Εθνικά Θέματα

Πώς θα κοπούν οι ορέξεις της Τουρκίας

Οι γεωπολιτικές παράμετροι της τουρκικής εμπλοκής στην Λιβύη

Ιωάννης Κωτούλας*

Η εμπέδωση της ειρήνης στην Λιβύη και της περιφερειακής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο προϋποθέτει την προγενέστερη οριστική υπέρβαση αναχρονιστικών αντιλήψεων αυτοκρατορικών δομών ή επιρροής, εκδήλωση των οποίων αποτελεί η νεο-οθωμανική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στον αραβόφωνο κόσμο.

Η τουρκική ανάμειξη στις ενδοκρατικές συγκρούσεις της Λιβύης, οι οποίες εγκαινιάσθηκαν το 2011, διαρκεί πολλά έτη, με την αποστολή οπλισμού και την προώθηση ισλαμιστών μαχητών υπέρ της κυβερνήσεως της Τριπόλεως. Τους τελευταίους δύο μήνες η τουρκική εμπλοκή στην Λιβύη προσέλαβε μια νέα ριζοσπαστική διάσταση, η οποία στρέφεται αμέσως κατά των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διάσταση αυτή αφορά την απόπειρα οριοθετήσεως της ΑΟΖ Τουρκίας και Λιβύης παραβλέποντας πλήρως τις παρεμβαλλόμενες ΑΟΖ των δύο ελληνικών κρατών, Ελλάδος και Κύπρου. Η τουρκική εμπλοκή στην Λιβύη καταδεικνύει με τον πλέον εμφατικό τρόπο τις περιπλοκές τις οποίες προκαλεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός, πλέον, σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ-ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ

Η υπογραφή, στις 26 Νοεμβρίου 2019, δύο μνημονίων συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία και τον Fayez Al-Sarraj, πρωθυπουργό της Κυβερνήσεως Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord, GNA), η οποία εδρεύει στην Τρίπολη, απετέλεσαν σημαντική εξέλιξη, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις από πολλαπλούς δρώντες. Τα δύο μνημόνια συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και της λιβυκής κυβερνήσεως της Τριπόλεως αποτελούν την απόληξη μιας σειράς ενεργειών της Τουρκίας, με απώτερο στόχο την εδραίωση της ηγεμονικής της παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και σε μια ευρύτερη περιοχή, η οποία αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως και τον πρώιμο 20ό αιώνα.

Το πρώτο Μνημόνιο Συνεργασίας αφορά την οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών της Τουρκίας και της Λιβύης στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αντιλαμβάνονται τις αντίστοιχες ΑΟΖ οι δύο δρώντες. Το δεύτερο Μνημόνιο Συνεργασίας ενέχει στρατιωτική παράμετρο, καθώς αφορά την δυνητική μελλοντική συνεργασία Τουρκίας και κυβερνήσεως Τριπόλεως στον τομέα της ασφάλειας και στην επιτήρηση των ακτών της Λιβύης. Η υπογραφή των δύο μνημονίων προκάλεσε οξείες αντιδράσεις από πολλές πλευρές, οι οποίες αντέδρασαν για την τουρκική προβολή ισχύος και την απόπειρα ανατροπής της διακρατικής ισορροπίας.

Η Ελλάδα και η Κύπρος απέρριψαν αμέσως την συμφωνία μεταξύ της Τουρκίας και του καθεστώτος της Τριπόλεως, ως κατάφωρη παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου και της αρχής της καλής γειτονίας. Οι ελληνικές διπλωματικές Αρχές επιδόθηκαν σε μια αποτελεσματική και συντονισμένη απόπειρα να καταδείξουν στην διεθνή κοινότητα τη μη σύννομη φύση της συμφωνίας και τις αρνητικές συνέπειές της για την σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αίγυπτος, ο κύριος ηγεμονικός δρών στον αραβόφωνο κόσμο, καταδίκασε την συμφωνία μεταξύ των δύο μερών χαρακτηρίζοντάς την «παράνομη και μη δεσμευτική ή ασκούσα επίδραση επί των συμφερόντων και των δικαιωμάτων οιωνδήποτε τρίτων κρατών». Το Λιβυκό Κοινοβούλιο επίσης εξέφρασε τις έντονες αντιρρήσεις του για την υπογραφή της συμφωνίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταδίκασε την υπογραφή των δύο μνημονίων, ενώ οι ΗΠΑ και η Ρωσική Ομοσπονδία χαρακτήρισαν την ενέργεια ως μη παραγωγική για την σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Από νομικής απόψεως οι αντιδράσεις όλων των ανωτέρω δρώντων για την υπογραφή της συμφωνίας εδράζονται στο ίδιο το καθεστώς το οποίο διέπει την εύθραυστη ισορροπία στην Λιβύη στο πλαίσιο των ενδοκρατικών συγκρούσεων. Το Άρθρο 8 της Συμφωνίας του Σκιράτ, η οποία υπεγράφη από τα εμπλεκόμενα λιβυκά μέρη το 2015, προσδιορίζει με σαφήνεια τη νομική δικαιοδοσία και τις ακριβείς εξουσίες του πρωθυπουργού της Τριπόλεως [1]. Η δικαιοδοσία υπογραφής διεθνών συμφωνιών έγκειται όχι στον πρωθυπουργό, αλλά στο Προεδρικό Συμβούλιο ως σύνολο. Κατά συνέπεια ο πρωθυπουργός της Τριπόλεως δεν διαθέτει την δυνατότητα υπογραφής των μνημονίων συνεργασίας με την Τουρκία. Η δικαιοδοσία του πρωθυπουργού της Λιβύης, όπως αυτή προκύπτει από την συμφωνία του ΟΗΕ βάσει της οποίας καθιερώθηκε η κυβέρνησή του, περιορίζεται στην εποπτεία των εργασιών του Προεδρικού Συμβουλίου. Καθώς δε το δεύτερο Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και λιβυκής κυβερνήσεως της Τριπόλεως περιλαμβάνει προβλέψεις για συνεργασία σε επίπεδο ασφάλειας και στρατιωτικών ζητημάτων, αποτελεί καθ’ εαυτό σαφή παραβίαση της απαγορεύσεως εμπορίας και διακινήσεως όπλων, η οποία έχει επιβληθεί στην Λιβύη από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ από τον Φεβρουάριο του 2011 [2].

Το Μνημόνιο Συνεργασίας για την οριοθέτηση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας και των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών μεταξύ Τουρκίας και λιβυκής κυβερνήσεως της Τριπόλεως αποτελεί μια έκνομη ενέργεια, η οποία παραβλέπει τα ίδια τα δεδομένα της γεωγραφίας. Οι χάρτες της τουρκικής ΑΟΖ, οι οποίοι έχουν δημοσιευθεί από την τουρκική πλευρά και από Τούρκους διπλωμάτες, παραλείπουν εντελώς την νήσο Καστελλόριζο. Το Καστελλόριζο απαντά ακριβώς στην αρχή του θαλασσίου διαδρόμου, ο οποίος στους τουρκικούς χάρτες συνδέει την ΑΟΖ της Τουρκίας, όπως την αντιλαμβάνεται η Άγκυρα, με την ΑΟΖ της Λιβύης. Η προβολή ισχύος της Τουρκίας έως την Λιβύη μέσω της ΑΟΖ προϋποθέτει επίσης ότι ενδιάμεσες νήσοι του Αιγαίου Πελάγους, όπως η Κρήτη, η Κάρπαθος και η Ρόδος, δεν διαθέτουν ΑΟΖ, αλλά μόνον υφαλοκρηπίδα και χωρικά ύδατα περιορισμένης εμβελείας. Οι μαξιμαλιστικές τουρκικές θέσεις για τις ΑΟΖ είχαν διαμορφωθεί σε θεωρητικό επίπεδο σε ολοκληρωμένη μορφή ήδη από το 2012, σε άρθρο του τότε υποναυάρχου του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, Cihat Yaycı [3].

Η οριοθέτηση των τουρκικών αξιώσεων στο ζήτημα της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο εδράζεται στην προγενέστερη οριοθέτηση μέσω συμφωνιών μεταξύ της Τουρκίας και των Αρχών του ψευδοκράτους της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου, οι οποίες συνήφθησαν τα έτη 2010-2011. Οι θέσεις της Τουρκίας, επομένως, ήδη εξ αρχής εδράζονται σε μια συμφωνία με μια μη αναγνωρισμένη διεθνώς οντότητα, όπως η Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου. Η Τουρκία, φυσικά, δεν αναγνωρίζει τη νομική δικαιοδοσία της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους, παρεμβαίνοντας στην ΑΟΖ της Κύπρου παραβιάζοντας εκ νέου την κρατική κυριαρχία της Κύπρου μετά την εισβολή του 1974.

Ουσιώδες είναι να αναφερθεί ότι η Τουρκία είναι ένα από τα ελάχιστα κράτη παγκοσμίως, τα οποία δεν έχουν υπογράψει την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea, UNCLOS), η οποία συνομολογήθηκε το 1982 [4]. Έως τον Ιούνιο του 2019 η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει υπογραφεί από 167 κράτη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι όμως από την Τουρκία, η οποία παραμένει το μόνο κράτος της ευρύτερης περιοχής, το οποίο δεν αποδέχεται τις διατάξεις της συμβάσεως [5]. Σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις του διεθνούς δικαίου και την έγκυρη επιστημονική βιβλιογραφία είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι νήσοι διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ [6]. Κατά συνέπεια, η ελληνική ΑΟΖ, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις ελληνικές νήσους στο νότιο τμήμα του Αιγαίου Πελάγους, εφάπτεται της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΑΟΖ της Αιγύπτου στα ανατολικά και νοτιοανατολικά και της ΑΟΖ της Λιβύης στα νότια και νοτιοδυτικά [7].

Η υπογραφή των δύο Μνημονίων Συνεργασίας με το καταρρέον καθεστώς της Τριπόλεως αποτελεί άλλη μια εκδήλωση του τουρκικού αναθεωρητισμού, ο οποίος πλέον εκδηλώνεται σε πρόσθετα εδαφικά πεδία μετά την Κύπρο, το Αιγαίο Πέλαγος, την Συρία και το Ιράκ. Όσον αφορά το καθεστώς της Τριπόλεως, η εξέλιξη αυτή αντανακλά την απεγνωσμένη απόπειρα διατηρήσεως του ελέγχου στην περιορισμένη υπό έλεγχο επικράτεια, μετά την σημαντική πρόοδο των αντιπολιτευτικών δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Τον Δεκέμβριο του 2019, η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Τριπόλεως αιτήθηκε επισήμως από την Τουρκία την παροχή στρατιωτικής στηρίξεως με εναέριες, θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να αποκρούσει την προέλαση των στρατιωτικών δυνάμεων του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (Libyan National Army, LNA) υπό τον στρατηγό Khalifa Haftar. Ο Λιβυκός Εθνικός στρατός υποστηρίζεται από την Αίγυπτο, την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και από την Ρωσική Ομοσπονδία και την Γαλλία. Η προέλαση του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, ο οποίος εδρεύει στην Κυρηναϊκή Χερσόνησο, προς τα δυτικά, και η προσπέλαση της ίδιας της Τριπόλεως σε απόσταση μόλις 5 χιλιομέτρων, είχε ως συνέπεια τον επιτακτικό προσανατολισμό της κυβερνήσεως της Τριπόλεως προς την Τουρκία, όχι απλώς ως εξωχώριο εξισορροπητή, αλλά ως ηγεμονικό δρώντα, ο οποίος παρεμβαίνει κατά τρόπο αποφασιστικό υπέρ της μιας πλευράς στην ενδοκρατική σύγκρουση της Λιβύης. Στις 2 Ιανουαρίου 2020 το Τουρκικό Κοινοβούλιο σε έκτακτη συνέλευσή του ενέκρινε την χορήγηση στρατιωτικής συνδρομής στην κυβέρνηση της Τριπόλεως κατόπιν σχετικής εισηγήσεως του προέδρου Erdogan. Η τουρκική παρέμβαση εδράζεται τυπικώς σε νομικό επίπεδο στο δεύτερο Μνημόνιο Συνεργασίας με το καθεστώς της Τριπόλεως, το οποίο προέβλεπε την στρατιωτική συνεργασία των δύο μερών.

Έως τον Φεβρουάριο του 2019 η τουρκική ανάμειξη συνίστατο στην αποστολή ισλαμιστών μαχητών με κύρια προέλευση την Συρία και στελεχών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, τα οποία ανέλαβαν τον επιτόπιο συντονισμό των ξένων μαχητών, την προστασία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Κυβερνήσεως Εθνικής Συμφωνίας της Τριπόλεως, και την παρακολούθηση των αντιπάλων. Ο άμεσος στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι, φυσικά, η διάσωση του υπό κατάρρευση καθεστώτος της Τριπόλεως. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο, είναι η προβολή ισχύος και η εδραίωση στρατηγικής επιρροής σε ένα τμήμα της βορείου Αφρικής, το οποίο αποτελούσε εξαρτημένη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως το 1911.

ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΑΝΑΜΕΙΞΕΩΣ ΣΤΗΝ ΛΙΒΥΗ

Κατά την τελευταία δεκαετία, η τουρκική εξωτερική πολιτική, στο πλαίσιο μιας άτυπης αναβιώσεως μιας νεοοθωμανικής γεωπολιτικής οπτικής, αποπειράθηκε να καθιερώσει ένα είδος ηγεμονικής παρουσίας στην άμεση και ευρύτερη περιφέρεια του τουρκικού κράτους. Η Τουρκία επεδίωξε να διαμορφώσει έναν ανασχετικό δακτύλιο κρατών με φιλικώς διακείμενα καθεστώτα σε περιοχές οι οποίες είχαν αποτελέσει κατά το παρελθόν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή ανήκαν στην οθωμανική σφαίρα επιρροής. Η απόπειρα αυτή της Τουρκίας εκδηλώθηκε με στρατιωτικές επιχειρήσεις και διπλωματικές παρεμβάσεις στο Ιράκ και την Συρία, με την αποφασιστική στήριξη του βραχύβιου καθεστώτος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο, και με ανάμειξη σε διαδικασίες στην Τυνησία. Στην Λιβύη, η τουρκική ανάμειξη εκδηλώθηκε με αποστολή οπλισμού, διοχέτευση ξένων ισλαμιστών μαχητών, και επιτόπιο αποστολή εξειδικευμένου στρατιωτικού προσωπικού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων με σκοπό την διάσωση της κυβερνήσεως της Τριπόλεως.

Η τουρκική ανάμειξη στην Λιβύη εδράζεται σε ένα μακροϊστορικό υπόβαθρο, το οποίο διέπεται από μία πρόσθετη συμβολική διάσταση. Η Λιβύη απετέλεσε το πεδίο όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1911 αποπειράθηκε, αν και ανεπιτυχώς, να ανασχέσει την διάλυση και παρακμή της Αυτοκρατορίας, αντιπαρατιθέμενη με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο πόλεμος Ιταλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1911-1912) είχε ως συνέπεια την απώλεια της Λιβύης, ενώ επέσπευσε την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) και την αναίρεση της οθωμανικής κυριαρχίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η διαδικασία αποσυνθέσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον πρώιμο 19ο αιώνα εγκαινιάσθηκε σε δύο παράκτια τμήματα της Ανατολικής Μεσογείου, περιοχές υποκείμενες στην προβολή ισχύος και επιρροής των Δυτικών θαλασσίων δυνάμεων: Αφ’ ενός την Ελλάδα, η οποία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1830 χάρις στην αποφασιστική παρέμβαση των Δυτικών θαλασσίων δυνάμεων έπειτα από τον πολυετή αγώνα, αφ’ ετέρου την Αίγυπτο, η οποία απέκτησε καθεστώς αυτονομίας και επίσης έτυχε της στρατιωτικής και διπλωματικής στηρίξεως των δυτικών θαλασσίων δυνάμεων κατά τον 19ο αιώνα [8].

Σε στρατηγικό επίπεδο, ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου πλαισίου δυναμικής προβολής ισχύος. Οι αποσταθεροποιητικές και επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας βασίζονται σε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό με τελικό στόχο αφ’ ενός την καθιέρωση ευνοϊκών τετελεσμένων για τις ενεργειακές ροές στην Ανατολική Μεσόγειο, αφ’ ετέρου την προβολή ισχύος στην βόρειο Αφρική.

Όσον αφορά τις ενεργειακές ροές, οι αναθεωρητικές δραστηριότητες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο τυγχάνουν της έμμεσης στήριξης δύο μειζόνων κρατικών δρώντων με σημαντική επιρροή: Της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Γερμανίας. Η Ρωσική Ομοσπονδία επιδιώκει την συνεχή εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από τις ρωσικές πηγές ενέργειας, κατά συνέπεια αντιτίθεται στην προοπτική του αγωγού EastMed, ο οποίος διακηρύχθηκε επισήμως από την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ τον Ιανουάριο του 2020. Ο αγωγός EastMed, παρά την συγκριτικώς περιορισμένη δυνατότητα τροφοδοσίας, παρέχει μια πρόσθετη αρτηρία μεταφοράς αερίου προς την ενεργοβόρο αγορά της Ευρώπης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν το εγχείρημα, αφού θεμελιώδης προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι η πολυμέρεια στην τροφοδοσία των ενεργειακών ροών και η απεξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών -στον βαθμό του δυνατού- από την ρωσική οικονομική επιρροή στο ενεργειακό πεδίο. Αντιστοίχως η Γερμανία στο ζήτημα αυτό συνεργάζεται αρμονικά με τον ρωσικό παράγοντα, καθώς επιδιώκει την κυριαρχική παρουσία του αγωγού Nordstream στην Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη. Γερμανία και Ρωσική Ομοσπονδία ενώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης σε ένα ευρύ διακρατικό ενεργειακό πλέγμα, το οποίο αυξάνει την επιρροή τους επί των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης.

Όσον αφορά την Λιβύη καθ’ εαυτήν, η Τουρκία, ενεργώντας στο σημείο αυτό ως φιλόδοξη θαλάσσια δύναμη, επιδιώκει την διαμόρφωση ενός πρόσθετου υπερπόντιου προγεφυρώματος στον αφρικανικό χώρο, όπου ήδη διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο Σουδάν και την Σομαλία. Οι υπερπόντιες στρατιωτικές βάσεις της Τουρκίας, στις οποίες περιλαμβάνεται εγκατάσταση στο Κατάρ, στρέφονται πρωτίστως σε στρατηγικό επίπεδο κατά του συμμαχικού πλέγματος Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων [9]. Με την στρατιωτική παρουσία της στην Λιβύη, η Τουρκία αποπειράται να διαμορφώσει μια νέα έδρα προβολής ισχύος, η οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της επιρροής των δύο κύριων ανταγωνιστικών δρώντων στην Ανατολική Μεσόγειο, της Αιγύπτου όσο και της Ελλάδος. Η Λιβύη αποτελεί το χερσαίο στρατηγικό βάθος της Αιγύπτου προς δυσμάς, ενώ η στρατηγική νήσος Κρήτη της Ελλάδος κείται κατά νοητή προέκταση πέρα από το βόρειο όριο της λιβυκής ΑΟΖ. Ιδίως για την Αίγυπτο, η τουρκική ανάμειξη στην Λιβύη αποτελεί κίνδυνο άμεσης προτεραιότητας, καθώς συμβάλλει στην καθιέρωση εχθρικού προγεφυρώματος στα δυτικά σύνορα και την στρατηγική χερσαία ενδοχώρα της Αιγύπτου.

Το εγχείρημα μιας υπερπόντιας στρατιωτικής επιχείρησης στην Λιβύη ενέχει σημαντικά δομικά μειονεκτήματα για την τουρκική πλευρά και διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από τις επιχειρήσεις στην παρακείμενη και χερσαίως συνδεδεμένη με την τουρκική επικράτεια, Συρία. Στην Συρία, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ήταν αντιμέτωπες με κυρίως κουρδικές ένοπλες πολιτοφυλακές και ένα σύνθετο γεωπολιτικό πλαίσιο ισορροπίας. Ο τουρκικός στρατός δρούσε σε μια παρακείμενη συνεχή χερσαία επικράτεια, χωρίς ιδιομορφίες του εδαφικού ανάγλυφου και σε μικρή απόσταση από τις βάσεις του στην Τουρκία. Συνέπεια των ανωτέρω δεδομένων υπήρξε η αποτελεσματική και συνεχής ανατροφοδότησή των τουρκικών δυνάμεων στην Συρία σε επίπεδο προσωπικού και οπλισμού. Η τουρκική αεροπορία επιχειρούσε χωρίς δυσκολία στην βόρειο Συρία παρέχοντας συγκριτικό πλεονέκτημα στην επιτιθεμένη τουρκική πλευρά έναντι των δυνάμεων των Κούρδων, αλλά και του συριακού καθεστώτος.

Στην Λιβύη, αντιθέτως, τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Η Λιβύη κείται σε μεγάλη απόσταση από την Τουρκία, με την οποία δεν διαθέτει χωρική γειτνίαση και μεταξύ των δύο κρατών μεσολαβεί μια ευρεία θαλάσσια περιοχή, στην οποία, μάλιστα, προβάλλουν ισχύ ανταγωνιστικοί για την Τουρκία δρώντες, όπως η Ελλάδα και η Αίγυπτος. Η τουρκική αεροπορία δεν θα είχε την δυνατότητα να δρα με ευχέρεια στην Λιβύη χωρίς επιτόπιες αεροπορικές βάσεις, καθώς τα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση της Τριπόλεως αεροδρόμια τελούν υπό συνεχή στρατιωτικά πλήγματα του Λιβυκού Εθνικού Στρατού. Κατά συνέπεια, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η τουρκική συμμετοχή θα περιοριζόταν στην χρήση drones, ενώ στις χερσαίες επιχειρήσεις η Τουρκία κατά πάσα πιθανότητα θα περιορισθεί στην αποστολή ξένων ισλαμιστών μαχητών με κύρια προέλευση την Συρία. Η ανυπαρξία αεροπλανοφόρου μεταξύ των δυνάμεων του τουρκικού πολεμικού ναυτικού έως και τις αρχές του 2021, δεσμεύει την τουρκική δυνατότητα προβολής ισχύος.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΥ

Η δυναμική προσέγγιση Ελλάδος και Αιγύπτου αποτελεί θεμέλιο για την διαμόρφωση ενός περιφερειακού δικτύου ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η δραστική αναβάθμιση των διμερών ελληνο-αιγυπτιακών σχέσεων και του πλαισίου συνεργασίας των δύο κρατών είναι δυνατόν να περιλάβει μια δέσμη εφαρμογών. Σε διπλωματικό επίπεδο η οριοθέτηση των ΑΟΖ των δύο κρατών στο άμεσο μέλλον αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εμπέδωση της ελληνικής ισχύος στην ευρύτερη περιοχή και την δυνατότητα προβολής ισχύος για την προστασία όχι μόνον της κρατικής κυριαρχίας της Ελλάδος, αλλά και αυτής της Κυπριακής Δημοκρατίας, και για την περιφερειακή σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Η πλέον σημαντική παράμετρος της ελληνο-αιγυπτιακής συνεργασίας, ωστόσο, είναι η στρατιωτική, όπου τα δύο κράτη πρέπει να επιτείνουν τις κοινές αεροναυτικές ασκήσεις και να συνάψουν ένα νέο διευρυμένο πλαίσιο αυξημένης συνεργασίας με κοινή εκπαίδευση και ανταλλαγή πληροφοριών.

25052020-2.jpg

Ο Κωστής Χατζηδάκης, υπουργός Ενέργειας της Ελλάδας, μιλά στην τρίτη συνάντηση του East Mediterranean Gas Forum (EMGF), που φέρνει μαζί την Αίγυπτο, την Κύπρο, την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Ιταλία, την Ιορδανία και τους Παλαιστινίους, στο Κάιρο της Αιγύπτου, στις 16 Ιανουαρίου 2020. REUTERS/Shokry Hussien
—————————————————————————-

Σε οικονομικό επίπεδο η ελληνική πλευρά δύναται να αξιοποιήσει την συμμετοχή της στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να προωθήσει την περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Αίγυπτο και των επενδύσεων στην χώρα αυτή. Η συνεργασία στο πεδίο της ενέργειας είναι θεμελιώδης για την αναβάθμιση της οικονομικής και διπλωματικής ισχύος Ελλάδος και Αιγύπτου. Η καθιέρωση του Φόρουμ Αερίου Ανατολικής Μεσογείου (East Mediterranean Gas Forum) με την συμμετοχή της Ελλάδος, της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Ιταλίας, του Ισραήλ, της Παλαιστινιακής Αρχής και της Ιορδανίας και εκπροσώπων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Παγκόσμια Τράπεζα αποτελεί σημαντική δομική εξέλιξη με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αντανακλά την διαμόρφωση για πρώτη φορά ενός πλέγματος επιρροής αντιστοίχου με τον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (OPEC) [10].

Η Λιβύη εν γένει πιθανώς να αποτελέσει το συμβολικό σημείο καμπής για τον κύκλο των νεο-οθωμανικών φιλοδοξιών της Τουρκίας, οι οποίες προβλήθηκαν με αυξανόμενη ένταση κατά την τελευταία δεκαετία. Από το 2010 η Τουρκία έχει έλθει σε ρήξη με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, σε σύγκρουση με την Συρία και το Ιράκ λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην επικράτεια των δύο κρατών, ενώ πλέον αντιμετωπίζει την αντιπαλότητα του κυρίαρχου στις ενδοκρατικές συγκρούσεις στην Λιβύη, του Λιβυκού Εθνικού Στρατού υπό τον στρατάρχη Khalifa Haftar.

Η εμπέδωση της ειρήνης στην Λιβύη και της περιφερειακής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο προϋποθέτει την προγενέστερη οριστική υπέρβαση αναχρονιστικών αντιλήψεων αυτοκρατορικών δομών ή επιρροής, εκδήλωση των οποίων αποτελεί η νεο-οθωμανική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στον αραβόφωνο κόσμο. Ουσιώδης σε αυτό το πλαίσιο διακρατικής ισορροπίας είναι η επανεπιβεβαίωση της θεμελιώδους αρχής της κρατικής κυριαρχίας και της ακεραιότητας της επικρατείας των κρατικών δρώντων.

Η σταθερότητα και ευημερία της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου δεν εδράζεται στην άμεση ή έμμεση ανάμειξη εξωτερικών δρώντων, όπως η Τουρκία, αλλά στην προοπτική ενός περιφερειακού δικτύου συνεργαζομένων κρατών. Στο περιφερειακό αυτό δίκτυο ανήκουν η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ, η Αίγυπτος και μια ενιαία Λιβύη υπό τον Λιβυκό Εθνικό Στρατό. Τα κράτη αυτά είναι δυνατόν να επιτείνουν την στρατιωτική και οικονομική συνεργασία τους συγκροτώντας κοινά ενεργειακά προγράμματα. Η Αίγυπτος και η Λιβύη στην βόρειο Αφρική, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Γαλλία και Ιταλία στην Ευρώπη, θα αποτελέσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο την νότια διευρυμένη πτέρυγα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την ανάδυση ενός ισχυρού πλέγματος ενέργειας και ασφάλειας στην Μεσόγειο Θάλασσα προς όφελος όλων των συμμετεχόντων κρατών.

Το παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο καθίσταται πολυπολικό σε επιτεινόμενο βαθμό. Η διαμόρφωση περιφερειακών γεωστρατηγικών συμπλόκων, τα μέλη των οποίων θα συνεργάζονται σε οικονομικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο, αποτελεί μια δυνητική διέξοδο για τις ανερχόμενες προκλήσεις ζητημάτων όπως οι μαζικές μεταναστευτικές ροές, η διεθνής τρομοκρατία, και η περιφερειακή αστάθεια λόγω των ηγεμονικών φιλοδοξιών αναθεωρητικών δρώντων.

*Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευθεί στην έντυπη έκδοση του Foreign Affairs The Hellenic Edition, στο τεύχος 62 (Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020).

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*O Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ε. ΚΩΤΟΥΛΑΣ είναι Διδάσκων Γεωπολιτική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τελευταίο βιβλίο του: Ιστορία και γεωπολιτική της νεώτερης Ελλάδος (Λειμών 2019).

Main Photo: Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν με τον πρωθυπουργό της Λιβύης, Φαγιέζ αλ Σάρατζ, στην Κωνσταντινούπολη, στις 12 Ιανουαρίου 2020. Presidential Press Office/Handout via REUTERS
———————————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Ετικέτες

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας