Άμυνα Διπλωματία

Πώς να χάσεις φίλους και να ζορίσεις συμμαχίες

Οι εταίροι της Ουάσιγκτον δεν πείθονται από την πολιτική της για την Κίνα

Michael H. Fuchs*

Ποια κινεζική συμπεριφορά είναι απολύτως απαράδεκτη, και με ποια συμπεριφορά μπορεί να ζήσει η Ουάσινγκτον; Ποιες ανησυχητικές κινεζικές δραστηριότητες απαιτούν πολυμερείς απαντήσεις, και ποιες μπορούν να χειριστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με μερικούς συμμάχους ή μόνες τους; Είναι η ώρα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να αρχίσουν να κάνουν αυτές τις δύσκολες επιλογές.

*Ο MICHAEL H. FUCHS είναι ανώτερος συνεργάτης στο Center for American Progress. Υπήρξε αναπληρωτής υφυπουργός για τις Υποθέσεις Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού από το 2013 έως το 2016.

Από τότε που ξεκίνησε τον εμπορικό πόλεμο το 2018, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να μαντρώσει τους συμμάχους των ΗΠΑ ώστε να ενταχθούν σε έναν ευρύτερο αγώνα ενάντια στην Κίνα. Μέχρι στιγμής, λίγες χώρες είναι πρόθυμες να ακολουθήσουν την ηγεσία του Trump.

Τον Ιανουάριο, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε την απόφασή του να επιτρέψει στην κινεζική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Huawei να κατασκευάσει μέρος του ασύρματου 5G δικτύου της -μια επένδυση που οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ φοβούνται ότι αποτελεί απειλή για την ασφάλεια. Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε [1] ως «αποπληκτικός» σε μια τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον.

Εβδομάδες αργότερα, στο ετήσιο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Mark Esper, είπε [2] ότι όταν πρόκειται για την Κίνα, «ζητάμε από τους φίλους μας να επιλέξουν». Όμως, οι παρατηρητές στην διάσκεψη σημείωσαν ότι οι προειδοποιήσεις της Ουάσινγκτον για την Κίνα έπεσαν σε «ώτα μη ακουόντων» [3] και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη «μιλούσαν μια εντελώς διαφορετική γλώσσα» σχετικά με την ανερχόμενη ασιατική υπερδύναμη.

Αυτές οι πρόσφατες διαφωνίες έχουν καταστήσει τελείως ξεκάθαρη μια άβολη πραγματικότητα στο επίκεντρο του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας: Καμία αμερικανική πολιτική ως προς την Κίνα δεν είναι πιθανό να επιτύχει χωρίς την συνεργασία συμμάχων και εταίρων, αλλά το να κάνεις αυτές τις χώρες να ακολουθήσουν απαιτεί φινέτσα και καθαρή σκέψη, όχι εξαναγκασμό δια εκφοβισμού.

Η Κίνα αποτελεί πραγματική απειλή για πολλά συμφέροντα των ΗΠΑ -για την οικονομική ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών, για την ασφάλειά τους, και για τις δημοκρατικές αξίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο- και μια βαθύτερη συναίνεση των δύο κομμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζει ότι μια «σκληρή» πολιτική προς το Πεκίνο είναι απαραίτητη. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν μέχρι στιγμής να πείσουν τους συμμάχους τους για το επείγον του προβλήματος, και η αποσύνδεση αυτή υπονομεύει τόσο τις συμμαχίες της Ουάσιγκτον όσο και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της για την Κίνα. Ο Τραμπ έχει επιδεινώσει το πρόβλημα με αντιπαραγωγικές πολιτικές και την έλλειψη σαφούς στρατηγικής κατεύθυνσης. Αλλά, αυτή η δυναμική υπήρχε και πριν την ανάληψη των καθηκόντων από τον Trump και θα παραμείνει μετά την αποχώρησή του, εκτός αν οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετήσουν μια πιο συνεκτική και ρεαλιστική πολιτική για την Κίνα και αποδεχθούν ότι όλοι οι σύμμαχοι δεν μοιράζονται την οπτική της Ουάσιγκτον σχετικά με την Κίνα.

ΟΙ ΚΟΜΠΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ

Στα τρία χρόνια της θητείας του, ο Trump δεν φοβήθηκε να διαταράξει τις σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους. Απείλησε την Γαλλία με κυρώσεις το 2019, λογόφερε με την Δανία για την Γροιλανδία τον περασμένο Αύγουστο, και χλεύασε τον Καναδό πρωθυπουργό Justin Trudeau ως «μαλθακό» το 2018. Τώρα, καθώς η διοίκησή του βυθίζεται σε αυτό που βλέπει ως παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα, ο Τραμπ απομόνωσε περαιτέρω τους συμμάχους των ΗΠΑ, κάνοντάς τους να «επιλέξουν» μεταξύ της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών σε ορισμένα ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα τους επιτέθηκε άμεσα σε άλλα.

Δείτε την προσέγγιση του Trump για το εμπόριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και πολλοί σύμμαχοί τους μοιράζονται τις ανησυχίες τους για τις οικονομικές πρακτικές του Πεκίνου, συμπεριλαμβανομένης της συνήθους κλοπής της πνευματικής ιδιοκτησίας, των περιορισμών για την πρόσβαση των ξένων εταιρειών στην αγορά του, και των επιδοτήσεων προς τις κρατικές επιχειρήσεις. Το μέγεθος και η επιρροή της οικονομίας της Κίνας σημαίνει ότι κάθε ρεαλιστική προσπάθεια να πιεστεί η Κίνα να αλλάξει αυτές τις πρακτικές απαιτεί μια συντονισμένη πολυμερή προσπάθεια.

Η εμπορική συμφωνία Trans-Pacific Partnership, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κυρίως κατά την διάρκεια της θητείας του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και υπογράφηκε το 2016, αποτέλεσε εξέχον παράδειγμα αποτελεσματικού συντονισμού μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της: Η συμφωνία, μακροπρόθεσμα, θα πίεζε την οικονομία της Κίνας να υιοθετήσει υψηλότερα στάνταρ -περιλαμβανομένων των θεμάτων που άπτονται του περιβάλλοντος, της εργασίας και της πνευματικής ιδιοκτησίας- αλλιώς θα ρισκάριζε να βρεθεί σε μειονεκτική θέση στις εμπορικές σχέσεις με χώρες που αποτελούν περίπου το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αλλά αντί να αγκαλιάσει ή ακόμα και να βελτιώσει την συμφωνία, ο Trump αποχώρησε από την συμφωνία αμέσως μόλις έγινε πρόεδρος. Έθεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες ακόμη περισσότερο πίσω, υποκινώντας έναν μονομερή εμπορικό πόλεμο που έχει βλάψει αποτελεσματικά τόσο την Κίνα όσο και τους συμμάχους των ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν επίσης να αποτελούν στόχο των δασμών του Trump. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ όχι μόνο επέδειξαν μηδενικό ενδιαφέρον στο να ακολουθήσουν τις απερίσκεπτες εμπορικές πολιτικές του Trump για την Κίνα, αλλά και βίωσαν παράπλευρες ζημιές από τα αδιέξοδα μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, με μεγάλες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και πολλούς ηγέτες και διπλωμάτες μπλεγμένους στα διασταυρούμενα πυρά της αμερικανο-κινεζικής σχέσης.

Σχετικά με την Huawei, ο Trump εφάρμοσε μια πολιτική που θυμίζει τον Ψυχρό Πόλεμο, αναγκάζοντας τους συμμάχους να αποφασίσουν εάν είναι με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή εναντίον τους. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες σκέφτονται να ακολουθήσουν το βρετανικό παράδειγμα και να επιλέξουν την άλλη πλευρά. Η Huawei, η οποία διαλαλεί την πιο εξελιγμένη και έτοιμη στην αγορά τεχνολογία 5G, ισχυρίζεται ότι ο εξοπλισμός της υποστηρίζει τα δύο τρίτα [4] των παγκόσμιων εμπορικών δικτύων 5G. Με βάσιμους λόγους, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ ανησυχούν ότι η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτήν την υποδομή 5G για την συλλογή δεδομένων, την κατασκοπεία και την υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας άλλων χωρών.

Ως αποτέλεσμα, η διοίκηση Trump θεωρεί την Huawei ως απειλή για την εθνική ασφάλεια. Η Ουάσινγκτον έχει εμποδίσει την εταιρεία από τις αγορές των ΗΠΑ και ωθεί τους συμμάχους να την απομακρύνουν από τα 5G δίκτυά τους. Ο αντιπρόεδρος Mike Pence έκανε ξεκάθαρη την πολιτική αυτή σε μια ομιλία του [5] το 2019 σχετικά με την Κίνα: «Ζητήσαμε από τους συμμάχους μας σε όλο τον κόσμο να δημιουργήσουν ασφαλή δίκτυα 5G που δεν δίνουν στο Πεκίνο τον έλεγχο των πιο ευαίσθητων υποδομών και δεδομένων μας». Η διοίκηση του Trump απείλησε ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπονοώντας [6] ότι η Ουάσιγκτον θα περιορίσει την συνεργασία με το Λονδίνο και ότι το να επιτραπεί να εισέλθει η Huawei στην βρετανική αγορά θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις προοπτικές μιας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας [7]. Παρά την πίεση αυτή, το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε [8] να επιτρέψει στην Huawei να βοηθήσει στην κατασκευή του δικτύου 5G της χώρας -αποκαλύπτοντας έτσι πόσο διαφορετικά το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνονται την απειλή της Κίνας.

Με την Huawei ήδη ενσωματωμένη σε αγορές σε όλο τον κόσμο, και με άλλους συμμάχους των ΗΠΑ έτοιμους να λάβουν τις αποφάσεις τους σχετικά με την εταιρεία, η διοίκηση Trump φαίνεται να έχει πάρει μια αντιπαραγωγική στάση σε ένα θέμα που δεν μπορεί να κερδίσει. Εάν η Huawei παρουσιάζει μια πραγματική απειλή, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν στην προσπάθειά τους να αμβλύνουν την κακή επιρροή της Κίνας. Εάν όμως το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δίκιο ότι οι κίνδυνοι της Huawei είναι πραγματικά διαχειρίσιμοι, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες υπονόμευσαν περαιτέρω την θέση τους με τους συμμάχους τους: Με το να προσπαθήσει να εκφοβίσει το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλους για να υποταχθούν, η διοίκηση δίνει αξιοπιστία στο κινεζικό αφήγημα ότι οι ανησυχίες της Ουάσινγκτον για την εθνική ασφάλεια είναι απλώς ένα προπέτασμα καπνού για την πραγματική φιλοδοξία της να πλήξει την οικονομία της Κίνας.

ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Η εξωτερική πολιτική του Trump μπορεί να είναι ασυνάρτητη και η αντιμετώπιση των συμμάχων από αυτόν αδέξια, αλλά η δυσκολία κινητοποίησης των εταίρων για την αντιμετώπιση της Κίνας προηγείται της σημερινής διοίκησης. Τα εμπόδια ήταν εμφανή πριν από την εκλογή του Τραμπ -και θα παραμείνουν μέχρις ότου οι Ηνωμένες Πολιτείες να υιοθετήσουν πιο προσαρμοσμένες πολιτικές για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προκλήσεων που θέτει η Κίνα και να βρουν έναν τρόπο να πείσουν τους συμμάχους τους να συμμετάσχουν στις προσπάθειες αυτές.

Εξετάστε την Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών (Asian Infrastructure Investment Bank, AIIB), την οποία ίδρυσε η Κίνα το 2014. Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούσαν δικαιολογημένα ότι το Πεκίνο θα χρησιμοποιήσει την τράπεζα όχι μόνο για να αυξήσει την επιρροή του, αλλά και για χρηματοδότηση έργων που θα υποβαθμίσουν τα πρότυπα εργασίας, περιβάλλοντος και διαφάνειας που η Δύση καλλιεργούσε μέσω θεσμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ασιατική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Ως αποτέλεσμα, η διοίκηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα προσπάθησε να πείσει τους συμμάχους να μην ενταχθούν στην τράπεζα.

Η Ουάσιγκτον έσφαλλε σε αυτή την προσέγγιση. Πολλές ασιατικές χώρες χρειάζονταν απελπισμένα τις επενδύσεις προκειμένου να κατασκευάσουν υποδομές, και οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι πλούσιοι σύμμαχοί τους δεν πρόσφεραν καμία πραγματική εναλλακτική λύση στην ΑΙΙΒ. Αντιθέτως, με το να αντιτίθεται στην AIIB, η Ουάσινγκτον έβαλε αυτούς τους συμμάχους σε θέση που τους υποχρέωσε να επιλέξουν την Κίνα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και αυτό έκανε την Ουάσινγκτον να εμφανίζεται αδικαιολόγητα επιθετική στο Πεκίνο. Πολλοί συμβατικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ -συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, του Καναδά, της Νότιας Κορέας και του Ηνωμένου Βασιλείου- προσχώρησαν στην τράπεζα. Οι New York Times παράφρασαν έναν Ασιάτη διπλωμάτη την εποχή εκείνη, ως ότι είπε πως [9], «η εχθρότητα της Ουάσιγκτον προς την τράπεζα … έκανε χώρες να διαλέξουν υπέρ της Κίνας».

13032020-2.jpg

Ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, στα εγκαίνια της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων Υποδομών στο Πεκίνο, τον Οκτώβριο του 2014. Takaki Yajima / Reuters
————————————————-

Τα επόμενα χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλονίκησαν με άλλες χώρες σε πολλά θέματα που σχετίζονται με την Κίνα. Παρά την πίεση των ΗΠΑ, το 2019, το Ισραήλ εξουσιοδότησε μια κινεζική εταιρεία να λειτουργήσει ένα λιμάνι [10] κοντά σε μια ισραηλινή βάση από την οποία επιχειρεί και ο αμερικανικός στρατός. Αξιωματούχοι αφρικανικών χωρών και θεσμών, συμπεριλαμβανομένων της Νότιας Αφρικής [11], της Ουγκάντα [12] και της Αφρικανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας [13], όλοι απέρριψαν τους ισχυρισμούς των ΗΠΑ ότι η Κίνα επιδιώκει να θέσει τις αφρικανικές χώρες σε «παγίδα χρέους», χρησιμοποιώντας την οικονομική επιρροή της για να αποκτήσει βασικές παραχωρήσεις. Ορισμένοι σύμμαχοι και συνεργάτες των Ηνωμένων Πολιτειών [14], όπως η Ιταλία, συμμετέχουν [15] στην κινεζική Πρωτοβουλία Belt and Road -την πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων προσπάθεια για την χρηματοδότηση υποδομών ανά τον κόσμο- παρά τον σκεπτικισμό των ΗΠΑ σχετικά με την πρωτοβουλία. Ενώ οι διαφωνίες σχετικά με την Κίνα δεν έχουν ανατρέψει εντελώς τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους εταίρους της, έχουν προκαλέσει σημαντικές εντάσεις και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μειωμένη εμπιστοσύνη και συνεργασία. Εν τω μεταξύ, καθώς οι σύμμαχοι συνειδητοποιούν ότι μπορούν να αγνοήσουν τις προειδοποιήσεις των ΗΠΑ χωρίς μεγάλες επιπτώσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χάσουν την αξιοπιστία τους όταν συνεχίζουν να σημαίνουν τον συναγερμό για την απειλή από την Κίνα.

Όταν επρόκειτο να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν την κινεζική επιθετικότητα στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, ορισμένοι από τους στενότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών [16] οπισθοχώρησαν. Μετά από χρόνια παρουσίας στην Κίνα, οι Φιλιππίνες -ένας σύμμαχος των ΗΠΑ που διεκδικεί τμήματα της Θάλασσας της Νότιας Κίνας και είχε πολλές αντιπαραθέσεις με το Πεκίνο τα τελευταία χρόνια- ζήτησαν τώρα να τερματιστεί η Συμφωνία Επισκεπτριών Δυνάμεων (Visiting Forces Agreement), η οποία επέτρεπε [να υπάρχουν] δυνάμεις των ΗΠΑ στην χώρα από το 1999. Ο πρόεδρος Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο εκκεντρικός και δικτατορικός ηγέτης των Φιλιππίνων, χρησιμοποίησε την αμερικανική κριτική για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως δικαιολογία για να τερματίσει την συμφωνία, κάτι που θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατο να γίνεται εναλλαγή των αμερικανικών στρατευμάτων στις Φιλιππίνες και να συνεργάζεται αποτελεσματικά με το αρχιπελαγικό έθνος στην θαλάσσια ασφάλεια.

Φυσικά, το πώς συμπεριφέρεται η Κίνα -και ο βαθμός στον οποίο απειλεί και εκφοβίζει άλλες χώρες- θα βοηθήσει να προσδιοριστεί το πόσο στενά είναι πρόθυμοι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ να συνεργαστούν με την Ουάσιγκτον για την αντιμετώπιση της Κίνας. Έτσι, επίσης, οι οικονομικοί προβληματισμοί θα διαμορφώσουν τις αποφάσεις των συμμάχων των ΗΠΑ. Μια εναλλακτική λύση στην τεχνολογία της Huawei, για παράδειγμα, μπορεί να επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλους να απορρίψουν ευκολότερα την δουλειά της Huawei. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν να προσφέρουν τέτοιες εναλλακτικές λύσεις και να πείσουν τους συμμάχους τους ότι τα καλύτερα συμφέροντά τους σε αυτές τις περιοχές ευθυγραμμίζονται με εκείνα της Ουάσιγκτον παρά με εκείνα του Πεκίνου.

ΛΙΓΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Εάν οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ ζητούσαν απευθείας από τις χώρες να επιλέξουν μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, οι απαντήσεις ενδέχεται να μην τους άρεσαν. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση [17] αποκάλυψε ότι συντριπτικές πλειοψηφίες σε πολλές από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες θα παρέμεναν ουδέτερες σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.

Η προσέλκυση συμμάχων στην πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Κίνας θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από τον τερματισμό της άστοχης προσέγγισης του Trump και της επιτακτικής προσπάθειάς του να μετατρέψει τις συμμαχίες σε σχήμα [που πουλάει] «προστασία». Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τα συμφέροντα των συμμάχων τους. Πρέπει να αναγνωρίσουν ότι [οι ΗΠΑ] μπορεί να έχουν διαφορετικά συμφέροντα από εκείνα των συμμάχων τους σε ορισμένους τομείς: Για παράδειγμα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πολλές συμμαχίες να συντηρήσουν στην Ασία, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους δεν έχουν παρόμοιες υποχρεώσεις και δεν ενδιαφέρονται τόσο για τις κινεζικές απειλές ασφαλείας κατά των ασιατικών χωρών. Συνολικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχουν υπερεκτιμήσει το πόσο πολύ οι σύμμαχοι εμπιστεύονται την ηγεσία τους και [το πόσο] βλέπουν τα συμφέροντά τους ως εγγενώς αλληλένδετα με εκείνα της Ουάσινγκτον.

Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε εκείνα τα σχετιζόμενα με την Κίνα θέματα τα οποία θα αφορούν περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες, είτε πρόκειται για την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε για τις προσπάθειες της Κίνας να αναμορφώσει τους πολυμερείς θεσμούς είτε για στρατιωτική επιθετικότητα στην θαλάσσια Ασία. Ποια κινεζική συμπεριφορά είναι απολύτως απαράδεκτη, και με ποια συμπεριφορά μπορεί να ζήσει η Ουάσινγκτον; Ποιες ανησυχητικές κινεζικές δραστηριότητες απαιτούν πολυμερείς απαντήσεις, και ποιες μπορούν να χειριστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με μερικούς συμμάχους ή μόνες τους; Είναι η ώρα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να αρχίσουν να κάνουν αυτές τις δύσκολες επιλογές.

Μερικές φορές, σε θέματα που αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες -όπως η ίδρυση της AIIB- θα ήταν πιο αποτελεσματικό να συνεργαστούν με το Πεκίνο παρά να αντισταθούν εντελώς στην Κίνα. Σε άλλα, περισσότερα «άσπρο-μαύρο» ζητήματα -όπως οι κατάφωρες κινεζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά των εθνοτικών μειονοτήτων- οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να πάρουν μια θέση και να μπορούν να ελπίζουν ότι θα είναι αποτελεσματικές μόνο όταν ενεργούν μαζί με εταίρους. Είναι δυνατόν να δίνουν προτεραιότητες και να οργανώνονται αποτελεσματικά κατά της Κίνας, όπως διαπιστώθηκε στην πρόσφατη επιτυχημένη προσπάθεια [18] των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεργαστούν με τους εταίρους τους για να εκλέξουν τον ηγέτη που προτιμούσαν ως επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (World Intellectual Property Organization) έναντι του υποψηφίου της Κίνας.

Θα παραμείνουν ορισμένα θέματα, όπως το δίκτυο 5G της Huawei, για το οποίο διαφωνούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να μετριάσουν τις συνέπειες τέτοιων διαφωνιών στις συμμαχίες τους, όπως η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο έδειξαν ότι θα προσπαθήσουν να κάνουν μετά από την αψιμαχία τους για την Huawei. Και αν αυξηθεί ο κατάλογος των διαφωνιών, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να σταθμίσει τους κινδύνους που τίθενται από συγκεκριμένες κινεζικές απειλές έναντι του κόστους ενός μεγάλου ρήγματος με έναν σύμμαχο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να έχουν την ταπεινοφροσύνη να αναγνωρίσουν ότι στην περίπτωση έντονων διαφωνιών μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της, ο αμερικανικός τρόπος δεν θα είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος. Στην πραγματικότητα, ακόμη και όταν η Ουάσινγκτον έχει την «σωστή» προσέγγιση, η στρατηγική της μπορεί να είναι μη λειτουργική χωρίς την υποστήριξη συμμάχων.

Ο τρόπος με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συντονίσουν την πολιτική τους έναντι της Κίνας με τους συμμάχους τους θα είναι σχεδόν σίγουρα εξίσου σημαντικός με την σχέση μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Όσο πιο σύντομα οι Ηνωμένες Πολιτείες σταματήσουν να φαντάζονται τον εαυτό τους σε έναν διμερή παγκόσμιο αγώνα, τόσο νωρίτερα θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν πραγματικά τις εντάσεις τους με την Κίνα πάνω στα πάντα, από το εμπόριο και την τεχνολογία έως την επιθετικότητα στην θάλασσα. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την εξεύρεση συγκεκριμένων λύσεων σε συγκεκριμένα προβλήματα -και, τις περισσότερες φορές, λίγη βοήθεια από τους φίλους τους.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Photo: Ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον και ο πρόεδρος Donald Trump στο Biarritz της Γαλλίας, τον Αύγουστο του 2019. Erin Schaff / The New York Times / Redux
———————————————————————-
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας

Top Post