Άμυνα Διπλωματία

Οι κίνδυνοι της απογοήτευσης από τα εμβόλια

Μια βιώσιμη ανοσοποίηση είναι καλά νέα, αλλά η πραγματικότητα δεν θα ταιριάζει με τις προσδοκίες επί πολλούς μήνες

Josh Michaud και Jen Kates*

Με ελλείψεις που ενδέχεται να παραμείνουν σε μεγάλο μέρος του κόσμου για τουλάχιστον έναν χρόνο και προκλήσεις στην διανομή των εμβολίων που αναμένεται να επιβραδύνουν τις προσπάθειες ανοσοποίησης αρκετά, ο κόσμος θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος ότι η COVID-19 θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ο Νοέμβριος έφερε μερικές από τις καλύτερες ειδήσεις σχετικά με την πανδημία COVID-19: ισχυρές ενδείξεις ότι θα δράσουν τα νέα εμβόλια κατά του κορωνοϊού που βρίσκονται τώρα υπό ανάπτυξη. Αυτό δεν ήταν ποτέ ένα σίγουρο συμπέρασμα. Αλλά είναι πλέον σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι διαθέσιμα μέσα στους επόμενους μήνες αρκετά διαφορετικά αποτελεσματικά εμβόλια κατά του κορωνοϊού.

Ωστόσο, η ανάπτυξη ενός εμβολίου είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά πορεία προς την εξάλειψη της πανδημίας. Ακόμα πιο τρομακτικά καθήκοντα περιμένουν τους υπεύθυνους για την χάραξη πολιτικής και για τους εργαζόμενους στην υγεία αφότου οι φαρμακευτικές εταιρείες στείλουν τις πρώτες δόσεις. Για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος μελλοντικών εστιών, έως και το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού θα πρέπει να είναι άνοσο στον κορωνοϊό -μέσω εμβολιασμού ή μέσω μόλυνσης και ανάκαμψης. Δεδομένου ότι μόνο το 10% [1] του παγκόσμιου πληθυσμού είχε μέχρι σήμερα COVID-19 (με τις περισσότερες μολύνσεις να συγκεντρώνονται σε σχετικά μικρό αριθμό χωρών), αυτό αφήνει έναν εξαιρετικά υψηλό στόχο για τις παγκόσμιες προσπάθειες εμβολιασμού. Η επίτευξη αυτού [του στόχου] θα απαιτήσει έναν εκπληκτικό άθλο παγκόσμιας συνεργασίας, κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολο και να διαρκέσει πολύ περισσότερο από όσο συνειδητοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Μόλις καταστεί σαφές ότι ένα εμβόλιο δεν θα σημαίνει άμεση απελευθέρωση από την κρίση, υπάρχει ο κίνδυνος να εδραιωθεί λαϊκή απογοήτευση, βαθαίνοντας τον έρποντα σκεπτικισμό για τα εμβόλια σε μέρη του κόσμου και προσθέτοντας στην ήδη τρομερή πρόκληση της ανοσοποίησης περισσότερου από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι κυβερνήσεις πρέπει επομένως να προστατευθούν από τις λαϊκές απογοητεύσεις, επικοινωνώντας με σαφήνεια και μετριάζοντας τις προσδοκίες -ενώ θα προωθούν δυναμικά τις εκστρατείες ανοσοποίησης για να σώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές.

ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΕΜΒΟΛΙΩΝ

Αρκετά εμβόλια ενδέχεται να βρίσκονται στο μεταίχμιο της έγκρισης, αλλά θα περάσει τουλάχιστον ένα έτος έως ότου γίνουν ευρέως διαθέσιμα σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Οι χώρες με υψηλό εισόδημα έχουν ήδη δεσμεύσει τα πρώτα εννέα δισεκατομμύρια δόσεις [2] των κορυφαίων υποψηφίων εμβολίων μέσω άμεσων διμερών συμφωνιών με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η εκπλήρωση αυτών των παραγγελιών θα καταναλώσει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας ικανότητας παραγωγής εμβολίων για τους επόμενους 12 μήνες και πιθανώς περισσότερο. Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το 80% των δόσεων εμβολίου που αναμένεται να παράγουν το 2021 η Pfizer και η BioNTech έχουν ήδη δεσμευτεί, όπως και το 100% των δόσεων που αναμένεται να παράγει η Moderna.

Οι πλούσιες χώρες δεν έχουν απλώς προχωρήσει για να εξασφαλίσουν προνομιακή πρόσβαση για τους πληθυσμούς τους. Πολλές από αυτές έχουν αντισταθμίσει το ρίσκο τους συγκεντρώνοντας προμήθειες πολλαπλών υποψηφίων εμβολίων. Η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δεσμεύσει αρκετές δόσεις για να εμβολιάσουν ολόκληρο τον πληθυσμό τους αρκετές φορές [3]. Είναι πιθανό αυτές οι χώρες να αποφασίσουν τελικά να παραιτηθούν από τις υπερβάλλουσες δόσεις τους ή να τις δωρίσουν, αλλά οι περισσότερες θα περιμένουν να το κάνουν μέχρι να εμβολιαστούν οι ίδιοι οι πληθυσμοί τους.

Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος θα βρεθούν στο τέλος της ουράς, αναγκασμένες να βασιστούν για τα εμβόλια τους σε μηχανισμούς που χρηματοδοτούνται από δωρητές. Ο πιο υποσχόμενος τέτοιος μηχανισμός είναι η COVAX, μια πολυμερής πρωτοβουλία με επικεφαλής τις πρωτοβουλίες Coalition for Epidemic Preparedness, Gavi Alliance, και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, που στοχεύει στην διασφάλιση της δίκαιης παγκόσμιας πρόσβασης στα εμβόλια του κορωνοϊού. Με εξαίρεση την Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αμφότερες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, σχεδόν κάθε ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο έχει εγγραφεί στην COVAX για να υποστηρίξει τις προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίων, και πολλές έχουν επίσης συμφωνήσει να βοηθήσουν στην χρηματοδότηση της διανομής εμβολίων σε 92 χώρες χαμηλού εισοδήματος, μόλις αυτά εγκριθούν. Ωστόσο, η COVAX εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα κενό χρηματοδότησης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, και με τόσο μεγάλο μέρος της μελλοντικής παγκόσμιας προσφοράς εμβολίων και παραγωγικής ικανότητας να έχει ήδη μονοπωληθεί από τις πλούσιες χώρες, υπάρχουν όρια στο πόσα μπορεί να κάνει η πρωτοβουλία. Ακόμα κι αν ο εκλεγμένος πρόεδρος, Joe Biden, αποφασίσει να αντιστρέψει την θέση του προκατόχου του και να δώσει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στην COVAX, το καλύτερο σενάριο θα έβλεπε μόνο το 20% του πληθυσμού σε χώρες χαμηλού εισοδήματος να έχει πρόσβαση σε εμβόλια μέχρι το τέλος του 2021.

Το να επιτευχθεί αυτό το μέτριο ποσοστό πιθανότατα εξαρτάται από την έγκριση του εμβολίου της AstraZeneca-Oxford, το οποίο χρησιμοποιεί μια πιο καθιερωμένη τεχνολογία από όσο τα εμβόλια που βασίζονται στην Pfizer-BioNTech και τη Moderna mRNA και θα είναι ευκολότερη η μεταφορά και η αποθήκευσή τους. Τα αποτελέσματα των δοκιμών που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα έδειξαν ότι το εμβόλιο ήταν τουλάχιστον 62% αποτελεσματικό και πιθανώς υψηλότερα, ανάλογα με την δοσολογία. Αυτό μπορεί να είναι χαμηλότερο από την αποτελεσματικότητα περίπου 95% που αναφέρθηκε τόσο από την Pfizer-BioNTech όσο και από τη Moderna, αλλά εξακολουθεί να είναι αρκετά υψηλή ώστε να βοηθήσει στον έλεγχο της πανδημίας. Και παρόλο που τα αποτελέσματα της δοκιμής της AstraZeneca που έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο μια γρήγορη έγκριση από την FDA στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ρυθμιστικές Αρχές στο Ηνωμένο Βασίλειο [4], την Ευρωπαϊκή Ένωση [5] και αλλού θα μπορούσαν σύντομα να εγκρίνουν το εμβόλιο, το οποίο θα αρχίσει να ανοίγει πόρτες για την παγκόσμια διανομή του.

Από τις φαρμακευτικές εταιρείες με υποψήφια [εμβόλια] που πλησιάζουν στο τέλος των τελικών δοκιμών, η AstraZeneca έχει καταβάλει τη μεγαλύτερη προσπάθεια να εξασφαλίσει δίκαιη παροχή του εμβολίου της σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και δεσμευόμενη να παρέχει δόσεις στο κόστος για την διάρκεια της πανδημίας. Η προσέγγισή της θα της επιτρέψει επίσης να αυξήσει την παραγωγή πιο εύκολα, καθώς τα υλικά, οι εγκαταστάσεις και η τεχνογνωσία που απαιτούνται για την παραγωγή του εμβολίου της είναι σε μεγαλύτερη διαθεσιμότητα. Η AstraZeneca έχει ήδη υπογράψει συμφωνίες με κατασκευαστές σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδία, και αναμένει να κατασκευάσει έως και τρία δισεκατομμύρια δόσεις [6] -αρκετές για 1,5 δισεκατομμύριο άτομα- έως το τέλος του 2021, με το μισό ποσό να προορίζεται για διανομή παγκοσμίως.

Οι ελλείψεις εμβολίων στον αναπτυσσόμενο κόσμο θα μπορούσαν να μειωθούν κάπως εάν άλλες φαρμακευτικές εταιρείες συμφωνήσουν να τιμολογήσουν τα εμβόλια στο -ή κοντά στο- κόστος και να επεκτείνουν την παραγωγική ικανότητα μεταφέροντας τεχνολογία σε κατασκευαστές σε αναπτυσσόμενες χώρες. Η Κίνα θα μπορούσε επίσης να καλύψει ένα μέρος του ελλείμματος μέσω της εξαγωγής των εμβολίων της, όπως είπε [7] ότι θα ήθελε να κάνει. Ωστόσο, οι δοκιμές των κινεζικών υποψηφίων [εμβολίων] είναι ακόμη σε εξέλιξη και δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί πλήρεις αποδείξεις για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και κάτω από τα πιο ρόδινα σενάρια παραγωγής και εξαγωγής, η διεθνής ζήτηση για εμβόλια είναι πιθανό να ξεπεράσει την προσφορά μέχρι τουλάχιστον το 2022.

ΟΧΙ Η ΣΥΝΗΘΗΣ ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΣΗΣ

Η ικανοποίηση της ζήτησης από φτωχές χώρες είναι μόνο το μισό της μάχης. Αυτές οι χώρες πρέπει στην συνέχεια να προσδιορίσουν τους αποδέκτες των εμβολίων, να διανείμουν τις δόσεις ευρέως και δίκαια, και να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε δισταγμό σχετικά με την ανοσοποίηση μεταξύ του πληθυσμού. Η έρευνά μας σχετικά με την διανομή εμβολίων στις Ηνωμένες Πολιτείες [8] δείχνει ότι όλες αυτές οι δουλειές θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες ακόμη και στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου. Αναμφίβολα θα αποδειχθούν ακόμη πιο περίπλοκες στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Μεταξύ των πιο δύσκολων αποφάσεων που θα πρέπει να λάβουν οι χώρες στην αρχική φάση της διανομής είναι ποιος θα πάρει πρώτα τις δόσεις. Ενώ μέρος της απάντησης σε αυτήν την ερώτηση θα εξαρτηθεί από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των εμβολίων, οι ειδικοί συμφωνούν γενικά ότι η προτεραιότητα πρέπει να αφορά τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς -κυρίως τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας, τους ηλικιωμένους και εκείνους με παθήσεις υγείας που τους θέτουν σε κίνδυνο για σοβαρή [ασθένεια] COVID -19 και θάνατο. Ωστόσο, η μετάφραση αυτής της καθοδήγησης σε εφαρμόσιμες πολιτικές δεν θα είναι απαραίτητα απλή. Για να οριοθετήσουμε αυτές τις κατηγορίες [πληθυσμού] και να σχεδιάσουμε προγράμματα προσέγγισης που βασίζονται σε αυτές, θα χρειαστεί χρόνος και πόροι, ειδικά σε χώρες που δεν τηρούν λεπτομερή αρχεία δημογραφικών στοιχείων ή καταστάσεων υγείας. Τα υπάρχοντα δίκτυα διανομής εμβολίων έχουν σχεδιαστεί για να προσεγγίζουν παιδιά και θα είναι μόνο περιορισμένα σε αυτήν την περίπτωση, καθώς τα εμβόλια του κορωνοϊού θα πρέπει να απευθύνονται σε ενήλικες, τουλάχιστον αρχικά.

Μια άλλη δυσκολία θα είναι η εξασφάλιση ίσης πρόσβασης σε γεωγραφικές περιοχές, σε επίπεδα εισοδήματος και σε τάξεις. Οι πλούσιοι, οι αστικοί, και οι πολιτικά διασυνδεδεμένοι πληθυσμοί είναι πιθανό να το βρουν ευκολότερο να εμβολιαστούν από όσο οι φτωχοί, οι αγρότες και οι περιθωριοποιημένοι. Η διόρθωση αυτής της ανισορροπίας θα απαιτήσει επιπλέον χρόνο και πόρους. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια ανισορροπία μεταξύ ευκολίας και δικαιοσύνης, και ο εμβολιασμός με φθηνό τρόπο θα οδηγήσει σε άνιση πρόσβαση. Η συμπερίληψη εκπροσώπων ενός ευρέος φάσματος κοινοτήτων και περιοχών στην διαδικασία διανομής εμβολίων θα συμβάλει στη μείωση της πολιτικής ευνοιοκρατίας, της παραμέλησης, και της διαφθοράς. Ωστόσο, όλα αυτά τα ζητήματα ενδέχεται να εμποδίσουν τις προσπάθειες εμβολιασμού, ειδικά σε χώρες όπου υπάρχει μικρή λογοδοσία ή διαφάνεια.

Το τελευταίο εμπόδιο είναι να πεισθούν οι άνθρωποι να εμβολιαστούν. Σε μια πρόσφατη έρευνα [9] για την προθυμία για εμβολιασμό σε 19 χώρες, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον μιας χώρας από κάθε περιοχή του κόσμου, μόλις το 71% των ερωτηθέντων δήλωσε συνολικά ότι θα ήταν πολύ ή κάπως πιθανό να εμβολιαστούν, με τη μεγαλύτερη προθυμία στην Κίνα (90%) και την χαμηλότερη στην Ρωσία (55%). Μια άλλη έρευνα σε 15 χώρες [10] ανέφερε παρόμοια συνολικά επίπεδα αποδοχής εμβολίων, με τους πληθυσμούς της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής να υστερούν σε σχέση με εκείνους της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα πιο ανησυχητικό, η έρευνα έδειξε ότι η προθυμία εμβολιασμού έχει μειωθεί τους τελευταίους μήνες – για παράδειγμα, από 59% σε 54% στην Γαλλία, και από 72% σε 64% στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ασφάλεια ήταν συχνά ένα κοινό πρόβλημα με τα εμβόλια, ειδικά τα νέα και τα άγνωστα. Ωστόσο, η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση κατά των εμβολίων, που συχνά διαχέεται γρήγορα μέσω των social media [11], έχουν επιδεινώσει την δυσκολία οικοδόμησης εμπιστοσύνης σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ανάπτυξη εμβολίων έχει πολιτικοποιηθεί. Επειδή οι ηλικιωμένοι θα είναι μια ομάδα προτεραιότητας για τις περισσότερες εκστρατείες έγκαιρου εμβολιασμού, οι φήμες και η παραπληροφόρηση θα είναι ανησυχητικές για όλες τις χώρες, όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ένας αριθμός συμπτωματικών θανάτων μετά τον εμβολιασμό και στο τρέχον οικοσύστημα των social media επικίνδυνες φήμες μπορούν να απογειωθούν, υπονομεύοντας ενδεχομένως την εμπιστοσύνη. Αυτό συνέβη πρόσφατα στη Νότια Κορέα, όπου περισσότεροι από δώδεκα θάνατοι που συνδέονται ψευδώς με εμβόλια γρίπης προκάλεσαν δημόσιο φόβο [12]. Ο κίνδυνος ψευδών συσχετίσεων θα είναι ακόμη μεγαλύτερος με ένα εμβόλιο κορωνοϊού, δεδομένης της καινοτομίας του και της προσοχής που θα δοθεί στις προσπάθειες ανοσοποίησης παντού.

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗΣ

Όλα αυτά τα εμπόδια θα παρεμποδίσουν τις παγκόσμιες προσπάθειες ανοσοποίησης αρκετού από τον πληθυσμό του κόσμου για την εξάλειψη του κορωνοϊού. Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος εστιών θα συνεχιστεί πολύ μετά την έναρξη της πρώτης γενιάς εμβολίων. Τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, οι συνοριακοί έλεγχοι και άλλες παρεμβάσεις για την δημόσια υγεία θα πρέπει συνεπώς να παραμείνουν σε ισχύ για πολλούς μήνες. Είναι πιθανό να ακολουθήσει απογοήτευση, ειδικά καθώς οι ανισότητες στην υγεία μεταξύ και εντός των χωρών θα γίνουν πιο ορατές με την πάροδο του χρόνου.

Τέτοιες λαϊκές απογοητεύσεις θα μπορούσαν να εμβαθύνουν τον σκεπτικισμό περί των εμβολίων και να πυροδοτήσουν πιο επικίνδυνη παραπληροφόρηση, επιδεινώνοντας τις προκλήσεις της διαχείρισης παγκόσμιων προγραμμάτων ανοσοποίησης. Με άλλα λόγια, η απογοήτευση κινδυνεύει να δημιουργήσει έναν βρόχο αρνητικής ανάδρασης που θα καταλήξει να παρατείνει την πανδημία. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις πρέπει να είναι προσεκτικές για να θέσουν ρεαλιστικές προσδοκίες γύρω από τις προσπάθειες εμβολιασμού και να βαθμονομήσουν προσεκτικά τα δημόσια μηνύματά τους.

Η επικείμενη άφιξη αποτελεσματικών εμβολίων είναι καλά νέα, αλλά δεν θα σημάνει άμεσο τέλος στην υγειονομική κρίση. Με ελλείψεις που ενδέχεται να παραμείνουν ως πραγματικότητα σε μεγάλο μέρος του κόσμου για τουλάχιστον έναν χρόνο και προκλήσεις στην διανομή [των εμβολίων] που αναμένεται να επιβραδύνουν τις προσπάθειες ανοσοποίησης πολύ μετά από αυτήν, ο κόσμος θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος ότι η COVID-19 θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα. Πιο πιθανή από μια γρήγορη νίκη επί της COVID-19 είναι η αρχή μιας παρατεταμένης περιόδου détente [ύφεσης] με τον ιό.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο JOSH MICHAUD είναι αναπληρωτής διευθυντής για την Παγκόσμια Πολιτική Υγείας στο Kaiser Family Foundation και επίκουρος λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
*Η JEN KATES είναι ανώτερη αντιπρόεδρος και διευθύντρια της Παγκόσμιας Πολιτικής Υγείας και HIV στο Kaiser Family Foundation και επίκουρη λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Photo: Μια διαδηλώτρια ενάντια στους περιορισμούς για την COVID-19 στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 2020. Jess Hurd /REPORT DIGITAL-REA / Redux
————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας