Άμυνα Διπλωματία

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τον ΟΗΕ

Όταν η Αμερική αποσύρεται, η Κίνα κερδίζει

Kristine Lee*

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προσφέρουν στους οργανισμούς του ΟΗΕ μια ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι των αυταρχικών αξιών και ηγεσίας, εάν επιθυμούν οι οργανισμοί αυτοί να είναι πιο αποτελεσματικοί και καλύτερα ευθυγραμμισμένοι με την ατζέντα τους.

Αυτή την εβδομάδα, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών πραγματοποιεί την πρώτη εικονική συγκέντρωση των παγκόσμιων ηγετών. Η εκδήλωση ήταν περίπλοκη για την Ουάσιγκτον. Στην μαγνητοσκοπημένη ομιλία του [1] ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης την Τρίτη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέκρινε αυστηρά την Κίνα για την αποτυχία της να περιορίσει την διάδοση του νέου κορωνοϊού σε όλο τον κόσμο. Αλλά οι ανεπάρκειες της απάντησης της δικής του διοίκησης επισκίασαν το μήνυμά του. Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε τις Ηνωμένες Πολιτείες εσωστρεφείς και σε υποχώρηση από τον ΟΗΕ, πρόσφατα αποχωρώντας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) κατά την διάρκεια της πανδημίας.

Τον Ιούνιο, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Robert O’Brien, εξήγησε [2] ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν την σχέση τους με τον ΠΟΥ, επειδή η «απάντηση του οργανισμού στην πανδημία έδειξε ότι είναι υποχρεωμένος την Κίνα». Η διοίκηση ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει μια διπλή επιλογή μεταξύ της απόσυρσης από ή της συνεργασίας με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ, οι οποίες έχουν υποκύψει σε αυταρχικά συμφέροντα. Αλλά αυτό το δίλημμα είναι λανθασμένο.

Η απόσυρση των ΗΠΑ μόνο ενισχύει την Κίνα. Το Πεκίνο είναι πρόθυμο να επεκτείνει την επιρροή του στην παγκόσμια σκηνή για να εξυπηρετήσει τα στενά συμφέροντά του και η απόσυρση των ΗΠΑ έχει ωθήσει τους καταπολεμούμενους οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών στην τροχιά της Κίνας, καθιστώντας τελικά τον κόσμο λιγότερο φιλόξενο στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αντί να αποσυρθούν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν προσεκτικά βαθμονομημένα οικονομικά κίνητρα για να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις προς μια ατζέντα περισσότερο σύμφωνη με τα συμφέροντα και τις αξίες τους. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε στην Ουάσινγκτον να αμβλύνει την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας όπου είναι απαραίτητο, και να διαμορφώσει την πορεία των υπηρεσιών του ΟΗΕ, ξεκινώντας από τον ΠΟΥ.

ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΙ, ΧΑΝΟΥΜΕ

Το αμερικανικό κοινό έχει μια ευρέως ευνοϊκή άποψη για τον ΟΗΕ, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις [3], και μια μελέτη του 2020 μέχρι που έδειξε ότι πάνω από το 70% των Αμερικανών υποστηρίζουν την επανένταξη στον ΠΟΥ. Ωστόσο, ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν αμφιβολίες για την χρησιμότητα της δέσμευσης των ΗΠΑ. Ακόμη και πριν από την πανδημία -και ειδικά μετά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016- μελετητές, συμπεριλαμβανομένου του Stewart Patrick σε αυτές τις σελίδες [5], έχουν χύσει βαρέλια μελανιού συζητώντας [6] τους ακριβείς ορισμούς, τη μελλοντική κατεύθυνση, και την επερχόμενη διάλυση [7] της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης που σωματοποιεί ο ΟΗΕ.

Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, ο Τραμπ αξιομνημόνευτα κατήγγειλε το «ψεύτικο τραγούδι της παγκοσμιοποίησης» [8], δεσμευόμενος να απορρίψει τις «διεθνείς ενώσεις που … φέρνουν την Αμερική στα γόνατα». Σε συμφωνία με αυτήν την άποψη, από το ξεκίνημά της η κυβέρνηση Τραμπ συνέταξε [9] μια εκτελεστική εντολή για να περικόψει τις πληρωμές των ΗΠΑ στον ΟΗΕ έως και 40%, ισχυριζόμενη ότι τέτοιες επενδύσεις δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των Αμερικανών φορολογουμένων.

Οι υποστηρικτές του προέδρου στην Γερουσία επαναλαμβάνουν αυτήν την άποψη. Σύμφωνα με τον Rob Portman, τον Ρεπουμπλικανικό γερουσιαστή από το Οχάιο, «Όταν όλοι οι φορολογούμενοί μας πληρώνουν περίπου το 22% του προϋπολογισμού των Ηνωμένων Εθνών, νομίζω ότι περιμένουν να δουν έναν πιο αποτελεσματικό οργανισμό που να είναι πιο αντικειμενικός και πιο σύμφωνος με τις αξίες μας». Το 2016, ο γερουσιαστής Lindsey Graham, Ρεπουμπλικανός της Νότιας Καρολίνας, υποστήριξε επίσης [10]: «Εάν δεν μπορείτε να δείξετε στον αμερικανικό λαό ότι οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να είναι πιο υπεύθυνοι, θα υπάρξει μια διακοπή».

Η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε να μετατρέπει αυτήν την παρόρμηση σε πολιτική. Αλλά εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσυρθούν από τις Υπηρεσίες του ΟΗΕ χωρίς σαφείς εναλλακτικές λύσεις, ο κόσμος τελικά θα γίνει πιο εχθρικός έναντι των αξιών και των συμφερόντων των ΗΠΑ. Αυτό το ενδεχόμενο έχει εκτυλιχθεί σε πραγματικό χρόνο, ίσως πουθενά αλλού πιο ανησυχητικά παρά στον ΠΟΥ.

ΜΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πεκίνο έχει παράσχει πολύ μικρότερες οικονομικές συνεισφορές στα Ηνωμένα Έθνη και έχει πολύ λιγότερα διπλωματικά μέσα. Αλλά η Κίνα έχει δείξει ότι ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τη μόχλευση που διαθέτει πολύ πιο στρατηγικά και συχνά πιο αδίστακτα από όσο είναι πρόθυμες να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Δείτε τον ΠΟΥ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν ιστορικά ο μεγαλύτερος προστάτης του ΠΟΥ [11], αναλαμβάνοντας περίπου το 15% του προϋπολογισμού του οργανισμού, σε αντίθεση με το μόλις 0,2% της Κίνας. Όμως, το 2017, ο υποψήφιος του Πεκίνου, Tedros Adhanom Ghebreyesus, εξελέγη Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ. Με την ανάληψη της θέσης, ο Tedros παπαγάλισε την έκκληση του Πεκίνου για έναν Δρόμο του Μεταξιού για την Υγεία (Health Silk Road), που θα έφερνε υποστηριζόμενη από την Κίνα ιατρική περίθαλψη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Την περασμένη άνοιξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν την προσπάθεια της Ταϊβάν να συμπεριληφθεί στην Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας του ΠΟΥ με το επιχείρημα ότι το νησί είχε δομήσει μια από τις πιο επιτυχημένες αποκρίσεις στον κόσμο για την πανδημία COVID-19 -αλλά ο ΠΟΥ υποχώρησε στην κινεζική πίεση και απέκλεισε την Ταϊπέι από την συνάντηση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν επίσημα την αποχώρησή τους από τον ΠΟΥ τον Ιούλιο του 2020 και, με αυτόν τον τρόπο, ενδυνάμωναν περαιτέρω την Κίνα και ενίσχυσαν την αυταρχική επιρροή της. Η Κίνα ανακοίνωσε αμέσως ότι θα δωρίσει 2 δισεκατομμύρια δολάρια στον ΟΗΕ για την καταπολέμηση του COVID-19, διαλαλώντας [12] τον ρόλο της ως «υπερασπιστή της διεθνούς τάξης». Ο Zhao Lijian, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας, δήλωσε ότι η Κίνα συνέβαλε στην «παγκόσμια συνεργασία στον τομέα της δημόσιας υγείας ως υπεύθυνη μεγάλη χώρα», ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες «παρακάμπτουν τις δικές τους ευθύνες και υπονομεύουν την παγκόσμια αλληλεγγύη στην καταπολέμηση του ιού».

Κρατώντας στον έλεγχό τους το πορτοφόλι του οργανισμού και χωρίς αμφισβήτηση από την ηγεσία των ΗΠΑ, η Κίνα είναι τώρα έτοιμη να ασκήσει αδικαιολόγητη επιρροή [13] σε υποτιθέμενα ανεξάρτητες, υπό την ηγεσία του ΠΟΥ έρευνες για την προέλευση του ιού. Οι ειδικοί του ΠΟΥ που διεξάγουν την έρευνα δεν έχουν ακόμη ταξιδέψει στην Γουχάν, που θεωρείται ευρέως ως το αρχικό επίκεντρο της πανδημίας, προκαλώντας ανησυχίες σχετικά με την αυστηρότητα της έρευνας και την πιθανή υποχώρησή της μπροστά στα κινέζικα συμφέροντα.

Καθώς το Πεκίνο αρπάζει αυτήν την ευκαιρία να ηγηθεί της πολυμερούς διακυβέρνησης της υγείας, μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει τον ΠΟΥ για να εξαναγκάσει τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να υποστηρίξουν τα συμφέροντά του. Τον Σεπτέμβριο, ο ΠΟΥ παρουσίασε ένα παγκόσμιο σχέδιο ανάπτυξης και διανομής εμβολίων [14] -το οποίο ούτε η Κίνα ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέκριναν. Το Πεκίνο θα μπορούσε να υπερνικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους στον αγώνα για την ανάπτυξη εμβολίου COVID-19. Με δυσανάλογη επιρροή στον ΠΟΥ, η Κίνα θα μπορούσε στην συνέχεια να χρησιμοποιήσει μια προτιμησιακή πρόσβαση στο εμβόλιό της ως διαπραγματευτικό χαρτί για να κερδίσει την υποστήριξη των χωρών-μελών υπέρ των θέσεών της, όπως για την απομόνωση της Ταϊβάν ή για την αποτροπή της κριτικής για τις πολιτικές της στο Χονγκ Κονγκ, το Θιβέτ ή την [επαρχία] Xinjiang.

Ο ΠΟΥ απέχει πολύ από το να είναι ο μοναδικός οργανισμός του ΟΗΕ που έχει στραφεί προς το Πεκίνο -και η υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επιταχύνει αυτή την τάση. Το 2017, η Ουάσιγκτον αποχώρησε από την UNESCO. Το Πεκίνο χρησιμοποίησε αργότερα τη νέα του επιρροή για να κερδίσει την έγκριση του οργανισμού για την [κινεζική] Πρωτοβουλία Belt and Road [15] και να προσπαθήσει να διπλασιάσει τον αριθμό των Κινέζων υπαλλήλων στην Υπηρεσία. Το 2018, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Η Κίνα έκτοτε ουσιαστικά σίγασε την κριτική του συμβουλίου για τις αχαλίνωτες παραβιάσεις της επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της μαζικής κράτησης Μουσουλμάνων στην Xinjiang.

Καθώς το Πεκίνο καταπίνει τον ΟΗΕ, η προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον οργανισμό ήταν στην καλύτερη περίπτωση σπασμωδική και αντιδραστική. Η Ουάσινγκτον μείωσε την χρηματοδότηση των ΗΠΑ -και την απειλή να κλείσει την στρόφιγγα- έναντι των υπηρεσιών του ΟΗΕ που αψηφούν τα συμφέροντά της. Τον Οκτώβριο του 2018, η Ουάσινγκτον απείλησε να διακόψει τους δεσμούς με την Universal Postal Union, έναν οργανισμό του ΟΗΕ που είναι επιφορτισμένος με την ρύθμιση των διεθνών υπηρεσιών αλληλογραφίας, εξαιτίας της πρακτικής του να παρέχει στην Κίνα χαμηλότερες τιμές αποστολής από εκείνες που ισχύουν για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κίνηση, η οποία αποφεύχθηκε παρ’ ολίγον, θα είχε προκαλέσει μια παγκόσμια ταχυδρομική κρίση. Η σοκαριστική στροφή των γεγονότων στον ΠΟΥ υποδηλώνει ότι τέτοιες τακτικές γίνονται όλο και πιο αντιπαραγωγικές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνεργαστούν με τον ΟΗΕ που μπορεί να προωθήσει τα συμφέροντά τους.

ΑΚΟΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Τον Μάιο, ο Τραμπ έδωσε στον ΠΟΥ 30 ημέρες για να δεσμευτεί για «σημαντικές ουσιαστικές βελτιώσεις» προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρουν την χρηματοδότησή τους και φύγουν. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν καθόρισαν αυτές τις βελτιώσεις, πόσω μάλλον δεν παρείχαν ηγεσία ή υποστήριξη στον υποχρηματοδοτημένο οργανισμό που είναι επιφορτισμένος να τις εφαρμόσει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προσφέρουν στους οργανισμούς του ΟΗΕ μια ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι των αυταρχικών αξιών και ηγεσίας, εάν επιθυμούν [οι οργανισμοί αυτοί] να είναι πιο αποτελεσματικοί και καλύτερα ευθυγραμμισμένοι με την ατζέντα τους. Τα θετικά οικονομικά κίνητρα είναι πιο πιθανό να ενθαρρύνουν τις μεταρρυθμίσεις από όσο τα σκληρά τελεσίγραφα, ειδικά δεδομένου ότι το Πεκίνο είναι έτοιμο [16] να γεμίσει τα ταμεία που αφήνουν άδεια οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ξεκινήσει αποκαθιστώντας ένα μέρος της προηγούμενης χρηματοδότησής της στον ΠΟΥ. Στην συνέχεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να δεσμευτούν να αυξάνουν ετησίως αυτό το ποσό εάν ο οργανισμός συμμορφώνεται με ορισμένες προϋποθέσεις: επαναφορά του καθεστώτος παρατηρητή της Ταϊβάν στην Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας, για παράδειγμα, ή πρόσληψη περισσότερων Αμερικανών για την πλήρωση διοικητικών θέσεων του οργανισμού. Καθώς ο ΠΟΥ θα πληροί αυτά τα κριτήρια, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να ενισχύει την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στον ΟΗΕ με το να ενθαρρύνει συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα [17] μεταξύ του ΠΟΥ και αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών που επιδιώκουν έργα που σχετίζονται με την παγκόσμια δημόσια υγεία.

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με διαφάνεια τέτοιες δομές κινήτρων με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ και, με αυτόν τον τρόπο, να έρθει σε οξεία αντίθεση με το στυλ των παρασκηνιακών συμφωνιών και του εξαναγκασμού από το Πεκίνο. Η Κίνα μοιράζει ανταμοιβές και απειλεί με αντίποινα για να πιέσει κυβερνήσεις ώστε να υποστηρίξουν τις πολιτικές και τους υποψηφίους της για ηγετικές θέσεις. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεργαστούν με ομοϊδεάτες χώρες και ηγέτες του ΟΗΕ για να διεξάγουν πιο ανοιχτές εκλογές στους εξειδικευμένους οργανισμούς και να κωδικοποιούν πρότυπα διαφάνειας στις λειτουργίες τους. Συγκεκριμένα, μόνο αφότου η Αυστραλία, η ΕΕ και άλλες δημοκρατίες άσκησαν δημοσίως πιέσεις στον ΠΟΥ και κινητοποίησαν ευρεία υποστήριξη, ο οργανισμός δεσμεύτηκε να διενεργήσει μια ανεξάρτητη έρευνα για την προέλευση του νέου κορωνοϊού.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να φροντίσουν να καλύψουν τις κενές θέσεις εντός της κυβέρνησής τους που συνεργάζονται με τον ΟΗΕ, και πρέπει να συνεχίσουν να στέλνουν υψηλόβαθμα στελέχη και ταλαντούχους διπλωμάτες επιπέδου καθημερινής δουλειάς για να εκπροσωπήσουν τα αμερικανικά συμφέροντα εκεί. Θα πρέπει να συνεργαστούν περαιτέρω με συμμάχους από νωρίς ώστε να προωθήσουν υποψήφιους που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ για να ηγηθούν σημαντικών εξειδικευμένων Υπηρεσιών.

Τέτοια μέτρα δεν θα ήταν πανάκεια, αλλά θα έδειχναν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να βρίσκονται στο παιχνίδι και μπορούν ακόμα να ηγηθούν. Με αυτόν τον τρόπο, θα έδιναν στην Ουάσινγκτον μια καλύτερη ευκαιρία στην διαμόρφωση των αποτελεσμάτων από απλώς να ρίχνουν στην πετσέτα στο καναβάτσο.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η KRISTINE LEE είναι πρόσθετη συνεργάτις στο Πρόγραμμα Ασφάλειας Ασίας-Ειρηνικού στο Center for a New American Security.

Photo: Ο Τραμπ μιλά στην Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2018. Carlo Allegri / Reuters
———————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας