Άμυνα Διπλωματία

Ώρα για επαναδέσμευση στην Συρία

Μια οικονομική κρίση έχει δημιουργήσει την ευκαιρία να διαμορφωθεί το τέλος του πολέμου

Jennifer Cafarella*

Η αξιοποίηση των αμερικανικών διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνάμεις όλων των άλλων παραγόντων στην Συρία, θα μπορούσε να αλλάξει την τροχιά της σύγκρουσης, να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και να θέσει σημαντικές βάσεις για μια ενδεχόμενη πολιτική μετάβαση. Με τόσα πολλά ακόμη να διακυβεύονται, ακόμη και μια περιορισμένη εμπλοκή των ΗΠΑ θα μπορούσε να κάνει την διαφορά.

Η Συρία διανύει τώρα τον ένατο χρόνο μέσα σε έναν εμφύλιο πόλεμο που συχνά υπόσχεται, αλλά ποτέ δεν καταφέρνει, να τελειώσει [1]. Ο πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ έχει επανακαταλάβει μεγάλο μέρος της χώρας, αλλά μεγάλα τμήματα εδάφους παραμένουν εμπόλεμα. Μόλις αυτόν το μήνα, οι δυνάμεις του Assad, με την υποστήριξη της Ρωσίας, προωθήθηκαν [2] στην επαρχία Idlib, το οχυρό της αντιπολίτευσης στην βορειοδυτική Συρία, μετά από μια επίθεση διάρκειας σχεδόν δέκα μηνών [3]. Από την 1η Δεκεμβρίου 2019, περισσότεροι από 800.000 Σύροι [4] εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

Ο Άσαντ μπορεί να έχει κερδίσει έδαφος, αλλά το καθεστώς του παραμένει πολύ εύθραυστο και οι περιοχές υπό τον έλεγχό του είναι ασταθείς και γίνονται ακόμη περισσότερο [ασταθείς]. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι τέτοιος που ο Assad μπορεί να κερδίσει αποφασιστικά, ακόμη και με την βοήθεια του Ιράν και της Ρωσίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η σύγκρουση στην Συρία είναι απίθανο να λήξει στο εγγύς μέλλον. Η προοπτική για περισσότερο πόλεμο είναι καταστροφική, αλλά σημαίνει ότι η τύχη της Συρίας απέχει πολύ από το να έχει αποφασιστεί. Η αξιοποίηση των αμερικανικών διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνάμεις όλων των άλλων παραγόντων στην Συρία, θα μπορούσε να αλλάξει την τροχιά της σύγκρουσης, να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και να θέσει σημαντικές βάσεις για μια ενδεχόμενη πολιτική μετάβαση. Με τόσα πολλά ακόμη να διακυβεύονται, ακόμη και μια περιορισμένη εμπλοκή των ΗΠΑ θα μπορούσε να κάνει την διαφορά.

Η ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

Ο Άσαντ συμμάζεψε τις δυνάμεις του με την βοήθεια του Ιράν και της Ρωσίας. Αλλά ο στρατός της συμμαχίας είναι υπερεκτεταμένος. Η Δαμασκός και οι εταίροι της στοιχηματίζουν ότι με το να εκτείνουν ένα λεπτό στρώμα ελέγχου σε όσο το δυνατόν περισσότερο έδαφος, θα μπορούσαν να πείσουν την διεθνή κοινότητα να δεχθεί τη «νίκη» του καθεστώτος. Στην πραγματικότητα, η συμμαχία ελπίζει ότι άλλες χώρες θα την βοηθήσουν να εδραιώσει την εξουσία του [καθεστώτος] με το να επενδύσουν σε έργα ανασυγκρότησης [5] που θα μπορούσαν να ξεπληρώσουν το Ιράν και την Ρωσία και να χρηματοδοτήσουν το διεφθαρμένο σύστημα πατρωνίας [6] μέσω του οποίου κυβερνά ο Assad.

Το σχέδιο σχεδόν λειτούργησε. Στα τέλη του 2018, το συριακό καθεστώς είχε προχωρήσει αρκετά, ώστε ορισμένες χώρες άρχισαν να επανεξετάζουν την αντίθεσή τους ως προς τον Assad. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ξανάνοιξαν την πρεσβεία τους [7] και επένδυσαν [8] σε έργα ανασυγκρότησης. Η Σαουδική Αραβία και ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες μελέτησαν να κάνουν το ίδιο. Αντίθετα, ίσως με την πιο υποτιμημένη απόφασή της για την περιοχή, η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κράτησε την γραμμή της. Αρνήθηκε να παραδεχτεί μια ψευδή νίκη του καθεστώτος και πρόσθεσε κυρώσεις [9] στην Δαμασκό και επανεστίασε την προσοχή της Δύσης σε μια διπλωματική διαδικασία [10] με στόχο την επίτευξη πολιτικής διευθέτησης που θα καθιστούσε το καθεστώς του Assad υπόλογο και θα αρνείται τα κεφάλαια της ανασυγκρότησης. Το πείσμα αγόρασε σημαντικό χρόνο.

Το πόσο εύθραυστος είναι ο έλεγχος του καθεστώτος είναι όλο και πιο εμφανές. Στη νότια επαρχία Daraa, όπου ξέσπασε η αρχική επανάσταση της Συρίας το 2011, μια νέα εξέγερση έχει ξεκινήσει. Οι παρατεταμένες διαμαρτυρίες έστειλαν ένα σαφές μήνυμα ότι ο Assad δεν κατάφερε να τσακίσει την βούληση των αντιπάλων του. Οι εξεγερμένοι ξανάρχισαν να επιτίθενται σε θέσεις που κρατούν ο Assad, το Ιράν και η Ρωσία σε επίπεδα που πλησιάζουν εκείνα του 2011 [11]. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, οι επιθέσεις εξαπλώθηκαν στην πρωτεύουσα της Συρίας [12] Δαμασκό, και σε τμήματα της γύρω περιοχής της [13]. Εν τω μεταξύ, το Ισλαμικό Κράτος (γνωστό και ως ISIS) επανακάμπτει γρήγορα στην κατεχόμενη από το καθεστώς κεντρική Συρία. Η οργάνωση έχει επιτεθεί σε ζωτικής σημασίας πετρελαϊκές υποδομές [14] και προσωρινά κατάσχεσε [15] εγκαταστάσεις. Μια τέτοια δραστηριότητα υποδηλώνει ότι επίκεινται μεγάλες επιθέσεις από το ISIS.

Ο Άσαντ και οι υποστηρικτές του δεν έχουν καμία σοβαρή απάντηση σε αυτή την αυξανόμενη αστάθεια. Αντ’ αυτού, συνεχίζουν να επεκτείνουν την ήδη ελάχιστα ελεγχόμενη περιοχή τους. Μέσω της επίθεσής τους [16] στην Idlib, οι δυνάμεις του καθεστώτος κατέλαβαν τρεις σημαντικές πόλεις και απέκτησαν πλήρη έλεγχο [17] στην εθνική οδό Δαμασκού-Χαλεπίου. Αλλά η διαδικασία ήταν δύσκολη και δαπανηρή [18] ακόμη και με την υποστήριξη της ρωσικής αεροπορικής δύναμης [19] και των μονάδων πληρεξουσίων [13]: Το καθεστώς Assad είχε πολλά θύματα και χρειάστηκε να κινητοποιήσει επανειλημμένα νεο-στρατολογηθέντες [20].

Η βορειοανατολική Συρία έχει μετατραπεί σε άλλη μια αποστράγγιση των δυνάμεων της συμμαχίας υπέρ του καθεστώτος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μείωσαν [21] τις δυνάμεις τους στην περιοχή τον Οκτώβριο του 2019, επιτρέποντας στην Τουρκία να ξεπεράσει τα συριακά σύνορα. Προκειμένου να κερδίσουν μόχλευση επί της Τουρκίας, οι δυνάμεις του ρωσικού και του συριακού καθεστώτος προχώρησαν και καθιέρωσαν μια νέα στρατιωτική παρουσία [22] στα βορειοανατολικά, εκτείνοντας περαιτέρω τους φιλο-καθεστωτικούς πόρους.

Η προσέγγιση της Ρωσίας αντικατοπτρίζει τα όριά της. Η ρωσική αεροπορία είναι αποτελεσματική στην καταστροφή νοσοκομείων [23] και στην ερήμωση των πόλεων [24], αλλά αυτές οι τακτικές δεν θα νικήσουν μια εξέγερση. Οι περισσότερες ρωσικές δυνάμεις στην Συρία είναι της στρατονομίας, η κύρια εργασία της οποίας είναι η αποκατάσταση του βασικού νόμου και τάξης. Οι αντι-αντάρτες, σε αντιδιαστολή, πρέπει να προστατεύουν τους αμάχους ενώ θα αγωνίζονται σε πολύπλοκες μάχες για να νικήσουν τους αντάρτες, συχνά σε αστικές περιοχές. Επιπλέον, η στρατονομία της Ρωσίας στερείται αξιοπιστίας μεταξύ των Σύρων, οι οποίοι έχουν δει τον Άσαντ να υπονομεύει τις συμφωνίες συμφιλίωσης για τις οποίες έχει μεσολαβήσει η Ρωσία [25] στο παρελθόν.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

Όχι μόνο η φιλο-καθεστωτική στρατιωτική προσπάθεια πιθανώς έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, αλλά η συριακή οικονομία καταρρέει. Η συριακή λίρα υποχώρησε δραματικά από το επίπεδο του 2014 στις περίπου 179 λίρες ως προς το δολάριο [26] σε πάνω από 1.000 λίρες ανά δολάριο μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου. Η απότομη πτώση οφείλεται εν μέρει στο αποτέλεσμα μιας οικονομικής κατάρρευσης στον γειτονικό Λίβανο και εν μέρει στην εφαρμογή των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Οι τελευταίες ανάγκασαν το Ιράν να ακυρώσει την πιστωτική γραμμή της Συρίας [27] και να μειώσει τις μεταφορές πετρελαίου [28] στο καθεστώς.

Ο Άσαντ αγωνίζεται να πληρώσει πολέμαρχους και να χρηματοδοτήσει στρατιωτικές εκστρατείες σε μια εποχή που οι αντάρτες επιβάλλουν όλο και μεγαλύτερο κόστος. Οι τιμές των τροφίμων και των καυσίμων αυξήθηκαν έντονα, προκαλώντας διαμαρτυρίες [29] ενάντια στις οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης˙ αν και εξακολουθούν να είναι μικρές στις νομοταγείς περιοχές, οι διαμαρτυρίες αυτές φαίνεται να αυξάνονται. Ο Άσαντ προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, εν μέρει με την κατάσχεση των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων [30] επιχειρηματικών ηγετών που βρίσκονται κοντά στο καθεστώς. Αυτές οι κατασχέσεις απειλούν να αποξενώσουν τους νομιμόφρονες και να υπονομεύσουν τις τοπικές δομές πατρωνίας σε ασταθείς περιοχές.

Η οικονομική κατάσταση της Συρίας θα επιδεινωθεί. Τον Δεκέμβριο, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ενέκρινε εκτεταμένες κυρώσεις εναντίον οιασδήποτε οντότητας παρέχει οικονομική, στρατιωτική ή τεχνολογική υποστήριξη [31] στην κυβέρνηση Assad, στον στρατό του ή τις ιρανικές και ρωσικές οντότητες στην Συρία. Οι περιορισμοί ενδέχεται να αλλάξουν το παιχνίδι. Η κυβέρνηση Trump υποστήριξε [32] τη νομοθεσία και προτίθεται να προχωρήσει. Μέχρι τον Ιούνιο του 2020, το Υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να αξιολογήσει εάν η κεντρική τράπεζα της Συρίας [33] συμμετέχει σε ξέπλυμα χρημάτων, οπότε ένας κατακλυσμός κυρώσεων θα αρχίσει να ισχύει από το καλοκαίρι. Οι κυρώσεις αυτές θα περιορίσουν σε ελάχιστο βαθμό τους πόρους του καθεστώτος, αναγκάζοντάς το να αναστείλει τις στρατιωτικές του επιθέσεις και να βαθύνει την αστάθεια σε περιοχές που ελέγχονται από το καθεστώς.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ελπίζουν ότι η οικονομική πίεση θα αναγκάσει τον Assad να υποκύψει σε διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, οι πιθανότητες μιας μακρόπνοης διευθέτησης είναι περιορισμένες. Ο Assad και οι υποστηρικτές του μπορεί να επιχειρήσουν να παραχωρήσουν στον Trump μια επιφανειακή συμφωνία ως αντάλλαγμα για την άρση των κυρώσεων, αλλά ένα τέτοιο παίγνιο είναι απίθανο να λειτουργήσει. Μόλις εφαρμοστούν οι κυρώσεις, ο Trump έχει την εξουσία να τις άρει μονομερώς αν αποφασίσει ότι το καθεστώς και οι σύμμαχοί του έχουν σταματήσει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έχουν κάνει «επαληθεύσιμα βήματα για την καθιέρωση λογοδοσίας για εγκλήματα πολέμου». Αυτός ο πήχης είναι εξαιρετικά υψηλός και θα ήταν δύσκολο να παρακαμφθεί. Το υπάρχον διπλωματικό αδιέξοδο πιθανώς θα συνεχιστεί.

Ο ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η οικονομική κατάρρευση της καθεστωτικο-κρατούμενης Συρίας θα διαιωνιστεί και θα επεκτείνει τον ευρύτερο πολύπλευρο πόλεμο της Συρίας. Πολλοί δρώντες είναι έτοιμοι να επωφεληθούν από κάθε μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων στην χώρα και οι υποκείμενες κοινωνικο-πολιτισμικές ρωγμές θα διαμορφώσουν την εξέλιξη του πολέμου: Ο εξτρεμισμός του ISIS και της Αλ Κάιντα εξακολουθεί να προκαλεί μακροχρόνιες συγκρούσεις, και το Ιράν σπέρνει νέες κοινωνικές διαιρέσεις προσπαθώντας να προσηλυτίσει τους Σύρους στον Σιιτισμό [34] και να τους διδάξει [την γλώσσα] φαρσί σε μέρη της νότιας και ανατολικής Συρίας. Οι κουρδικές δυνάμεις στα βορειοανατολικά είναι κλειδωμένες σε έναν άγριο αγώνα με την Τουρκία, η οποία εισέβαλε και ουσιαστικά προσάρτησε [35] μεγάλα τμήματα της παραμεθόριας περιοχής και σκοπεύει να εγκαταστήσει εκεί ένα εκατομμύριο Άραβες πρόσφυγες [36]. Οι κουρδικές δυνάμεις αντιμάχονται [37] ως μια εξέγερση. Αυτή η σύγκρουση είναι εν μέρει πολιτισμική: Τόσο οι κουρδικές δυνάμεις όσο και η Τουρκία προσπαθούν να αναμορφώσουν τα μέρη της συριακής κοινωνίας που βρίσκονται υπό την επιρροή τους με τρόπους που θα οδηγήσουν σε μακροπρόθεσμη αστάθεια, ακόμη και αν σταματήσουν οι άμεσες μάχες.

Καθώς η φιλο-καθεστωτική στρατιωτική προσπάθεια μειώνεται, η μόχλευση της Τουρκίας στην Συρία θα αυξηθεί. Η Τουρκία έχει ήδη αναπτύξει σημαντικές ενισχύσεις [38] στην Idlib για να αποτρέψει και ενδεχομένως να αντιστρέψει [39] τα φιλο-καθεστωτικά κέρδη. Και έχει προβεί σε αντίποινα για πολλαπλές [16] επιθέσεις του συριακού καθεστώτος [40] στους στρατιώτες της και δεσμεύθηκε να ανταποκριθεί με «οτιδήποτε είναι απαραίτητο» [41] σε μελλοντικά περιστατικά. Η Ρωσία και η Τουρκία θα προσπαθήσουν να αποκλιμακώσουν, αλλά όσο περισσότερο η φιλο-καθεστωτική πολεμική προσπάθεια υποφέρει υπό οικονομική πίεση, τόσο λιγότερο θα είναι διατεθειμένη η Τουρκία να προβεί σε παραχωρήσεις. Αυτή η αλλαγή στην ισορροπία ισχύος θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε περισσότερες συγκρούσεις.

Το ISIS και η Αλ Κάιντα είναι επίσης σε θέση να εκμεταλλευτούν την αδυναμία του Assad. Το ISIS εφορμά ήδη στην καθεστωτικο-κρατούμενη Συρία και επεκτείνει την εκστρατεία του σε κουρδο-κρατούμενες περιοχές, όπου η υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει εξασθενήσει την ασφάλεια [42]. Εν τω μεταξύ, οι ομάδες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα [43] διαθέτουν στρατό περίπου 20.000 μαχητών [44] στην Idlib, όπου πραγματοποιούν σημαντικό κέρδος [45]. Η Αλ Κάιντα [46] θα παραμείνει μια ισχυρή ανταρσία ακόμα και αν πέσει η Idlib.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται μια τεράστια στρατιωτική δύναμη στην Συρία για να διαμορφώσουν την τροχιά του πολέμου, αλλά η σημερινή παρουσία τους είναι ανεπαρκής. Τα στρατεύματα των ΗΠΑ εξακολουθούν να βοηθούν τις κουρδικές δυνάμεις να διακόψουν τα δίκτυα του ISIS, και τα χτυπήματα των ΗΠΑ συνεχίζουν να διασπούν τους επιθετικούς πυρήνες της Αλ Κάιντα [47]. Αλλά τα σημερινά επίπεδα των στρατευμάτων δεν θα είναι αρκετά για να νικήσουν την εξέγερση του ISIS ή να αντιστρέψουν την άνοδο της Αλ Κάιντα στην Συρία, πολλώ δε μάλλον να επιτύχουν ευρύτερους στόχους, όπως η σταθεροποίηση των κουρδικής κυριαρχίας βορειοανατολικών [περιοχών] ή η υποστήριξη των τουρκικών προσπαθειών για περιορισμό της ανθρωπιστικής κρίσης στα βορειοδυτικά.

Η κατάρρευση της οικονομίας της Συρίας και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των πιστών του Assad -καθώς και η τουρκική στρατιωτική επέμβαση που έχει υπερεκτείνει τις φιλο-καθεστωτικές δυνάμεις- δημιούργησαν ένα άνοιγμα. Η ανανεωμένη δέσμευση προς την Συρία θα είναι άβολη, δεδομένης της ανησυχίας των Αμερικανών σχετικά με τις ατέρμονες συγκρούσεις και το ότι θα έρχεται μόλις πέντε μήνες μετά την απόφαση της διοίκησης Trump να μεταφέρει τα περισσότερα στρατεύματα των ΗΠΑ στην Συρία πέρα από τα σύνορα με το Ιράκ. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δράσουν.

Τα στρατεύματα των ΗΠΑ που επαναναπτύσσονται στο Ιράκ θα πρέπει να επιστρέψουν στην βορειοανατολική περιοχή της Συρίας. Οι προσπάθειες της Τουρκίας να απωθήσουν τις δυνάμεις του Άσαντ και να προστατεύσουν τους πολίτες στην βορειοδυτική Συρία αξίζουν αμερικανική υποστήριξη. Ωστόσο, οι προσπάθειες των ΗΠΑ είναι καλύτερα να επικεντρωθούν στα βορειοανατολικά. Με στενό συντονισμό με τους συμμάχους τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εργαστούν για την σταθεροποίηση της περιοχής και την ενίσχυση των προσπαθειών ανασυγκρότησης, ανάπτυξης και επανεγκατάστασης. Η βορειοανατολική Συρία έχει μια σχετικά ισχυρή οικονομία σε σύγκριση με τις οικονομικές συνθήκες σε περιοχές που ελέγχονται από το καθεστώς, και οι εστιασμένες επενδύσεις θα συμβάλουν στην καθιέρωσή της ως ένα πρότυπο ασφάλειας, ευημερίας και χρηστής διακυβέρνησης -μια αξιόπιστη εναλλακτική έναντι του Assad που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια πολιτική μετάβαση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια πραγματική ευκαιρία να αλλάξουν την πορεία του βάναυσου συριακού πολέμου, και ενδεχομένως να διαμορφώσουν το τέλος του.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η JENNIFER CAFARELLA είναι ερευνητική διευθύντρια στο Institute for the Study of War.

Photo: Κτήρια κατοικιών που καταστράφηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις στο ανατολικό Χαλέπι, στην Συρία, τον Ιούνιο του 2019. Meredith Kohut / The New York Times / Redu
——————————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr/

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας