα. Εάν αυτό είναι ένας μαραθώνιος, έχει πάρει μερικές περίεργες στροφές, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να έχουν τον έχουν τερματίσει εντελώς.

Εν τω μεταξύ, από το 1949, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υπομονετικά τοποθετήσει δομές και πολιτικές για να δημιουργήσουν έναν πιο σταθερό, ανοιχτό και ολοκληρωμένο κόσμο˙ βοήθησαν χώρες να εισέλθουν σε αυτόν τον κόσμο˙ και έχουν αποτρέψει εκείνους που προσπάθησαν να τον καταστρέψουν -όλα με εκπληκτική επιτυχία. Η Ουάσινγκτον ήταν το αντίθετο από το να αμφιταλαντεύεται ή να είναι υπερβολικά επικεντρωμένη στα βραχυπρόθεσμα. Το 2020, τα στρατεύματα των ΗΠΑ βρίσκονται ακόμη στις όχθες του Ρήνου, εξακολουθούν να προστατεύουν την Σεούλ και εξακολουθούν να βρίσκονται στην Οκινάουα.

Η Κίνα παρουσιάζει μια νέα και μεγάλη πρόκληση. Αλλά αν η Ουάσινγκτον μπορεί να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να συνεχίσει υπομονετικά να ακολουθεί μια πολιτική δέσμευσης και αποτροπής, αναγκάζοντας την Κίνα να προσαρμοστεί ενώ και η ίδια θα προσαρμόζεται για να της δημιουργήσει χώρο, μερικοί ακαδημαϊκοί κάποιες δεκαετίες από τώρα ίσως να γράψουν για το «όχι και τόσο μυστικό» σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών να επεκτείνουν την ζώνη της ειρήνης, της ευημερίας, της ανοικτότητας, και της αξιοπρεπούς διακυβέρνησης σε ολόκληρο τον κόσμο -μια στρατηγική μαραθωνίου που λειτούργησε.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο FAREED ZAKARIA είναι ο οικοδεσπότης του «Fareed Zakaria GPS», στο CNN, και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Post-American World.

Main Photo: Επισκέπτες μπροστά από μια φωτογραφία του Xi στο Εκθεσιακό Κέντρο του Πεκίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019. Jason Lee / Reuters
————————————————
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας