Άμυνα Διπλωματία

Το διογκούμενο κράτος παρακολουθήσεων της Ινδίας

Οι νέες τεχνολογίες απειλούν τις ελευθερίες στην μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου

Gautam Bhatia*

Οι υποστηρικτές των μέτρων αυξημένης επιτήρησης στην Ινδία ισχυρίζονται ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να εκτελούν τις εργασίες τους πολύ πιο αποτελεσματικά εάν η επιτήρηση είναι συγκεντρωμένη και αυτοματοποιημένη παρά περισσότερο διάσπαρτη, ομοσπονδοποιημένη και χειρωνακτική. Αλλά η επέκταση των βάσεων δεδομένων επιτήρησης και η συγκέντρωση των πληροφοριών θέτουν πραγματικούς κινδύνους.

Τον Δεκέμβριο του 2019, καθώς οι διαδηλώσεις εναντίον ενός αμφισβητούμενου νέου νόμου περί ιθαγένειας σάρωναν την Ινδία, τρία περιστατικά σε διάφορα μέρη της χώρας αποκάλυψαν τις αυξανόμενες κρατικές δυνάμεις επιτήρησης. Στο Δελχί, οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν συσκευές αναγνώρισης προσώπου για να ελέγξουν άτομα που εισέρχονταν σε έναν τόπο διαδηλώσεων. Στην [πόλη] Chennai, drones επιτήρησης έκαναν κύκλους [1] πάνω από μια πορεία διαμαρτυρίας. Και στην Χαϊντεραμπάντ, η αστυνομία σταμάτησε [2] έναν πεζό και του πήρε δακτυλικά αποτυπώματα για να ελέγξει «προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα».

Ενώ η τεχνολογία επιτήρησης (surveillance technology) έχει πολλαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία στην Ινδία, οι θεσμικές και νομικές διασφαλίσεις δεν έχουν ακολουθήσει τον ίδιο ρυθμό. Το ινδικό κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη θεσπίσει νόμο για την προστασία των δεδομένων και τα δικαστήρια δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ηθικές και συνταγματικές προκλήσεις που δημιουργούν οι επεμβατικές νέες τεχνολογίες. Το ινδικό κοινό, από την πλευρά του, έχει σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει την σταθερή πορεία του κράτους επιτήρησης, το οποίο τώρα συλλέγει τεράστια ποσά δεδομένων [δρώντας] σε νομικό και δικαστικό κενό -και μερικές φορές σε ανοιχτή περιφρόνηση του νόμου και των δικαστικών αποφάσεων.

Ο βόρειος γείτονας της Ινδίας, η Κίνα, εμφανίζεται στα μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης ως ένα Οργουελιανό κράτος, με την επέκταση της χρήσης της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου και τις επεμβατικές πρακτικές της στην συλλογή δεδομένων. Αντίθετα, η Ινδία χαρακτηρίζεται συχνά ως χαοτική δημοκρατία, με την κυβέρνησή της να είναι πολύ πιο αδύναμη και λιγότερο ικανή από την τελειοποιημένη απολυταρχία στο Πεκίνο. Αυτή η εικόνα διαστρεβλώνει την μεταβαλλόμενη πραγματικότητα στην Ινδία, όπου η υιοθέτηση από την κυβέρνηση των ισχυρών νέων τεχνολογιών παρακολούθησης απειλεί όλο και περισσότερο τα δικαιώματα των πολιτών της.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ DATABASE

Τα τελευταία χρόνια, οι αστυνομικές Αρχές άρχισαν να παίρνουν τακτικά τα δακτυλικά αποτυπώματα και χρησιμοποιούν συσκευές αναγνώρισης προσώπου για άτομα που θεωρούνται «ύποπτα» -κατά κανόνα χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις αδικοπραξίας- σε δράσεις ευρείας «σάρωσης και ελέγχου» [3] που συχνά στοχεύουν στις φτωχές γειτονιές πυκνοκατοικημένες από Μουσουλμάνους και μετανάστες από την Βόρεια Ινδία. Ο διευθύνων σύμβουλος μιας ινδικής εταιρίας λογισμικού αναγνώρισης προσώπου που ονομάζεται FaceTagr έκανε τον διάχυτο χαρακτήρα μιας τέτοιας επιτήρησης σαφώς ξεκάθαρο όταν υπερηφανεύθηκε [4] ότι η νέα τεχνολογία της εταιρείας του θα επιτρέψει στην αστυνομία να φωτογραφίζει όποιον φαίνεται ύποπτος και να ελέγχει την εικόνα μέσω μιας βάσης δεδομένων εγκληματιών. Πράγματι, η αστυνομία χρησιμοποίησε το FaceTagr ακριβώς έτσι για να ελέγξει άτομα σε ένα δημοφιλές φεστιβάλ. Αυτός ο έλεγχος σαν «δίχτυ ψαρέματος» (“dragnet”) αποτελεί καταφανή παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιωτικού απορρήτου, καθώς ουσιαστικά αντιμετωπίζει κάθε άτομο ως δυνητικά ύποπτο, υποκείμενο σε μια ατελείωτα συνεχιζόμενη έρευνα. Η σήψη, ωστόσο, ξεκινά από την κορυφή: Οι δραστηριότητες επιτήρησης των υπηρεσιών ασφαλείας της Ινδίας εξαιρούνται [5] από τη νομοθετική εποπτεία.

Ο πρωθυπουργός Narendra Modi και η κυβέρνησή του έχουν προσελκύσει κριτική για την θέσπιση πολιτικών που απειλούν τα πολιτικά δικαιώματα και υπονομεύουν την συνταγματική τάξη, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης των αντιτρομοκρατικών νόμων της Ινδίας, το 2019, που επικαλύπτουν επικίνδυνα το κυβερνητικό πεδίο δράσης για την καταπολέμηση της «τρομοκρατίας». Αλλά η τάση για εντατική χρήση των τεχνολογιών επιτήρησης προηγείται της σημερινής κυβέρνησης. Οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων των παρακολουθούμενων τηλεπικοινωνιών, ειδικότερα, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2008 στην Βομβάη που σκότωσαν 165 άτομα. Ανάμεσα σε αυτές τις βάσεων δεδομένων η βασικότερη είναι το Κεντρικό Σύστημα Παρακολούθησης [6] (Central Monitoring System, CMS), ένα σύστημα παρακολούθησης τηλεφώνων που «αυτοματοποιεί» [7] την υποκλοπή [των επικοινωνιών] των υπόπτων για αδικήματα, αντικαθιστώντας την παρωχημένη χειροκίνητη παρακολούθηση.

Από την έναρξή του, οι Αρχές έχουν κρατήσει την λειτουργία του CMS σε μυστικότητα. Όμως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ισχύων νόμος ασκεί ελάχιστο έλεγχο στις αιτήσεις τηλεφωνικής παρακολούθησης, η συγκέντρωση της αρχιτεκτονικής παρακολούθησης στο CMS ανησύχησε [8] πολλούς νομικούς παρατηρητές και ακτιβιστές. Το ίδιο ισχύει και για το σχέδιο [9] για την εισαγωγή ενός πολύ πιο παρεμβατικού συστήματος επιτήρησης που ονομάζεται Netra, το οποίο θα συλλαμβάνει αυτόματα την φωνητική κίνηση του Διαδικτύου μέσω του Skype και άλλων ηλεκτρονικών πλατφορμών, μέσω της χρήσης προκαθορισμένων φίλτρων που θα συλλαμβάνουν λέξεις όπως «βόμβα», «έκρηξη», ή «σκοτώστε». Όπως και με το CMS, η ινδική κυβέρνηση έχει αποκαλύψει λίγα πράγματα σχετικά με την λειτουργία του Netra -δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό χρησιμοποιούνται αυτά τα συστήματα. Αν και αμφότερα το CMS και το Netra υποτίθεται ότι είναι ανεξάρτητα συστήματα επιτήρησης, η κυβέρνηση έχει αρχίσει να δημιουργεί ένα πιο συγκεντρωτικό δίκτυο των επιχειρήσεων πληροφοριών της Ινδίας, δημιουργώντας ένα εθνικό δίκτυο πληροφοριών μέσα σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες και ένα σύστημα εντοπισμού εγκληματιών που επιδιώκει να συνδέσει όλα τα αστυνομικά τμήματα της Ινδίας σε μια «εθνική βάση δεδομένων εγκληματιών».

Οι υποστηρικτές αυτών των μέτρων ισχυρίζονται ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να εκτελούν τις εργασίες τους πολύ πιο αποτελεσματικά εάν η επιτήρηση είναι συγκεντρωμένη και αυτοματοποιημένη παρά περισσότερο διάσπαρτη, ομοσπονδοποιημένη και χειρωνακτική. Αλλά η επέκταση των βάσεων δεδομένων επιτήρησης και η συγκέντρωση των πληροφοριών θέτουν πραγματικούς κινδύνους. Συγκεκριμένα, η διανομή πληροφοριών σχετικά με άτομα σε διαφορετικές βάσεις δεδομένων καθιστά δυνατή την δημιουργία προφίλ, του είδος της συνολική προβολής της ζωής των ανθρώπων, κάτι που δημιουργεί την δυνατότητα τεράστιας κατάχρησης από κρατικούς και μη κρατικούς οργανισμούς. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα έμφορτο ζήτημα στην Ινδία, όπου στο παρελθόν κακοήθεις δρώντες χρησιμοποίησαν καταλόγους ψηφοφόρων και άλλες πηγές πληροφοριών για την ταυτότητα, για να στοχεύσουν [10] άτομα και κοινότητες κατά τις περιόδους κοινοτικών ταραχών και βίας.

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΟΥ AADHAAR

Η πιο διαδεδομένη μορφή κρατικής επιτήρησης στην Ινδία δεν έχει τη μορφή μιας μυστικής βάσης δεδομένων αλλά μιας κάρτας. Μια κυβέρνηση του Κόμματος του Κογκρέσου ξεκίνησε το πρόγραμμα Aadhaar το 2009 με τον επιδιωκόμενο στόχο να δώσει σε κάθε Ινδό μια σαφή και σταθερή μορφή αναγνώρισης -πολλοί Ινδοί στερούνται επίσημα έγγραφα όπως τα πιστοποιητικά γέννησης, και επομένως αγωνίζονται για πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες ή παροχές κοινωνικής πρόνοιας. Πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι τώρα εγγεγραμμένοι στο Aadhaar, καθιστώντας το, το μεγαλύτερο βιομετρικό σύστημα αναγνώρισης στον κόσμο. Από τότε που εφαρμόστηκε, οι επόμενες κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Modi, έχουν επεκτείνει την εφαρμογή του. Αν και οι αρχές χαρακτήρισαν το Aadhaar ως μέσο για την καλύτερη παροχή δημόσιων υπηρεσιών, το σύστημα είχε άλλες, πιο επικίνδυνες χρήσεις. Μιλώντας πριν από μια δεκαετία, ο πρώην αξιωματικός πληροφοριών (και σημερινός Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας) Ajit Doval [11] αποκάλυψε ότι το Aadhaar «προοριζόταν να αποβάλει αλλοδαπούς και μη εξουσιοδοτημένους ανθρώπους». Η κυβέρνηση Modi προσπάθησε να καταστήσει υποχρεωτική την εγγραφή στο Aadhaar για τραπεζικές συναλλαγές και συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε [12] αυτές τις προϋποθέσεις το 2018. Παρόλα αυτά, το Aadhaar εξακολουθεί να είναι απαραίτητο για την πληρωμή φόρου εισοδήματος και την παροχή κοινωνικής πρόνοιας.

Οι δημιουργοί του Aadhaar επέλεξαν μια κεντρική βάση δεδομένων -σε αντίθεση με μια πιο κατακερματισμένη, ομοσπονδιακή μορφή που θα καθιστούσε [13] δυσκολότερη την ευρεία παρακολούθηση και την δημιουργία προφίλ- και ανέπτυξαν ολόκληρο το πρόγραμμα χωρίς συνοδευτική νομοθεσία προκειμένου να παρακάμψουν τις προκλήσεις˙ σε μια συνέντευξη στο Forbes το 2013, ο ιδρυτής του Aadhaar, ο επιχειρηματίας Nandan Nilekani που έγινε πολιτικός, πρότεινε [14] ότι εάν η κυβέρνηση υλοποιούσε γρήγορα το Aadhaar, η αντίθεση στο σύστημα θα ήταν αδύνατο να εδραιωθεί. Το Κοινοβούλιο ενέκρινε τελικά το 2016 έναν νόμο [15] που επιβάλλει κυρώσεις στο Aadhaar (πέντε χρόνια μετά την έναρξη των εγγραφών). Μια μεγάλη ομάδα δικηγόρων -στην οποία ήμουν μέλος μετά το 2016- αμφισβήτησε την συνταγματική ισχύ του Aadhaar, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε [16] το πρόγραμμα το 2018 στην βάση του ότι όσοι αισθάνονταν ότι τα δεδομένα τους είχαν συλλεγεί λανθασμένα θα μπορούσαν πάντα να «επιλέξουν την έξοδο» (“opt-out”) από το σύστημα. (Το σκεπτικό του δικαστηρίου δεν είχε λογική, επειδή η εγγραφή στο Aadhaar είχε ήδη γίνει υποχρεωτική για την πρόσβαση στις επιδοτήσεις και για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος). Το Ανώτατο Δικαστήριο όντως κατήργησε μια διάταξη του νόμου του 2016 που επέτρεπε στις ιδιωτικές εταιρείες να χρησιμοποιούν την βάση δεδομένων του Aadhaar, αλλά λίγους μήνες αργότερα, το Κοινοβούλιο επανέφερε την διάταξη αυτή σχεδόν με τον ίδιο τρόπο (μια διαρρεύσασα συζήτηση στις αρχές του 2019 μεταξύ των λόμπι βιομηχανίας και ενός αξιωματούχου που εργάστηκε στο πρόγραμμα Aadhaar υπονοούσε [17] ότι οι ιδιωτικές εταιρείες προσπαθούσαν να πείσουν την κυβέρνηση να επανεξετάσει την απόφαση του δικαστηρίου και να επιτρέψει στον ιδιωτικό τομέα να έχει πρόσβαση στη βάση δεδομένων).

Οι απειλές που το Aadhaar θέτει στα ατομικά δικαιώματα είναι τεράστιες. Ήδη οι Αρχές ισχυρίστηκαν ότι χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν μέσω του Aadhaar για την παράνομη εκκαθάριση καταλόγων ψηφοφόρων [18] σε ορισμένα κρατίδια. Μια άλλη απειλή πηγάζει από το αμφισβητούμενο Εθνικό Μητρώο Πολιτών, μια διαδικασία καταλογογράφησης που αποσκοπεί στον εντοπισμό παράνομων μεταναστών στο συνοριακό κράτος Ασσάμ η οποία ταξινόμησε πάνω από τέσσερα εκατομμύρια ανθρώπους που φέρεται ότι ζούσαν παράνομα στην Ινδία. Η κυβέρνηση μπορεί να συγχρονίσει τις βιογραφικές πληροφορίες αυτών των «μη πολιτών» με την βάση δεδομένων του Aadhaar για να διασφαλίσει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε παροχές κοινωνικής πρόνοιας οπουδήποτε στην χώρα. Επομένως, οι Αρχές θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το Aadhaar ως μια μορφή εισαγωγής ανθρώπων σε «μαύρη λίστα» και «λευκή λίστα» -μια ανησυχητική πιθανότητα που οι δικηγόροι έθεσαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις ακροάσεις του 2018, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Εξουσιοδοτημένη να απενεργοποιεί μονομερώς το Aadhaar του κάθε ατόμου, η κυβέρνηση έχει την εξουσία να καθιστά αυτό το πρόσωπο «πολιτικά νεκρό» ή ανίκανο να λειτουργήσει μέσα στην κοινωνία.

Ενώ οι ψηφιακές βάσεις δεδομένων του ενός ή του άλλου είδους υπάρχουν σε πολλές κοινωνίες, το ευρύτερο πλαίσιο της χρήσης του καθιστά το Aadhaar ιδιαίτερα επικίνδυνο. Χτίζει μια κεντρική και διεισδυτική βάση δεδομένων σε μια χώρα με αδύναμη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και μια κουλτούρα κρατικής ατιμωρησίας όσον αφορά την επιτήρηση και την κατάχρηση των δικαιωμάτων. Η τρέχουσα «έρπουσα λειτουργία» του, όπου το Aadhaar γίνεται σαν κινητή γέφυρα, που μπορεί να τραβηχτεί για να αποκλείσει άτομα από την πρόσβαση σε βασικές ανάγκες που απαιτούνται για να λειτουργήσουν στην κοινωνία, αποδεικνύει τους κινδύνους αυτής της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων.

ΔΙΑΦΑΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΟΜΙΧΛΩΔΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να ελεγχθεί η υπέρβαση της ινδικής κρατικής επιτήρησης. Ο πρώτος είναι ο σχεδιασμός βάσεων δεδομένων ώστε να μην είναι δυνατή η συγχώνευση των βάσεων πληροφοριών. Ναι, μια τέτοια αλλαγή μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην συνεργασία μεταξύ διαφόρων κυβερνητικών υπηρεσιών. Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το νόημα: Ο περιορισμός των πληροφοριών που διαθέτει το κράτος ανά πάσα στιγμή σχετικά με τους πολίτες του είναι ένα σημαντικό μέρος της προστασίας της ελευθερίας και της ιδιωτικής ζωής. Αυτή η διασφάλιση πρέπει επίσης να κατοχυρωθεί δια νόμου: Η Ινδία χρειάζεται ισχυρή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων, κατά τα πρότυπα ίσως ενός νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλει στα κράτη-μέλη αυστηρούς νομικούς κανόνες για την συλλογή, αποθήκευση και χρήση δεδομένων. Οι περιορισμοί αυτοί περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τον «περιορισμό του σκοπού» (εάν τα δεδομένα συλλέγονται από το κράτος για συγκεκριμένο σκοπό, οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τον σκοπό αυτό), την «ελαχιστοποίηση δεδομένων» (δεν μπορούν να συλλεχθούν περισσότερα δεδομένα από αυτά που είναι απολύτως απαραίτητα για να εκπληρωθεί ένας νόμιμος κρατικός στόχος), και την αναλογικότητα (η κυβερνητική δράση που στοχεύει ένα άτομο πρέπει να είναι ανάλογη με τις ενέργειες του συγκεκριμένου ατόμου).

Προς το παρόν, μια επιτροπή του ινδικού κοινοβουλίου εξετάζει ένα νομοσχέδιο για την προστασία δεδομένων [19] που εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο. Το νομοσχέδιο, ωστόσο, υπολείπεται πολύ [20] των διεθνών προτύπων, των παγκόσμιων βέλτιστων πρακτικών και των ινδικών συνταγματικών αρχών. Παραδείγματος χάριν, παρέχει σαρωτικές εξουσίες στο κράτος: Η κυβέρνηση μπορεί να απαλλάξει «οποιαδήποτε» κυβερνητική υπηρεσία από τις διατάξεις του νομοσχεδίου εάν είναι «απαραίτητο ή σκόπιμο» να το πράξει «προς όφελος της κυριαρχίας και της ακεραιότητας της Ινδίας, του κράτους, των φιλικών σχέσεων με τα ξένα κράτη και της δημόσιας τάξης». Απαλλάσσεται από το πρότυπο της αναλογικότητας υπέρ της πολύ ευρύτερης και πιο ασαφούς «σκοπιμότητας», επιτρέποντας έτσι στους επικριτές να προειδοποιούν [21] ότι η κυβέρνηση έχει σχεδόν «carte blanche» («λευκή επιταγή») στις πρακτικές της για επιτήρηση. Πράγματι, το παρόν νομοσχέδιο είναι μια αναθεωρημένη έκδοση της νομοθεσίας που στάλθηκε στο υπουργικό συμβούλιο στα μέσα του 2019˙ ο επικεφαλής της επιτροπής που σχεδίασε το προηγούμενο νομοσχέδιο –ο συνταξιοδοτηθείς δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου B. N. Srikrishna- παρατήρησε ο ίδιος [22] ότι με τη νέα του μορφή θα μπορούσε να μετατρέψει την Ινδία σε «Οργουελιανό κράτος». Εν τω μεταξύ, ένα σύνολο μελετητών και ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών συνέταξαν [23] ένα εναλλακτικό νομοσχέδιο το οποίο υποστηρίζουν ότι είναι περισσότερο σύμφωνο τόσο με το ινδικό συνταγματικό πλαίσιο όσο και με τις βέλτιστες παγκόσμιες πρακτικές (προς όφελος της πλήρους αποκάλυψης, βοήθησα στην σύνταξη αυτού του εναλλακτικού «νομοσχεδίου της κοινωνίας των πολιτών»).

Σε μια λειτουργούσα δημοκρατία, οι ανησυχίες σχετικά με μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων που προκαλούνται από δραστηριότητες επιτήρησης πρέπει να παραπέμπονται ενώπιον των δικαστηρίων. Ωστόσο, οι πρόσφατες επιδόσεις του δικαστικού κλάδου της Ινδίας σε τέτοια θέματα δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Για παράδειγμα, το ανώτατο δικαστήριο του Madras, επέβαλε κυρώσεις για την χρήση drones στην παρακολούθηση διαδηλωτών τον Δεκέμβριο. Η συνταγματική αμφισβήτηση του Aadhaar βάλτωνε για έξι χρόνια και εισήχθη στο Ανώτατο Δικαστήριο μόνο το 2018, όταν το πρόγραμμα είχε γίνει τετελεσμένο.

Ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αμφισβητηθεί -και να υποχωρήσει- ο μηχανισμός παρακολουθήσεων της Ινδίας είναι μέσω της δημόσιας πίεσης˙ μόνο όταν τα ζητήματα της ιδιωτικής ζωής γίνονται πολιτικά και τμήμα των κυρίων κοινωνικών κινημάτων το κράτος καθίσταται πιο διαφανές για τους πολίτες του. Για παράδειγμα, ένα τέτοιο κίνημα έπεισε με επιτυχία το κοινοβούλιο το 2005 να θεσπίσει νομοθεσία που εγγυάται το δικαίωμα στην πληροφόρηση (ο νόμος RTI απαιτεί από τις κυβερνητικές υπηρεσίες να παρέχουν πληροφορίες σε όλους τους πολίτες με ελάχιστο κόστος). Μέχρι τότε, οι Ινδοί θα συνεχίσουν να παραμένουν ευάλωτοι σε ένα ταχέως αναπτυσσόμενο κράτος επιτήρησης.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο GAUTAM BHATIA είναι Ινδός δικηγόρος και συγγραφέας νομικών θεμάτων.

Photo: Γυναίκες στην ουρά για να εγγραφούν για το εθνικό δελτίο ταυτότητας στο ερημικό ινδικό κρατίδιο Rajasthan, τον Φεβρουάριο του 2013. Mansi Thapliya / Reuters
————————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας