Άμυνα Διπλωματία Κυρίως Θέμα

Το δικό μας έτος της πανούκλας

Τι μας λέει η λογοτεχνία για τις πανδημίες

Arnold Weinstein*

Σε περιόδους που οι λέξεις μπορεί να μεταφέρουν ένα θανατηφόρο ιικό φορτίο όταν λέγονται σε μικρή απόσταση, είναι καλό να υποχωρήσουμε στην λογοτεχνία ως την γραπτή μορφή του πολιτισμού. Η λογοτεχνία μάς διδάσκει ότι δεν έχουμε ασυλία έναντι των άλλων, ούτε την θέλουμε. Αντίθετα, μας εισάγει, ως συνταξιδιώτες , στις υποκειμενικές ζωές των άλλων, τουλάχιστον για λίγο.

Στην εποχή της COVID-19, μαθαίνουμε ότι η επιστημονική διάγνωση είναι πιο δύσκολη από όσο νομίζαμε. [Πρέπει να] εστιάζουμε στα συμπτώματα; Χρησιμοποιούμε επιχρίσματα ή αρκεί ένα δείγμα σάλιου; Πόσο καιρό πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα; Πόσα από αυτά τα [διαγνωστικά] τεστ είναι διαθέσιμα; Και είναι πραγματικά αξιόπιστα; Και αξιόπιστα για πόσο καιρό; Τους τελευταίους μήνες -αναμφίβολα και για το προβλέψιμο μέλλον- όλα αυτά φαίνονται τρομακτικά ενοχλητικά, προσφέροντας ελάχιστη σαφήνεια ή βεβαιότητα. Αυτή η πανδημία ήταν μια πορεία συντριβής στις αβεβαιότητες.

Τέτοια ερωτήματα καμουφλάρουν τις πιο απαισιόδοξες και πλέον επείγουσες απειλές που είναι τώρα ορατές. Αυτό που τροφοδοτεί το γεμάτο άγχος διαγνωστικό έργο είναι ο βασικός τρόμος μιας πανδημίας: η προοπτική ότι εσύ μπορεί να με μολύνεις και ίσως να πεθάνω ή να προκαλέσω [τον θάνατο] κάποιου άλλου. Σε τελική ανάλυση, η διάγνωση είναι μια ήρεμη αναλυτική διαδικασία, αλλά ο πιθανός θάνατος είναι κάτι άλλο: είναι αυτό που τροφοδοτεί, σκοτεινιάζει, και επιδεινώνει το δίλημμά μας.

Και δεν ξέρουμε πού να στραφούμε. Τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί, ακόμη και οι γιατροί, μοιάζουν σαν να διαφωνούν μεταξύ τους, καθώς ζυγίζουμε την επιστροφή στην εργασία ή το άνοιγμα σχολείων και επιχειρήσεων ή την διαβολικά δύσκολη εξίσωση μεταξύ της δημόσιας υγείας και της οικονομίας.

Ως καθηγητής λογοτεχνίας, δεν μπορώ να διεκδικήσω ιατρική ή πολιτική εξειδίκευση. Όμως, το διαγνωστικό έργο είναι εκτεταμένο, και δοκιμάζει αρκετά περισσότερα από το εάν είσαι μολυσμένος ή μεταδοτικός. Κάνουμε διάγνωση προκειμένου να ρίξουμε φως σε αυτό που φαίνεται σκοτεινό και χρειάζεται εξήγηση: τα συμπτώματα κάποιου, ο δείκτης Dow Jones, το νόημα της ζωής ή της καριέρας κάποιου, η συμπεριφορά ενός φίλου ή εραστή ή μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός ξένου έθνους. Κανένας στυλεός ή εξέταση αίματος δεν μπορεί να μεταδώσει νέα αυτού του είδους. Μπορούμε να καταγράψουμε τον αριθμό των θανάτων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο για να διαγνώσουμε τις βαθύτερες αλήθειες που τώρα έρχονται στο φως.

Η λογοτεχνία προσφέρει μια διαχρονική εικόνα των πανδημιών και των αντιδράσεων των κοινωνιών. Πολλά από τα βιβλία του παραδοσιακού Δυτικού κανόνα παραπέμπουν σε αυτά τα ζητήματα: σκεφτείτε το «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου, με την περιγραφή του σχετικά με τους ληθαργικούς, αφηγηματικούς Φλωρεντινούς κατά τη Μαύρη Πανούκλα του 14ου αιώνα, ή το Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, που χρησιμοποιεί έναν λοιμό ως φόντο μιας ιστορίας που ουσιαστικά αποτελεί επιτίμηση της ανθρώπινης ικανότητας για αυτογνωσία. Στο έργο του Σοφοκλή, η αβεβαιότητα κυριαρχεί˙ ο Οιδίπους δεν γνωρίζει ότι ένας γέρος τον οποίο σκότωσε ήταν ο πατέρας του ή ότι η γυναίκα με την οποία μοιράζεται το κρεβάτι του είναι η μητέρα του. Η πόλη του, η Θήβα, πεθαίνει: ξηρασία στις καλλιέργειες, θανατικό στα βοοειδή, παιδιά που γεννιούνται νεκρά. Ο λαός του τον βλέπει ως γιατρό-σωτήρα του. Αλλά μέχρι το τέλος του έργου, ο Οιδίπους καταλαβαίνει ότι αυτός είναι στην πραγματικότητα η κατάρα, τα κρυφά αδικήματά του είναι ο λόγος για τον λοιμο. Φυσικά, κάθε αναγνώστης ή θεατής του έργου (συμπεριλαμβανομένων των Αθηναίων τον 5ο αιώνα π.Χ. που το είδαν να παίζεται) το γνωρίζουν αυτό ήδη. Αλλά ο Σοφοκλής είναι ένας πανούργος πολιτικός αναλυτής. Η κρυμμένη αιμομιξία και η πατροκτονία δεν εξισώνονται σήμερα με τις επιστημονικές εξηγήσεις για μια πανδημία, αλλά το έργο θέτει, ωστόσο, μια παραπλανητικά απλή ερώτηση: Ποιος θα φορτωθεί την ευθύνη;

Ιδού μια από τις διαγνωστικές ανταποδόσεις της λογοτεχνίας: μας δείχνει ότι ο μαζικός θάνατος προκαλεί αναγνωρίσιμες πολιτικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της σκόπιμης εξεύρεσης αποδιοπομπαίου τράγου είτε σε συγκεκριμένους ανθρώπους είτε σε ομάδες. Πουθενά δεν έχει παρουσιαστεί περισσότερο αυτό από όσο στα συνηθισμένα ονόματα που έχουν προσαρτηθεί στις σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες. Η Susan Sontag επεσήμανε αξιομνημόνευτα τους τρόπους με τους οποίους η σύφιλη «κωδικοποιήθηκε» καθώς σάρωνε την Ευρώπη στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα: «Ήταν η “γαλλική ευλογιά” για τους Άγγλους, η morbus Germanicus για τους Παριζιάνους, η ασθένεια της Νάπολης για τους Φλωρεντινούς, η κινεζική ασθένεια για τους Ιάπωνες». Αυτή είναι η μακάβρια παράδοση που συνεχίζουν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και οι σύμμαχοί του όταν ονομάζουν τον κορωνοϊό που προκαλεί την COVID-19 ως «κινεζικό ιό».

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κατά την διάρκεια μιας ιογενούς πανδημίας, η θεμελιώδης ανθρώπινη πράξη της σύνδεσης [του ενός με τον άλλον] μπορεί να μας σκοτώσει. Ο νέος κορωνοϊός βασίζεται σε μια τέτοια σύνδεση˙ οι προσπάθειες μετριασμού (η κοινωνική απομάκρυνση, τα lockdown) επιδιώκουν να την εξαλείψουν. Οι συγγραφείς έχουν ασχοληθεί εδώ και πολύ καιρό με αυτά τα θέματα. Στο A Journal of the Plague Year (1722), ο Daniel Defoe περιγράφει τη μανιακή συμπεριφορά των Λονδρέζων που προσπαθούν να επιβιώσουν από μια καταστροφική επιδημία το 1665, με τρόπους που αντανακλούν τις τρέχουσες προσπάθειές μας: φορούν γάντια, καθαρίζουν τα πάντα με ξύδι, και δεν αγγίζουν κανέναν. Πουθενά αλλού δεν είναι πιο συναρπαστικός ο Defoe παρά στις περιγραφές του για τις φρίκες της καραντίνας: απελπισμένες μητέρες να αναζητούν τρομακτικά σημάδια στην σάρκα τα οποία αποκαλούν «μάρκες», να προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους, αλλά αντί γι’ αυτό αναπόφευκτα να τα μολύνουν απλώς μέσω της εγγύτητας -οικογενειακοί θάνατοι που φρικωδώς προκαλούνται από την αγάπη.

Το αριστούργημα του Τσαρλς Ντίκενς «Ο Ζοφερός Οίκος» (Charles Dickens, Bleak House, 1853), επιστρατεύει την ευλογιά ως το ιογενές σημαινόμενό του για κάθε επαφή και συναλλαγή. Ο Jo, το παιδί των παραγκουπόλεων του μυθιστορήματος, πεθαίνει από αυτήν. Η Esther, που πλησιάζει το αγόρι, έχει παραμορφωθεί από αυτήν. Και ο αναγνώστης βλέπει ότι ολόκληρο το σχέδιο της αποστασιοποίησης είναι συχνά μια φαντασία: η μεγάλη παραγκούπολη στον πυρήνα τόσο του Λονδίνου όσο και του μυθιστορήματος είναι μια συνεχής πηγή ασθένειας και θανάτου. Ο ίδιος ο Ντίκενς, ένας ακούραστος υποστηρικτής της αστικής υγιεινής, ήξερε ότι η βρωμιά και η σήψη εξαπλώνονται και δεν μπορούν να συγκρατηθούν, και οι σαν περικοκλάδες πλοκές του εκθέτουν πάντα συνδέσμους και διασυνδέσεις με πολιτική σημασία: οι υπεροπτικοί αριστοκράτες που πιστεύουν ότι είναι ασφαλείς πίσω από τα τείχη των αρχοντικών τους βρίσκουν ότι ακόμα και για τους πιο ισχυρούς ανθρώπους, η ανοσία είναι μια μυθοπλασία. Διότι ακόμη και αν σώζεται το σώμα, το μυαλό και η καρδιά δεν μπορούν να προστατευτούν.

Ο πιο τραγικός Αμερικανός συγγραφέας, ο William Faulkner, γνώριζε πολλά για αυτό. Τα βιβλία του Faulkner ρίχνουν μια μπάλα κατεδάφισης σε όλες τις ευσέβειες σχετικά με τον ανθρώπινο και τον κοινωνικό διαχωρισμό. Οι μπαρόκ πλοκές του είναι βασισμένες σε δύο επίμονα ταμπού: την αιμομιξία και την επιμιξία, πράξεις που περιλαμβάνουν την διάσχιση ορίων που αποσκοπούν να κρατήσουν τους ανθρώπους μακριά. Το πλουσιότερο μυθιστόρημα του Φώκνερ, το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» (Faulkner, Absalom, Absalom!), μαγικά διερευνά και τα δύο. Στον πυρήνα της πλοκής του μυθιστορήματος βρίσκεται η δολοφονία από τον Henry Sutpen του φίλου του Charles Bon στις πύλες της οικογενειακής φυτείας των Sutpen το 1864. Ο Charles κάνει δεσμό με την αδερφή του Henry, αλλά οι αναγνώστες μαθαίνουν κατά το τέλος του βιβλίου ότι οι δύο άνδρες είναι, στην πραγματικότητα, ετεροθαλή αδέλφια -και ότι ο Charles είναι μιγάς. Είναι δύσκολο να μην δούμε ότι ο Faulkner γράφει για τον ίδιο τον Εμφύλιο Πόλεμο ως μια πράξη μαζικής αδελφοκτονίας που βασίζεται σε ένα φυλετικό ταμπού.

Όλη η ιδιοφυΐα του Faulkner επιστρατεύεται στο να δείξει ότι ο φόνος δεν έπρεπε να συμβεί και ότι ίσως ο ίδιος ο πόλεμος δεν έπρεπε να συμβεί. «Η υπέρβαση στην αγάπη» (“the overpass to love”) είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Faulkner περιγράφει την εναλλακτική λύση στην αιματοχυσία, μια υπέρβαση που ανακαλύπτει την ανθρωπότητα του Άλλου. Αυτή η ανακάλυψη δεν είναι εγκεφαλική, ούτε αποτέλεσμα της εκπαίδευσης: είναι φυσική, αισθησιακή, σεξουαλική, και έχει τις ρίζες της στα πιο βασικά κίνητρα της ανθρώπινης ζωής. Όπως γράφει:

«Επειδή υπάρχει κάτι στο άγγιγμα της σάρκας με την σάρκα που ακυρώνει, κόβει αιχμηρά και κατευθείαν τα παραπλανητικά περίπλοκα κανάλια των κόσμιων κανόνων, το οποίο γνωρίζουν και οι εχθροί και οι εραστές γιατί [το άγγιγμα] τους κάνει και τα δύο –άγγιξε, και αγγίζεις αυτό που είναι το κάστρο του κεντρικού ιδιωτικού Εγώ Είμαι: όχι πνεύμα, ψυχή˙ το φιλήδονο και αδέσμευτο μυαλό είναι για το πάρει ο καθένας σε οποιοδήποτε σκοτεινό διάδρομο αυτής της επίγειας κατοικίας. Αλλά αφήστε την σάρκα να αγγίξει την σάρκα, και θα παρακολουθήσετε την πτώση του κελύφους όλων των εθίμων της κάστας και του χρώματος επίσης».

Ο Faulkner είδε πώς το ανθρώπινο άγγιγμα μπορεί να διαλύσει τα ταμπού: είναι η πιο εκρηκτική δύναμη στον κόσμο, και επίσης η πιο δεσμευτική. Παραδόξως, οι πανδημίες -που περιορίζουν την επαφή- παρά ταύτα εκθέτουν την ανθρώπινη σύνδεση. Η καταπολέμηση της ιογενούς εξάπλωσης απαιτεί τον διαχωρισμό και, κατά μια έννοια, την φυλάκιση των ανθρώπων. Αλλά η πανούκλα σηκώνει το πέπλο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η COVID-19 δεν ήταν διαφορετική. Γηροκομεία, πρώτοι αντιδρώντες, γιατροί και νοσοκόμες, ντελίβερι, το ταχυδρομείο που έρχεται στα κατώφλια μας, και το φαγητό που τρώμε: όλα μεταδίδουν τις αλήθειες της διασύνδεσης. Και είναι κάτι περισσότερο από διάδοση του ιού. Οι Αμερικανοί μπορούν τώρα να δουν, πίσω από αυτούς τους αριθμούς, ότι οι πιο υποαμειβόμενοι της χώρας τους είναι οι πιο υπερεκτεθειμένοι, ότι οι πιο αγνοημένοι είναι οι πιο πιθανό να πεθάνουν, ότι οι πιο προνομιούχοι είναι ταυτόχρονα οι λιγότερο απειλούμενοι και οι πιο παρασιτικοί -και ότι οι θεσμοί της χώρας είναι συνένοχοι σε αυτές τις ανισότητες. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι ο θυμός για την αστυνομική βαρβαρότητα εναντίον των Μαύρων Αμερικανών εξερράγη -και εξαπλώθηκε τόσο πολύ και τόσο ευρέως- κατά την διάρκεια ενός έτους λοιμού.

Σε περιόδους που οι λέξεις μπορεί να μεταφέρουν ένα θανατηφόρο ιικό φορτίο όταν λέγονται σε μικρή απόσταση, είναι καλό να υποχωρήσουμε στην λογοτεχνία ως την γραπτή μορφή του πολιτισμού. Η λογοτεχνία μάς διδάσκει ότι δεν έχουμε ασυλία έναντι των άλλων, ούτε την θέλουμε. Αντίθετα, μας εισάγει, ως συνταξιδιώτες , στις υποκειμενικές ζωές των άλλων, τουλάχιστον για λίγο. Λάμπει ένα ιδιαίτερο φως σε αυτό που ο Φώκνερ ονόμασε «ο σκοτεινός διάδρομος» της «γήινης κατοικίας μας». Με αυτόν τον τρόπο, μας δίνει μια ανάγνωση για τις υποθέσεις μας που κανένα επιστημονικό τεστ δεν είναι πιθανό [να μπορέσει] να ανταγωνιστεί.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο ARNOLD WEINSTEIN είναι διακεκριμένος καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στην έδρα Edna και Richard Salomon στο Πανεπιστήμιο Brown.

Photo: Ένα βιβλιοπωλείο στο Παλέρμο, στην Σικελία, τον Απρίλιο του 2020. Giuseppe Gerbasi / contrasto / Redux
—————————————————-
Πηγή: http://www.foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας