Άμυνα Διπλωματία

Πώς να σταματήσει η κατάρρευση της Λιβύης

Αντιμετωπίζοντας τους πολέμαρχους, τους ξένους μεσολαβητές και την οικονομική κακουχία

Frederic Wehrey και Jalel Harchaoui*

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να στηρίξουν ένα ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός, ενώ ταυτόχρονα να συνεργαστούν με αξιωματούχους της Λιβύης και με πολυεθνικούς παράγοντες όπως η Παγκόσμια Τράπεζα για την αντιμετώπιση των οικονομικών παραπόνων που τροφοδοτούν τις μάχες επιτόπου.

Τον Απρίλιο του 2019, ο διοικητής πολιτοφυλακών Khalifa Haftar, του οποίου οι δυνάμεις ελέγχουν μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης, ξεκίνησε επίθεση στην πρωτεύουσα, στην Τρίπολη, σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord, GNA). Αλλά, αντί για μια γρήγορη, αποφασιστική νίκη που θα καθιέρωνε τον Χαφτάρ ως αδιαφιλονίκητο ηγέτη της Λιβύης, η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα ένα αδιέξοδο. Οι στρατιωτικές δυνάμεις από όλη την δυτική Λιβύη συνενώθηκαν για να αποκρούσουν τον Χαφτάρ, σπρώχνοντας αργά τις δυνάμεις του πίσω στα νότια προάστια της πρωτεύουσας. Για τους επόμενους έξι μήνες, η μάχη συνεχίστηκε έτσι, με χτυπήματα από drones, ομοβροντίες πυροβολικού και πυρά όλμων, δημιουργώντας μια ανθρωπιστική κρίση, αλλά χωρίς σαφές πλεονέκτημα και για τις δύο πλευρές.

Στην συνέχεια, τον Σεπτέμβριο, εκατοντάδες Ρώσοι μισθοφόροι έφθασαν για να υποστηρίξουν τον Haftar και άλλαξαν την δυναμική της μάχης προς την πλευρά του. Από το 2015, η Μόσχα αυξάνει σταδιακά την δέσμευσή της στην Λιβύη, όπου βλέπει οικονομικές δυνατότητες και μια ευκαιρία να επεκτείνει την επιρροή της σε βάρος των Δυτικών δυνάμεων. Προμηθεύει τώρα τις δυνάμεις του Haftar με αντιαρματικούς πυραύλους και καθοδηγούμενα από λέιζερ βλήματα πυροβολικού και τις υποστηρίζει με παραστρατιωτικούς μαχητές του Wagner Group, ενός σκιώδους στρατιωτικού εργολάβου που κάνει την δουλειά του Κρεμλίνου σε έναν αυξανόμενο κατάλογο χωρών της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ενδυναμωμένες από την τακτική εμπειρία των Ρώσων, οι δυνάμεις του Haftar πραγματοποιούν τώρα αργά εδαφικά κέρδη στην πρωτεύουσα -και ωθούν τον πόλεμο σε μια νέα [2] και πιο επικίνδυνη φάση.

Στα οκτώ χρόνια από την στιγμή που το ΝΑΤΟ παρενέβη και βοήθησε να ανατραπεί ο δικτάτορας Μουαμάρ αλ-Καντάφι, η Λιβύη προσέλκυσε αυξανόμενη ξένη παρέμβαση. Εκτός από την Ρωσία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), την Αίγυπτο, την Ιορδανία, την Σαουδική Αραβία και ακόμη και την Γαλλία [3], όλοι έριξαν την υποστήριξή τους πίσω από τον Haftar, παρέχοντας ένα συνδυασμό οικονομικής, διπλωματικής και στρατιωτικής βοήθειας. Η Τουρκία, εν τω μεταξύ, έστειλε όπλα στην GNA, η οποία αναγνωρίζεται -επίσημα, τουλάχιστον- από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες Δυτικές δυνάμεις. Στην πράξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέφυγαν να ακολουθήσουν μια σαφή πολιτική για την Λιβύη και υποστήριξαν σιωπηρά την επίθεση του Haftar στην Τρίπολη.

Η ξαφνική εισροή Ρώσων μαχητών έχει επανεστιάσει την προσοχή της Ουάσινγκτον στην παραμελημένη λιβυκή σύγκρουση, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει προκαλέσει σημαντική μεταβολή πολιτικής. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Παρόλο που ο Haftar [4] παρουσιάζει τον εαυτό του ως μια σταθεροποιητική δύναμη στους υποστηρικτές του και στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια νίκη των δυνάμεών του στην Τρίπολη μόνο θα προωθήσει έναν νέο γύρο συγκρούσεων. Ο διοικητής έχει δεσμευθεί να συντρίψει τους ισλαμιστές και κάθε μορφή πολιτικής αντιπολίτευσης, και η προέλασή του θα προκαλέσει μια παρατεταμένη εξέγερση από ένοπλες ομάδες και πόλεις που αντιτίθενται στο αυταρχικό όραμά του.

Χρειάζεται επειγόντως πιο ισχυρή διπλωματία των ΗΠΑ στην Λιβύη, όχι μόνο για να σταματήσει η καταστροφική εκστρατεία του Haftar, αλλά για να διασώσει την αξιοπιστία των ΗΠΑ σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από πολυπολισμό και αυξανόμενη δυσπιστία ως προς την Δύση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συμμετάσχουν πιο δυναμικά με τις παρεμβαίνουσες χώρες, χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό ιδιωτικής διπλωματίας και δημόσιων επικρίσεων. Επιπλέον, θα πρέπει να στηρίξουν ένα ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός, ενώ ταυτόχρονα να συνεργαστούν με αξιωματούχους της Λιβύης και με πολυεθνικούς παράγοντες όπως η Παγκόσμια Τράπεζα για την αντιμετώπιση των οικονομικών παραπόνων που τροφοδοτούν τις μάχες επιτόπου. Μόνο με την εκκαθάριση του πεδίου μάχης από ξένους παρεμβαίνοντες -συμπεριλαμβανομένων των ΗΑΕ, της Τουρκίας και της Ρωσίας- και παρέχοντας χώρο για οικονομική ανάκαμψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αντιστρέψουν την επικίνδυνη διολίσθηση της Λιβύης προς την αποσύνθεση.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο HAFTAR;

Η πιο δεσμευμένη πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Λιβύης πρέπει να ξεκινήσει με μια σαφή αξιολόγηση των βασικών πρωταγωνιστών της σύγκρουσης. Ο Haftar κέρδισε ευρεία διεθνή στήριξη εν μέρει προωθώντας τον εαυτό του ως αντίπαλο των Ισλαμιστών και έναν αξιόπιστο συνεργάτη ασφάλειας σε μια χώρα γεμάτη με πολιτοφυλακές. Πράγματι, η δηλωθείσα πρόθεσή του να επιτεθεί στην Τρίπολη ήταν για να απελευθερώσει την πρωτεύουσα από την λαβή των διεφθαρμένων πολιτοφυλακών και των ισλαμιστών και να επιβάλει ασφάλεια μέσω νομιμοποιημένων στρατιωτικών θεσμών. Αλλά αυτές οι αφηγήσεις βασίζονται σε ελαττωματικές υποθέσεις, και η υποστήριξή τους θα οδηγήσει μόνο σε μεγαλύτερη αστάθεια.

Ο Haftar έχει δίκιο ότι η GNA [5] μαστίζεται επί μακρόν από εσωτερικές διαμάχες και αναποτελεσματική διακυβέρνηση. Για ένα διάστημα, βασίστηκε επίσης μόνο σε διεφθαρμένες πολιτοφυλακές για να διατηρήσει την κυριαρχία της στην πρωτεύουσα. Όμως, από τα τέλη του 2018, ο υπουργός Εσωτερικών της GNA, Fathi Bashagha, ανέλαβε μια μετρίως επιτυχημένη, διεθνώς υποστηριζόμενη προσπάθεια να μειώσει την επιρροή αυτών των πολιτοφυλακών. Οι ισχυρισμοί του Haftar σχετικά με την ισλαμιστική κυριαρχία στην δυτική Λιβύη είναι εξίσου υπερβολικοί. Από το 2017, οι ισλαμιστικές σκληροπυρηνικές δυνάμεις στην Τρίπολη και γύρω από αυτήν έχουν αποδυναμωθεί μέσω ενός συνδυασμού θανάτων, εξοριών, φυλακίσεων και πολιτικής αποφυγής από τον λαό της Λιβύης. Η επίθεση του Haftar στην Τρίπολη παραδόξως υπονόμευσε τον στόχο της αντιτρομοκρατίας, με το να στοχεύσει τις πολιτοφυλακές που είχαν προηγουμένως συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στην δυτική Λιβύη. Καθώς οι εν λόγω πολιτοφυλακές στρέφουν την προσοχή τους στην αντιμετώπιση του Haftar, η τζιχαντιστική απειλή [6] θα μπορούσε να επανεμφανιστεί.

08012020-2.jpg

Διαδήλωση για την υποστήριξη του Khalifa Haftar στην Βεγγάζη, στην Λιβύη, τον Απρίλιο του 2019. Esam Al-Fetori / Reuters
———————————————————

Η εικόνα του Haftar ως σταθεροποιητή και οικοδόμου θεσμών είναι επίσης παραπλανητική. Όχι μόνο έχει δηλώσει ότι η Λιβύη δεν είναι έτοιμη για την δημοκρατία, αλλά έχει προτείνει ιδιωτικά σε διπλωμάτες και δημοσιογράφους, συμπεριλαμβανομένου ενός από εμάς, ότι οι ισλαμιστές θα πρέπει να σκοτωθούν, να φυλακιστούν ή να εξοριστούν -εμπρηστικοί σχολιασμοί που θα επιτείνουν την αποφασιστικότητα των αντιπάλων του και θα προκαλούσαν επιπλέον βία εάν έπαιρνε την εξουσία. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο Haftar είναι απίθανο να τηρήσει την δέσμευσή του να αντικαταστήσει τις άτακτες πολιτοφυλακές που ελέγχουν την Τρίπολη με μια θεσμοθετημένη δύναμη ασφαλείας. Αντίθετα, εξέφρασε ανοιχτά την επιθυμία του να συνεργαστεί με κάποιες πολιτοφυλακές στην πρωτεύουσα και ο προσωπικός του στρατός περιλαμβάνει πολλές ξεχωριστές πολιτοφυλακές, μερικές με φυλετικές και σαλαφιτικές τάσεις και μερικές εκ των πραγμάτων διοικούμενες από τους γιους του. Η αδιαφανής σιδηρά διακυβέρνηση του Haftar από επιλεκτικές πολιτοφυλακές μπορεί να είναι ελκυστική σε εξωτερικούς πάτρωνες και σε Λίβυους που επιθυμούν μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά όπως έδειξε η πρόσφατη ιστορία του αραβικού κόσμου, αυτός ο τύπος διακυβέρνησης είναι εγγενώς ασταθής και συχνά οδηγεί σε περισσότερες συγκρούσεις. Εάν ο Haftar καταφέρει να ανατρέψει την GNA και να κερδίσει διεθνή αναγνώριση, πολλές ομάδες -όχι μόνο ισλαμιστικές και ομάδες της δυτικής Λιβύης- θα αντισταθούν.

Παρά αυτές τις ανησυχητικές ενδείξεις, ο Haftar απολαμβάνει ένα μέτρο στήριξης από την πλευρά των ΗΠΑ για την επίθεσή του κατά της Τρίπολης. Σε τηλεφωνική συνδιάλεξη τον Απρίλιο με τον Haftar, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, επαίνεσε το αντιτρομοκρατικό όραμα του Λίβυου ηγέτη πολιτοφυλακών. Η κυβέρνηση Trump έκτοτε έχει μπλοκάρει αρκετές απόπειρες του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να περάσει ψήφισμα κατάπαυσης του πυρός και έχει παραμείνει εμφανώς σιωπηλή ενόψει των αδιάκριτων αεροπορικών επιθέσεων του Haftar, οι οποίες έχουν σκοτώσει εκατοντάδες πολίτες. Μετά την άφιξη του Wagner Group στην Λιβύη στις αρχές Σεπτεμβρίου, η στάση της Ουάσιγκτον μεταβλήθηκε ελαφρώς. Ο Λευκός Οίκος και το Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσαν τον Haftar να σταματήσει την επίθεσή του, αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν έκανε ποτέ μια ουσιαστική προσπάθεια να σταματήσει τους ξένους υποστηρικτές του, υπονοώντας ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει σιωπηρά τον Λίβυο ηγέτη πολιτοφυλακών.

ΚΑΡΟΤΑ ΚΑΙ ΜΑΣΤΙΓΙΑ

Για να αποφευχθεί η επικείμενη καταστροφή στην Τρίπολη, η διοίκηση του Τραμπ θα πρέπει να επιδιώξει να χαλιναγωγήσει τα κράτη που τροφοδοτούν την σύγκρουση. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ προσπάθησε να το πράξει τον Αύγουστο, όταν πρότεινε μια πολυκρατική διάσκεψη αφιερωμένη στην ανάσχεση της ξένης στρατιωτικής παρέμβασης. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Γερμανίας παρεμποδίστηκαν από την Γαλλία, η οποία υποστηρίζει αθόρυβα [3] τον Haftar από το 2015. Περαιτέρω υπονόμευση της προσπάθειας έκανε η Τουρκία, η οποία αύξησε την εμπλοκή της στην Λιβύη στέλνοντας έμπειρους μαχητές από τις πληρεξούσιες πολιτοφυλακές της στην Συρία, οπλισμένα drones και στρατιωτικούς συμβούλους για την υποστήριξη της GNA. Η Άγκυρα υπέγραψε επίσης μια αμφιλεγόμενη συμφωνία με την GNA για υπεράκτιες εξερευνήσεις υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο, η οποία έχει προκαλέσει ένταση με τους αντιπάλους της Τουρκίας, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και τον περασμένο μήνα, ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ανακοίνωσε ότι θέλει να επιτύχει απευθείας συμφωνία με την Ρωσία για να μοιράσει τον έλεγχο της Λιβύης. Η νέα θεληματικότητα της Τουρκίας, πέραν της συνεχιζόμενης υποστήριξης της Ρωσίας και των Εμιράτων προς τον Haftar, έκανε τις πολυδιαφημισμένες ευρωπαϊκές διπλωματικές προσπάθειες άσχετες.

Αυτές οι αποτυχίες αφήνουν την Ουάσινγκτον ως τον μόνο Δυτικό δρώντα με επαρκή επιρροή για να οδηγήσει την Λιβύη προς την ειρήνη και την σταθερότητα. Προς τον σκοπό αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να υιοθετήσουν μια σταθερή αλλά λεπτή στάση απέναντι στην Ρωσία. Αντί να αντιμάχονται με τη Μόσχα για την Λιβύη, οι Αμερικανοί υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η εμπλοκή της Ρωσίας στην Λιβύη είναι εν τέλει ευκαιριακή, καθοδηγούμενη εν μέρει λόγω της προοπτικής οικονομικής απόδοσης των πωλήσεων όπλων και των συμβάσεων για υποδομές και σε καμία περίπτωση συγκρίσιμη με τη μαζική εκστρατεία στην Συρία. Οι Ρώσοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν συνδέονται προσωπικά ή ιδεολογικά με τον Haftar, όπως [συνδέονται] με τον πρόεδρο της Συρίας, Bashar al-Assad, και διατηρούν ενεργό διπλωματικό κανάλι με την GNA [7]. Μπορούν να παρακινηθούν να υποστηρίξουν έναν συμβιβασμό -υπό τον όρο ότι οι μεσανατολικοί κύριοι παρεμβαίνοντες στην σύγκρουση της Λιβύης κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Ως εκ τούτου, η Ουάσινγκτον πρέπει να επικεντρώσει τις διπλωματικές της προσπάθειες στην Τουρκία και ειδικότερα στα ΗΑΕ. Ο Trump έχει ήδη προειδοποιήσει τον Ερντογάν [8] ενάντια σε μια παρέμβαση σε τηλεφωνική επικοινωνία στις αρχές Ιανουαρίου. Αλλά η διοίκηση δεν ήταν εξίσου επικριτική για τον πιο πεισματικό και επακόλουθο επεμβαίνοντα στην Λιβύη: Τα ΗΑΕ. Η στρατιωτική εμπλοκή των Εμιράτων στην Λιβύη προηγήθηκε της τουρκικής βοήθειας προς την GNA και την επισκιάζει σε κλίμακα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διεξήγαγαν πολλά περισσότερα χτυπήματα με drone από όσα η Τουρκία, διατηρώντας μάλιστα και μια μυστική αεροπορική βάση [9] στην χώρα. Ωστόσο, η διοίκηση του Trump ήταν απρόθυμη να βγάλει τους Εμιρατινούς από την σύγκρουση, επειδή πολλοί ιθύνοντες των ΗΠΑ θεωρούν τα ΗΑΕ αξιόπιστο φίλο που βρίσκεται στα πρόθυρα να παραδώσει μια ενωμένη και ασφαλή Λιβύη υπό τον Haftar. Δυστυχώς, η εκτίμηση αυτή θα ήταν λάθος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο Haftar είναι ο σταθεροποιητής όπως ισχυρίζεται. Με ή χωρίς την στήριξη της Ρωσίας και των Εμιράτων, ο Χαφτάρ αντιμετωπίζει σκληρό έργο μέσα στις πυκνές αστικές περιοχές της Τρίπολης προτού μπορέσει να κερδίσει τον έλεγχο της πόλης. Ορισμένες πολιτοφυλακές στην πρωτεύουσα μπορεί να σταματήσουν να πολεμούν τον Χαφτάρ ή να μεταστραφούν συμπαρατασσόμενες μαζί του, αλλά οι θύλακες που του αντιτάσσονται συνεχώς θα πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Το ανθρωπιστικό κόστος για τον ήδη πολιορκημένο άμαχο πληθυσμό της Τρίπολης θα είναι καταστροφικό.

Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στα ΗΑΕ για να σταματήσουν την στρατιωτική τους παρέμβαση και να φέρουν τον Haftar πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Ουάσινγκτον θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα διπλωματικά εργαλεία που έχει στην διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών συνομιλιών και των δημόσιων ακροάσεων σχετικά με την παραβίαση του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ από τους Εμιρατινούς και τις συνεισφορές τους σε θανάτους Λίβυων πολιτών. Μόλις σταματήσουν οι ξένες αεροπορικές επιδρομές, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να καλέσει τα ΗΑΕ και την Τουρκία να συμμετάσχουν σε μια ανανεωμένη πολιτική διαδικασία υπό την ηγεσία του ΟΗΕ που θα οικοδομήσει [10] μια νέα μεταβατική κυβέρνηση. Το εύρος και η σύνθεση αυτών των συνομιλιών θα πρέπει να αποφασιστούν από Λίβυους από τους αντιμαχόμενες παρατάξεις, αλλά θα πρέπει να συμπεριλάβουν έναν οδικό χάρτη για εκλογές και ένα σχέδιο ανασύστασης των κατακερματισμένων θεσμών ασφαλείας της Λιβύης (ένα κρίσιμο στοιχείο που έλειπε από προηγούμενες συνομιλίες).

Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους για την στήριξη των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στην Λιβύη. Η σύγκρουση της Λιβύης οφείλεται, εν μέρει, στις διαμαρτυρίες σχετικά με την άνιση κατανομή του πετρελαϊκού πλούτου στην πρωτεύουσα και στα δυτικά της χώρας. Ο Χαφτάρ και οι ξένοι υποστηρικτές του, ιδιαίτερα οι Εμιρατινοί, αποδίδουν αυτήν την ανισότητα στην υποτιθέμενη λαβή των ισλαμιστών στην κεντρική τράπεζα της χώρας που εδρεύει στην Τρίπολη, η οποία όπως ισχυρίζεται έχει σαν αποτέλεσμα δημόσια κονδύλια να διοχετεύονται σε ισλαμικές ελίτ και πολιτοφυλακές. Αυτά τα παράπονα εξηγούν εν μέρει την ελκυστικότητα της υπόσχεσης του Haftar να κατανείμει τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας πιο ομοιόμορφα. Επιπλέον, το ιστορικό της διακυβέρνησης του Haftar στην ανατολή δείχνει ότι είναι απίθανο να τηρήσει αυτήν την υπόσχεση μεταρρύθμισης. Πράγματι, πολλές ομάδες υπέρ του Haftar είναι εξίσου διεφθαρμένες και αρπακτικές [11], όπως οι πολιτοφυλακές τις οποίες επιδιώκουν να εξαλείψουν. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία που βασίζεται στο πετρέλαιο θα παραμείνει πηγή σύγκρουσης, ακόμη και αν οι σημερινές ελίτ στην Τρίπολη ανατραπούν. Ως εκ τούτου, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποφύγουν να εστιάσουν τις προσπάθειες οικονομικής μεταρρύθμισης αποκλειστικά στους θεσμούς της Τρίπολης σε μια προσπάθεια να μειώσουν τους φόβους των Εμιρατινών περί ισλαμικού ελέγχου. Αντ’ αυτού, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να είναι δίκαιες στην προσέγγισή τους ως προς την οικονομική διαφθορά, ελέγχοντας εξονυχιστικά την πρωτεύουσα της Λιβύης, αλλά και τα ανατολικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα [που βρίσκονται] υπό την κάλυψη του Haftar.

Μια αναζωογονημένη προσέγγιση των ΗΠΑ προς την Λιβύη δεν χρειάζεται να είναι εντάσεως πόρων. Η αποθάρρυνση των ξένων παρεμβαινόντων και η σταθεροποίηση της οικονομίας της Λιβύης θα απαιτούσαν μόνο μια μέτρια διπλωματική επένδυση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται να αντιταχθούν ενεργά στην Ρωσία˙ πρέπει μόνο να κλείσουν τις διπλωματικές ρωγμές που κατάφερε να εκμεταλλευτεί η Μόσχα -δηλαδή, μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΑΕ, αλλά και μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Η πρώτη προτεραιότητα για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να είναι ο τερματισμός της μάχης για την Τρίπολη, αποτρέποντας την Τουρκία και τα ΗΑΕ από την ένοπλη κλιμάκωση και προωθώντας τον ειρηνικό διάλογο. Χωρίς ένα αμερικανικό διπλωματικό άνοιγμα σύμφωνα με αυτές τις γραμμές, η χώρα πιθανότατα θα περιπέσει προς τη μη αναστρέψιμη διάλυση, καθώς ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Εμιρατινοί, ούτε οι Ρώσοι έχουν την ικανότητα ή την βούληση να επιτύχουν ειρήνη.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο FREDERIC WEHREY είναι ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowment for International Peace και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Burning Shores: Inside the Battle for the New Libya [1].
Ο JALEL HARCHAOUI είναι ερευνητικός συνεργάτης ειδικευμένος για την Λιβύη στο Clingendael Institute, The Hague.

Main Photo: Κατεστραμμένα κτίρια στην Βεγγάζη, στην Λιβύη, τον Ιούλιο του 2019. Esam Al-Fetori / Reuters
—————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας