Άμυνα Διπλωματία

Ο θάνατος και η ζωή των τρομοκρατικών δικτύων

Πώς οι συμμαχίες βοηθούν τους μαχητές να επιβιώσουν

Christopher Blair, Erica Chenoweth, Michael C. Horowitz, Evan Perkoski, και Philip B. K. Potter*

Μια κοινή ιδεολογία και, ιδιαίτερα, μια κοινή θρησκεία είναι κρίσιμη για την διατήρηση συμμαχιών όταν οι καιροί είναι δύσκολοι. Χωρίς αυτήν, οι συμμαχίες είναι πιο πιθανό να υποχωρήσουν κάτω από το βάρος της στρατιωτικής πίεσης.

Το Ισλαμικό Κράτος (ή ISIS) ησύχως «αναδύεται από τις στάχτες του» [1] σε τμήματα του Ιράκ και της Συρίας, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που έχει ανακάμψει από μια επιθανάτια εμπειρία. Ο προκάτοχός του, η «Αλ Κάιντα στο Ιράκ», επίσης ανασυστάθηκε αφότου σχεδόν ηττήθηκε το 2007–8. Το ISIS έχει επιδείξει εξαιρετική ανθεκτικότητα˙ περίπου οι μισές από όλες τις τρομοκρατικές οργανώσεις αποτυγχάνουν στον πρώτο χρόνο τους, αλλά αυτό επέζησε για το μεγαλύτερο μέρος δύο δεκαετιών παρά την πάλη ενάντια σε έναν διεθνή συνασπισμό που συνενώθηκε για να το νικήσει.

Αυτή η ανθεκτικότητα μπορεί να φαίνεται εκπληκτική, αλλά δεν πρέπει. Τις τελευταίες δεκαετίες, μαχητικές ομάδες με το είδος του απέραντου διεθνούς δικτύου [2] θυγατρικών, συμμάχων, και υποστηρικτών που έχει συγκεντρώσει το ISIS αποδείχθηκε δύσκολο να νικηθούν. Συμμαχίες έχουν βοηθήσει το ISIS να επεκταθεί και να αποκτήσει επιρροή τις καλές εποχές και έχει ανακουφίσει την πίεση εκτρέποντας την προσοχή προς τις θυγατρικές του στις κακές στιγμές. Συνεπώς, χωρίς να νικηθεί ολόκληρο το δίκτυο θα είναι δύσκολο να αποτελειωθεί πλήρως η βασική ομάδα.

Η αξία των συμμαχιών στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών έχει συχνά σημειωθεί τα τελευταία χρόνια. Αποδεικνύεται ότι οι συμμαχίες είναι εξίσου σημαντικές για τις συχνά απάτριδες μαχητικές ομάδες. Η διαφορά μεταξύ μιας τρομοκρατικής ομάδας με ιδεολογικά ευθυγραμμισμένους συμμάχους και μιας τρομοκρατικής ομάδας χωρίς τέτοιους μπορεί να σημαίνει την διαφορά μεταξύ επιβίωσης και ήττας -όπως κάνει πολύ ξεκάθαρο σήμερα ο συνεχιζόμενος αγώνας για την καταστροφή του ISIS.

ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΑ ΟΠΛΑ

Σε μια ανάλυση της συμπεριφοράς των μαχητικών ομάδων τα τελευταία 70 χρόνια, συγκεντρώσαμε κάθε γνωστή συμμαχία μεταξύ ένοπλων ομάδων από το 1950. Χρησιμοποιώντας μια εκτεταμένη σειρά πληροφοριών ανοιχτών πηγών, εντοπίσαμε τον βαθμό, την τοποθεσία και το περιεχόμενο των συνεργατικών σχέσεων. Μήπως οι ομάδες μοιράζονταν εξοπλισμό και υλικό ή ανταλλάσσουν χρήματα; Συντόνιζαν τις επιθέσεις τους; Ή μήπως η συνεργασία ήταν απλώς ρητορική, περιλαμβάνοντας δεσμεύσεις και άλλες δημόσιες δηλώσεις, αλλά λίγα από την πλευρά της φυσικής συναλλαγής;

Τα προκύπτοντα δεδομένα -ο πιο περιεκτικός υπολογισμός που υπάρχει στα παγκόσμια δίκτυα τρομοκρατικών, ανταρτών και εξεγερμένων οργανώσεων- αποκαλύπτουν διάφορα σημαντικά μοτίβα. Πρώτον, μεταξύ 1950 και 2016, οι μαχητικές ομάδες ανέπτυξαν πολύ ευρύτερα δίκτυα από ό, τι συνήθως εκτιμάται. Έχουμε εντοπίσει σχεδόν 15.000 περιπτώσεις συνεργασίας μεταξύ 2.613 διαφορετικών ενόπλων οργανώσεων, εξασθενίζοντας την κοινή πεποίθηση ότι οι ένοπλες ομάδες επιχειρούν κυρίως μεμονωμένα. Δεύτερον, αυτά τα δίκτυα έχουν γίνει πιο εκτεταμένα με την πάροδο του χρόνου, αυξάνοντας τον αριθμό αλλά και το γεωγραφικό εύρος τους. Ο αριθμός των ενεργών συμμαχιών αυξήθηκε σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980, από περίπου 50 σε σχεδόν 175, κάτι που αντιστοιχεί στο κύμα της ευρωπαϊκής απο-αποικιοκρατίας και στην άνοδο των κομμουνιστικών κινημάτων στη Δυτική Ευρώπη, την Λατινική Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Μετά από μια σύντομη χαλάρωση στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι συμμαχίες διογκώθηκαν ξανά μέχρι να φτάσουν στο αποκορύφωμά τους γύρω στο 2010. Οι δεσμοί μεταξύ ένοπλων ισλαμιστικών ομάδων, πολλές από τις οποίες κινητοποιήθηκαν λόγω της παρουσίας αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, κυριάρχησαν σε αυτή την τελευταία διόγκωση. Πολλοί [δεσμοί] αφορούσαν την ανταλλαγή υλικών αγαθών, όπως όπλα, εκρηκτικά, και άλλο εξοπλισμό, και προσπάθειες να βοηθήσουν τις ένοπλες ομάδες να εισάγουν λαθραία πόρους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ για να συντηρήσουν τον αγώνα τους ενάντια στις συμμαχικές δυνάμεις.

Τις μαχητικές ομάδες, αυτές οι συμμαχίες τις βοηθούν στην διασφάλιση της επιβίωσής τους. Ομάδες με ισχυρά, πυκνά δίκτυα μπορούν να βασίζονται σε συμμάχους όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, ενώ εκείνες που είναι μεμονωμένες πρέπει να προφυλάσσουν τον εαυτό τους. Αλλά τα δεδομένα μας μάς αποκαλύπτουν επίσης ότι δεν είναι όλες οι συμμαχίες ίδιες. Πολλές είναι βραχύβιες και γρήγορα καταρρέουν απέναντι στην κυβερνητική καταστολή. Άλλες, όπως αυτές που σχηματίστηκαν από το ISIS, έχουν αποδειχθεί πολύ πιο ανθεκτικές.

Καθώς το ISIS αναπτυσσόταν το 2013, το δίκτυο των συμμαχιών του επεκτάθηκε, από μόλις τρείς το 2013 σε περισσότερες από 30 το 2016. Μεταξύ του 2013 και του 2015, το ISIS αντλούσε από το μεγάλο θησαυροφυλάκιό του (εκτιμάται σε περίπου 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια στην κορύφωσή του) για να στείλει στους συμμάχους του όπλα και άλλα υλικά για να ενισχύσουν τις ικανότητές τους. Οι υποστηρικτές του στην Ευρώπη και τις γειτονικές χώρες έστελναν μαχητές και ξέπλεναν ή έκρυβαν χρήματα. Συνεργάτες στην Ασία έστελναν μαχητές και μοιράζονταν απροσδόκητα κέρδη. Σύμμαχοι σε όλο τον κόσμο συνεισέφεραν όπλα, τεχνολογία και πληροφορίες, ενώ διεξήγαγαν επιθέσεις που λάμπρυναν την εικόνα του ISIS και μείωναν τις αντιλήψεις ότι ο οργανισμός ήταν κυνηγημένος. Όταν οι μάχες με τις δυνάμεις του υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμού εντάθηκαν το 2015 και τα οικονομικά της οργάνωσης πιέστηκαν και η υλική συνεργασία έγινε πιο δύσκολη, το ISIS άρχισε να σχηματίζει νέες σχέσεις βασισμένες σε ρητορικούς δεσμούς και υποσχέσεις πίστης. Αυτό επέτρεψε στην οργάνωση να διευρύνει το παγκόσμιο αποτύπωμά της και να διατηρήσει την «φίρμα» της παρά τις οπισθοδρομήσεις στο πεδίο της μάχης στο Ιράκ και την Συρία.

Αυτό που έκανε αυτές τις συμμαχίες τόσο ανθεκτικές ήταν τα θεμέλιά τους σε μια κοινή εξτρεμιστική τζιχαντιστική ιδεολογία. Μια κοινή ιδεολογία και, ιδιαίτερα, μια κοινή θρησκεία είναι κρίσιμη για την διατήρηση συμμαχιών όταν οι καιροί είναι δύσκολοι. Χωρίς αυτήν, οι συμμαχίες είναι πιο πιθανό να υποχωρήσουν κάτω από το βάρος της στρατιωτικής πίεσης, καθώς οι ομάδες παραβαίνουν τις δεσμεύσεις τους και δίνουν προτεραιότητα στην άμεση επιβίωσή τους. Οι μαχητικές σχέσεις που βασίζονται σε μια κοινή θρησκευτική ιδεολογία απολαμβάνουν πολλά οφέλη. Προσφέρουν πρόσβαση σε μια ευρύτερη κοινότητα υποστηρικτών και αξιωματούχων που μπορούν να παρατηρήσουν και να επιβάλουν την τήρηση της σχέσης. Μια μείζων ανησυχία σε οποιαδήποτε συμμαχία, είναι ένας εταίρος που παραιτείται μονομερώς˙ η θρησκεία μπορεί να παρέχει μια ενσωματωμένη κοινότητα επιτηρητών, συμπεριλαμβανομένων ιμάμηδων, κληρικών, ή ιερέων, με την εξουσία να ενθαρρύνουν την συνεργασία και να τιμωρούν την αποστασία σε σχέσεις μεταξύ οργανώσεων της ίδιας πίστης. Τόσο η Αλ Κάιντα όσο και το ISIS βασίστηκαν σε εξέχοντες σαλαφιστές κληρικούς για να νομιμοποιήσουν την αιτία τους και να προσελκύσουν και να διατηρήσουν συνεργάτες. Και η ιδεολογική συγγένεια σημαίνει ότι εάν οι συνεργάτες μιας ομάδας επρόκειτο να εγκαταλείψουν το δίκτυο, θα μπορούσαν να αποκτήσουν κακή φήμη στους τζιχαντιστικούς κύκλους η οποία θα τους στοίχειωνε τα επόμενα χρόνια.

Οι κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις αυξάνουν επίσης τα επίπεδα εμπιστοσύνης. Οι κοινοί στόχοι και οι κοσμοθεωρήσεις σημαίνουν ότι οι ομάδες είναι πιο πιθανό να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους και να υποστηρίξουν τους συνεργάτες τους, ακόμα και όταν οι καιροί είναι δύσκολοι. Δείτε την σχέση μεταξύ του ISIS και της Ansar Beit al-Maqdis στην Αίγυπτο. Και οι δύο οργανώσεις ήταν κάτω από σημαντική πίεση αντιεξέγερσης (το ISIS από τον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στρατιωτικό συνασπισμό και η ABM από τις αιγυπτιακές δυνάμεις). Η συμμαχία κανονικά θα ήταν δύσκολο να διατηρηθεί υπό τέτοιες συνθήκες, αλλά κορυφαίοι μαχητικοί κληρικοί στην Αίγυπτο ώθησαν την ABM να δεσμευτεί στην υποστήριξη του ISIS και να παραμείνει δεσμευμένη. Ως εκ τούτου, η ABM απέκτησε όπλα, έλαβε προπαγανδιστική υποστήριξη, και μπόρεσε να ενισχύσει τις τάξεις της με στρατολογημένους από το εξωτερικό, ενώ το ISIS κέρδισε ένα στήριγμα στην Αίγυπτο και αξιοπιστία στους Αιγύπτιους σκληροπυρηνικούς.

Το ISIS ήταν ιδιαίτερα επιδέξιο στην χρήση της θρησκείας για να ενισχύσει τα δίκτυά του και έτσι να μεγεθύνει την επιτυχία και την παγκόσμια εμβέλειά του. Αν και το οιονεί κράτος του στο Ιράκ και την Συρία αποδείχθηκε σχετικά βραχύβιο, ακόμη και η στιγμιαία εκπλήρωση του μακροχρόνιου τζιχαντιστικού στόχου περί ενός ισλαμικού χαλιφάτου στην καρδιά της Μέσης Ανατολής επέτρεψε στο ISIS να χειριστεί την θρησκεία όπως λίγοι άλλοι, γεγονός που έκανε το τεράστιο δίκτυό του ιδιαίτερα ανθεκτικό απέναντι σε μια σημαντική στρατιωτική δύναμη. Η ισχύς αυτών των σχέσεων σημαίνει επίσης ότι η νίκη μιας ομάδας όπως το ISIS είναι μια παγκόσμια, παρά μια τοπική, πρόκληση [3] που απαιτεί πολιτικές και κοινωνικές προσεγγίσεις οι οποίες μειώνουν την ελκυστικότητα των υποκείμενων ιδεολογιών.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ

Τα οφέλη από μια κοινή ιδεολογία δεν περιορίζονται στο ISIS ή στις σαλαφιτικές-τζιχαντιστικές ομάδες, ούτε καν μόνο στην θρησκεία. Άλλες ιδεολογίες συχνά εξυπηρετούν μια παρόμοια λειτουργία, όπως αυτές που ένωναν πολλές ένοπλες αριστερές ομάδες κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αλλά οι μη θρησκευτικές ιδεολογίες γενικά αποδίδουν λιγότερο ανθεκτικές σχέσεις. Απέναντι σε μια κυβερνητική καταστολή, οι σχέσεις που βασίζονται σε μια κοινή θρησκευτική ιδεολογία είναι 25% λιγότερο πιθανό να καταρρεύσουν από εκείνες που βασίζονται σε μια άλλη κοινή ιδεολογία. Οι θρησκευτικές ιδεολογίες παρέχουν ιδιαίτερα ολοκληρωμένα πακέτα κοινοτικής παρακολούθησης, δομών εξουσίας, εμπιστοσύνης, και διεθνικών δικτύων.

Ωστόσο, υπάρχουν μη θρησκευτικές ιδεολογίες που έχουν προσφέρει παρόμοια οφέλη στο παρελθόν -και θα μπορούσαν να συνεχίσουν να το κάνουν στο μέλλον. Για παράδειγμα, τα σημερινά αναπτυσσόμενα δίκτυα ακροδεξιάς μαχητικότητας [4], που ενισχύονται από την «παγκοσμιοποίηση» της ακροδεξιάς ιδεολογίας, θα μπορούσαν να αποδειχθούν δύσκολο να ηττηθούν εάν αναπτύξουν ισχυρούς ιδεολογικούς δεσμούς. Η Αντιτρομοκρατική Επιτροπή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε πρόσφατα μια έκθεση [5] σχετικά με την «αυξανόμενη και ολοένα και πιο διακρατική απειλή που δημιουργεί η ακροδεξιά τρομοκρατία». Οι αρχές στην Αυστραλία, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία, τη Νέα Ζηλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκδώσει καθοδήγηση σχετικά με την απειλή που θέτει η ακροδεξιά τρομοκρατία και, τον Απρίλιο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χαρακτήρισε μια ρωσική ρατσιστική ομάδα ως «Ειδικά Προσδιορισμένη Παγκόσμια Τρομοκρατική Οργάνωση» (Specially Designated Global Terrorist organization) -η πρώτη φορά που ένας ρατσιστικός οργανισμός έχει οριστεί έτσι, επιτρέποντας έτσι στο Γραφείο Ελέγχου Περιουσιακών Στοιχείων στο Εξωτερικό (Office of Foreign Assets Control) του Υπουργείου Οικονομικών να μπλοκάρει οικονομικές συναλλαγές και να επιβάλλει ταξιδιωτικές απαγορεύσεις κατά της ομάδας.

Το μάθημα της ανθεκτικότητας του ISIS και άλλων επιτυχημένων μαχητικών ομάδων τα τελευταία 70 χρόνια είναι ότι τα κράτη δεν πρέπει να υποτιμούν την δύναμη μιας κοινής ιδεολογίας, ακόμη και υπό συντονισμένη στρατιωτική πίεση ή πίεση επιβολής του νόμου. Ο περιορισμός των μαχητικών δικτύων σημαίνει την επένδυση σημαντικών πόρων για την απαξίωση και τη μείωση της ελκυστικότητας της υποκείμενης ιδεολογίας -ακόμη και πριν τα δίκτυα καταστούν μια σοβαρή απειλή. Όταν στις κοινές μαχητικές ιδεολογίες επιτραπεί να ανθίσουν και να αναπτυχθούν ανεξέλεγκτα, οι ομάδες που τις ασπάζονται καθίστανται πολύ πιο δύσκολο να νικηθούν όποτε οι κυβερνήσεις όντως αποφασίσουν να τις καταστρέψουν.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*****
Ο CHRISTOPHER BLAIR είναι διδακτορικός φοιτητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.
Η ERICA CHENOWETH είναι καθηγήτρια Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διεθνών Υποθέσεων στην έδρα Berthold Beitz στην Σχολή Kennedy στο Harvard.
Ο MICHAEL C. HOROWITZ είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Richard Perry και διευθυντής του Perry World House στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.
Ο EVAN PERKOSKI είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κοννέκτικατ, ερευνητικός συνεργάτης στο Κέντρο Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων Belfer και εξωτερικός αντιπρόεδρος στο Κέντρο Καινοτομίας και Δημιουργικότητας Krulak.
Ο PHILIP B. K. POTTER είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής και διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Εθνικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.

Photo: Μαχητές του ISIS στην Raqqa, στην Συρία, τον Ιούνιο του 2014. Stringer / Reuters
——————————————————
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας