Άμυνα Διπλωματία

Το μυστικό για μια ασφαλή επανεκκίνηση

Γιατί ο τερματισμός του lockdown φαίνεται τόσο διαφορετικός ανά τον κόσμο

Josh Michaud και Jen Kates*

Μεγάλο μέρος του κόσμου έχει πλέον ξεκινήσει την διαδικασία επανέναρξης, παρόλο που η εξάπλωση της νόσου συνεχίζει να επιταχύνεται σε πολλά μέρη. Αυτή η νέα φάση της αντίδρασης στην πανδημία είναι επικίνδυνη, αλλά ίσως να ήταν αναπόφευκτη. Οι αυστηροί περιορισμοί στην ζωή των ανθρώπων δεν μπορούν να διατηρηθούν για πάντα.

Τους τελευταίους μήνες, μεγάλο μέρος του κόσμου ζούσε κάτω από άνευ προηγουμένου περιορισμούς, εντολές κοινωνικής αποστασιοποίησης και άλλα έκτακτα μέτρα λόγω δημόσιας υγείας. Τουλάχιστον 137 χώρες επέβαλαν μερικό ή ολικό lockdown για να επιβραδύνουν την εξάπλωση του νέου κορωνοϊού. 141 χώρες περιόρισαν τα εσωτερικά ταξίδια και 169 έκλεισαν τουλάχιστον κάποια από τα σχολεία τους. Με πολλούς τρόπους, αυτά τα μέτρα είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, βοηθώντας στον περιορισμό της μετάδοσης και στη μείωση της πίεσης στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Αν και περισσότεροι από οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν βρεθεί θετικοί στην COVID-19, την ασθένεια που προκαλείται από τον ιό, και πάνω από 400.000 έχουν πεθάνει, οι αριθμοί αυτοί θα ήταν πιθανώς πολύ υψηλότεροι εάν οι χώρες δεν είχαν ενεργήσει όπως ενήργησαν.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος του κόσμου έχει πλέον ξεκινήσει την διαδικασία επανέναρξης, παρόλο που η εξάπλωση της νόσου συνεχίζει να επιταχύνεται σε πολλά μέρη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν το μεγαλύτερο σύνολο νέων μολύνσεων ενός μιας ημέρας την προηγούμενη εβδομάδα, ακόμη και όταν πολλά κράτη προχωρούν με σχέδια για να ανοίξουν ξανά τις οικονομίες τους.

Αυτή η νέα φάση της αντίδρασης στην πανδημία είναι επικίνδυνη, αλλά ίσως να ήταν αναπόφευκτη. Οι αυστηροί περιορισμοί στην ζωή των ανθρώπων δεν μπορούν να διατηρηθούν για πάντα. Σκοπός τους ήταν να «ισοπεδώσουν την καμπύλη» -δηλαδή, να αποφύγουν έναν συνωστισμό ασθενών που θα κατακλύζουν τα νοσοκομεία και να δοθεί στις κυβερνήσεις χρόνος να ενισχύσουν τα συστήματα δημόσιας υγείας τους. Όπου, όμως, έχουν επιτευχθεί αυτοί οι στόχοι, καθίσταται δύσκολο να δικαιολογηθεί το οδυνηρό οικονομικό και κοινωνικό κόστος των εκτεταμένων lockdown. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τόσοι πολλοί βιώνουν «κόπωση καραντίνας». [1].

Για μερικούς ανθρώπους, ιδίως σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα, η επιστροφή στην δουλειά είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Για άλλους, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ζήτημα έχει πάρει μια κομματική διάσταση, με τους Ρεπουμπλικάνους να είναι πιο πιθανό να αντιταχθούν στους περιορισμούς που σχετίζονται με τον κορωνοϊό από όσο οι Δημοκρατικοί. Την εικόνα περιπλέκουν περαιτέρω οι διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές άλλες χώρες μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ. Το πρώτο κύμα της πανδημίας δεν έχει τελειώσει (και ένα δεύτερο κύμα θα μπορούσε να είναι στον ορίζοντα), αλλά η εποχή του lockdown πλησιάζει στο τέλος της -τουλάχιστον για την ώρα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χώρα βρίσκεται τώρα στην ίδια τροχιά, ή ότι όλες οι στρατηγικές ανοίγματος είναι ίσες. Χώρες που προχώρησαν προσεκτικά, διατηρώντας το lockdown μέχρις ότου τα κρούσματά τους ήταν εν πολλοίς υπό έλεγχο και τα συστήματα υγείας τους ήταν έτοιμα να χειριστούν νέα κρούσματα, τα έχουν πάει καλύτερα από εκείνες που άνοιξαν γρήγορα και πρόωρα. Παρομοίως, εκείνες που ακολούθησαν προσεκτικές -και αναστρέψιμες- σταδιακές διαδικασίες, ενώ επικοινωνούσαν αποτελεσματικά με τον πληθυσμό τους, είχαν μεγαλύτερη επιτυχία διαχειριζόμενες αναπόφευκτες εκπλήξεις από εκείνες που γύρισαν τον διακόπτη «on» με μιας. Με άλλα λόγια, το πότε και πώς της επανεκκίνησης έχει αποδειχθεί πάρα πολύ σημαντικό.

ΣΥΓΧΡΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΩΣΤΑ

Η τάση για άνοιγμα υπάρχει μόλις έναν μήνα, αλλά ήδη είναι σαφές ότι οι χώρες που περίμεναν την σωστή στιγμή για να μειώσουν τους περιορισμούς είναι σε καλύτερη κατάσταση από εκείνες που κινήθηκαν να ανοίξουν ξανά παρά την συνεχιζόμενη μετάδοση στην κοινότητα και τα κενά στην υγειονομική ικανότητα. Ακριβώς όπως τα μέρη που ενήργησαν γρήγορα [2] για την εφαρμογή lockdown ήταν καλύτερα από εκείνα που έσερναν τα πόδια τους [3], εκείνα που περίμεναν μια χαλάρωση στη μετάδοση ώστε να αρχίσουν να ανοίγουν ξανά, ξεπέρασαν εκείνα που δεν το έκαναν. Η Αυστραλία, η Γερμανία, το Χονγκ Κονγκ, η Νέα Ζηλανδία και η Νορβηγία διατηρούσαν όλες lockdown ή τις αυστηρές οδηγίες κοινωνικής αποστασιοποίησης έως ότου οι αριθμοί των νέων κρουσμάτων είχαν φτάσει σε ένα επίπεδο όπου ο κίνδυνος επανεμφάνισης ήταν σχετικά χαμηλός. Με τα ποσοστά μετάδοσης να έχουν μειωθεί, αυτές οι χώρες μπόρεσαν να αρχίσουν να ανοίγουν ξανά τα σχολεία και τις επιχειρήσεις και να επιτρέπουν στους ανθρώπους να ξαναρχίσουν την κοινωνική τους ζωή, χωρίς υψηλό κίνδυνο να ξεφύγει από τον έλεγχο η επιδημία.

Τα μέρη που έχουν προχωρήσει με το να ανοίξουν ξανά παρά τη συνεχιζόμενη μετάδοση στην κοινότητα, τον αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων ή άλλες μετρήσεις επιδημικής ανάπτυξης βρίσκονται σε μια πολύ πιο ανησυχητική πορεία. Στην Βραζιλία [4], για παράδειγμα, αρκετές μεγάλες πόλεις άρχισαν να ανοίγουν ξανά αυτόν τον μήνα, ακόμη και όταν τα κρούσματα κορωνοϊού, οι νοσηλείες και οι θάνατοι φαίνεται να κορυφώνονται. Ως αποτέλεσμα, η Βραζιλία έχει ξεπεράσει τους 50.000 θανάτους και βρίσκεται σε καλό δρόμο για να γίνει η χώρα που θα έχει πληγεί περισσότερο. Έχει κάποιο ανταγωνισμό για αυτήν την διάκριση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν αρχίσει να αίρουν περιορισμούς στις επιχειρήσεις και άλλους, παρόλο που τα κρούσματα αυξάνονται σε περισσότερες από τις μισές πολιτείες. Ενώ μερικές πολιτείες έχουν σταματήσει να ανοίγουν ξανά [5] αφότου βίωσαν αιχμές σε νέες μολύνσεις και νοσηλείες, άλλες έχουν προχωρήσει παρά τα ανησυχητικά σημάδια.

Τόσο στην Βραζιλία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επανεκκίνηση έχει οδηγήσει σε διόγκωση της δημόσιας δραστηριότητας σε μια στιγμή ήδη διαδεδομένης κοινοτικής μετάδοσης -μια συνταγή για ανεξέλεγκτη εξάπλωση της νόσου, όπως αποδεικνύεται. Σίγουρα, μέρος της πρόκλησης για μεγάλες, ομοσπονδιακές κυβερνήσεις, όπως αυτές της Βραζιλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι ότι μέρος της ευθύνης για την δημόσια υγεία βρίσκεται σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο, πράγμα που σημαίνει ότι οι πολιτικές επανεκκίνησης μπορεί να είναι ασυνεπείς και ακόμη και αντιφατικές σε διαφορετικές τοποθεσίες. Όμως, ένα ομοσπονδιακό σύστημα δεν χρειάζεται να σημαίνει μια αναποτελεσματική προσέγγιση στην επανεκκίνηση-όπως μπορεί να καταδείξει η Γερμανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία.

Μέρος του λόγου για τον οποίο οι χώρες που περίμεναν μια χαλάρωση των νέων κρουσμάτων για να αρχίσουν να ανοίγουν ξανά βρίσκονται τώρα σε καλύτερη κατάσταση, είναι ότι είχαν χρόνο να ενισχύσουν τα συστήματα δημόσιας υγείας τους. Εκείνες που ενίσχυσαν τα [διαγνωστικά] τεστ τους, την ανίχνευση επαφών, και τις ικανότητες απομόνωσης κατά την περίοδο του lockdown έχουν μια πολιτική ασφαλείας: την ικανότητα εντοπισμού των νέων ομάδων κρουσμάτων που αναπόφευκτα θα εμφανιστούν καθώς ανοίγουν ξανά, και το να αποτρέψουν αυτούς τους θύλακες από το να διασπείρουν πλήρεις αναζωπυρώσεις της ασθένειας.

Αρκετές χώρες που βρίσκονται στην διαδικασία επανεκκίνησης έχουν ήδη δείξει πόσο σημαντικές είναι αυτές οι ικανότητες σε περίπτωση νέας επιδημίας. Τον Απρίλιο και τον Μάιο, η Νότια Κορέα έκανε [διαγνωστικά] τεστ σε δεκάδες χιλιάδες [6] ανθρώπους και προέβη σε διεξοδικό εντοπισμό επαφών προκειμένου να απομονώσει ένα σύνολο κρουσμάτων στην πρωτεύουσα, Σεούλ. Η Γερμανία ήταν επίσης σε θέση να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά σε πρόσφατα κρούσματα που συνδέονται με ένα εργοστάσιο επεξεργασίας κρέατος [7] και με πολλές εκκλησίες [8]. Και η Κίνα έχει δείξει ότι μπορεί να προβεί σε επιθετικές παρεμβάσεις για να αποτρέψει νέα κρούσματα της νόσου: τον περασμένο μήνα η κυβέρνηση έκανε τεστ σε 11 εκατομμύρια ανθρώπους [9] στην Wuhan, αφότου εντοπίστηκαν νέα κρούσματα εκεί, και νωρίτερα αυτόν τον μήνα έκλεισε μεγάλο μέρος του Πεκίνου και ξεκίνησε μια τεράστια επιχείρηση τεστ και ανίχνευσης αφότου εντοπίστηκαν νέες ομάδες κρουσμάτων στην πρωτεύουσα.

Αντίθετα, χώρες που δεν υποστήριξαν την ικανότητά τους στο να διαγνώσουν, να εντοπίσουν και να απομονώσουν πριν ξανανοίξουν, έχουν αποδειχθεί πολύ λιγότερο ικανές να ανταποκριθούν σε νέα κρούσματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βραζιλία βρίσκονται σε αυτό το τρένο, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο [10] και, σε μικρότερο βαθμό, η Σουηδία [11], εκ των οποίων αμφότερες χαλάρωσαν τους περιορισμούς και έκαναν βήματα για να ανοίξουν ξανά παρά τα διαρκή ερωτήματα σχετικά με την ικανότητά τους να αναγνωρίσουν και να περιορίσουν εστίες και να προστατέψουν τους ευάλωτους.

ΕΥΕΛΙΚΤΑ ΣΧΕΔΙΑ, ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ωστόσο, δεν είναι όλα σχετικά με τον συγχρονισμό και την προετοιμασία. Η ευελιξία και τα δημόσια μηνύματα έχουν επίσης σημασία. Επιστήμονες και αξιωματούχοι της δημόσιας υγείας έχουν μάθει πολλά για τους κινδύνους που συνδέονται με αυτόν τον ιό τους τελευταίους έξι μήνες, αλλά σημαντικές αβεβαιότητες παραμένουν. Ως αποτέλεσμα, οι χώρες που έχουν υιοθετήσει πιο συντηρητικές και μεθοδικές προσεγγίσεις για να ανοίξουν ξανά ήταν σε θέση να σταματήσουν ή να επαναρυθμίσουν τις πολιτικές τους όταν αντιμετώπισαν νέες επιδημίες από όσο εκείνες που έχουν χαλαρώσει όλα τα προληπτικά μέτρα τους ταυτόχρονα. Γι’ αυτόν τον λόγο οι ειδικοί της δημόσιας υγείας συνιστούν την σταδιακή επανεκκίνηση [12], ξεκινώντας από περιοχές και δραστηριότητες με χαμηλότερο κίνδυνο και προοδευτικά προς εκείνες που ενέχουν υψηλότερο ρίσκο.

Με τις απαραίτητες δυνατότητες διάγνωσης και ανίχνευσης, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν αυτήν την προσέγγιση μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις συνέπειες των πολιτικών επανέναρξης καθώς εφαρμόζονταν –κάτι που τους επέτρεψε να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο του ανοίγματος μόνο αφού έγινε σαφές ότι δεν έχουν πυροδοτήσει ένα κύμα επαναμολύνσεων. Η Γερμανία προχώρησε προσεκτικά αλλά σκόπιμα [13] στην επανεκκίνηση και τώρα έχει φτάσει στο σημείο [14] όπου όλα τα καταστήματα μπορούν να εξυπηρετήσουν πελάτες, μπορούν να παιχτούν αγώνες ποδοσφαίρου (αν και χωρίς θεατές) και έχουν αρθεί οι εσωτερικοί περιορισμοί ταξιδιών. Αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ που έκαναν επιθετικές αρχικές αποκρίσεις ακολούθησαν αυτήν την προσεκτική προσέγγιση, μειώνοντας τη μετάδοση στην κοινότητα πριν ξεκινήσουν τις διαδικασίες επανεκκίνησης σε φάσεις.

Εξίσου σημαντικά για την διαχείριση της μετάβασης από το lockdown στην επανεκκίνηση είναι τα σαφή, δημόσια μηνύματα που βασίζονται στην επιστήμη [15]. Οι ηγέτες στην Γερμανία [16], την Ιρλανδία [17], τη Νέα Ζηλανδία [18] και την Σιγκαπούρη [19] ειδικότερα έκαναν υποδειγματική δουλειά με το να επικοινωνήσουν τις πολιτικές των χωρών τους και την λογική πίσω από αυτές. Δεν δημιουργεί έκπληξη το ότι αυτές οι χώρες έχουν απολαύσει υψηλά ποσοστά συμμόρφωσης με τις πολιτικές του lockdown και της επανεκκίνησης, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητά τους. Τα δημόσια μηνύματα από ηγέτες στην Βραζιλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, ήταν ασυνεπή και μάλιστα αντιπαραγωγικά [20], συμβάλλοντας, για παράδειγμα, σε ευρεία σύγχυση σχετικά με την χρησιμότητα των μασκών, και υπονομεύοντας την συμμόρφωση με τις επίσημες οδηγίες.

ΕΝΑ ΠΕΙΡΑΜΑ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ

Έχει περάσει περισσότερο από ένας μήνας από τότε που πολλές χώρες άρχισαν να ξανανοίγουν και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι η άρση των lockdown προκάλεσε σημαντική αναβίωση του COVID-19 στα περισσότερα μέρη -αν και ο αριθμός των νέων κρουσμάτων συνεχίζει να αυξάνεται σε πολλά μέρη του κόσμου που δεν είχαν ποτέ υπό έλεγχο την αρχική επιδημία. Οι χώρες που μπήκαν σε lockdown για αρκετό χρόνο ώστε να εξαφανιστεί η μετάδοση, που ενίσχυσαν τα συστήματα δημόσιας υγείας τους και που προσέγγισαν την επανεκκίνηση με ευελιξία και σαφή μηνύματα, έδειξαν ότι η επιστροφή στην καθημερινή ζωή δεν χρειάζεται να προκαλέσει καταστροφή. Ωστόσο, η επιτυχία αυτών των χωρών εν μέρει επισκιάστηκε από άλλες χώρες, όπως η Βραζιλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έσπευσαν να ανοίξουν ξανά χωρίς μεγάλη προετοιμασία και οι οποίες πληρώνουν τώρα ένα βαρύ τίμημα. Οι χώρες που είναι απερίσκεπτες στην προσέγγισή τους στην επανεκκίνηση όχι μόνο αντιμετωπίζουν κρούσματα που θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί εντός των συνόρων τους, αλλά θέτουν κινδύνους μετάδοσης σε χώρες που έχουν διαχειριστεί τις επανεκκινήσεις τους πιο υπεύθυνα, δεδομένης της παγκόσμιας φύσης αυτής της πανδημίας.

Η επανεκκίνηση κατά την διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού παραμένει ένα πείραμα σε πραγματικό χρόνο. Τα αποτελεσματικά συστήματα δημόσιας υγείας μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο νέων εστιών, αλλά ακόμη και οι χώρες που ξανανοίγουν προσεκτικά και με όλες τις κατάλληλες δυνατότητες είναι πιθανό να δουν περαιτέρω εστίες και μπορεί ακόμη και να αντιμετωπίσουν ένα φοβερό «δεύτερο κύμα» αργά ή γρήγορα. Η επαγρύπνηση, η ενισχυμένη προστασία για τους ευάλωτους και η ευελιξία απέναντι στην αβεβαιότητα θα είναι απαραίτητα για μήνες -και ενδεχομένως για χρόνια [21]. Ακόμα και τα καλύτερα σχέδια για επανεκκίνηση μπορούν να αντιμετωπίσουν απροσδόκητες πραγματικότητες επί του πεδίου, όπως συνέβη με τις διαδηλώσεις που ανέτρεψαν τις διαταγές για παραμονή στο σπίτι και τις οδηγίες περί κοινωνικής αποστασιοποίησης σε χώρες σε όλο τον κόσμο. Παρόλο που είναι καθησυχαστικό να γνωρίζουμε ότι διαμορφώνεται ένας οδικός χάρτης για την επανεκκίνηση, ίσως να χρειαστεί να ξαναγραφτεί τις επόμενες εβδομάδες και μήνες.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο JOSH MICHAUD είναι αναπληρωτής διευθυντής για την Παγκόσμια Πολιτική Υγείας στο Kaiser Family Foundation και επίκουρος λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Η JEN KATES είναι ανώτερη αντιπρόεδρος και διευθύντρια της Παγκόσμιας Πολιτικής Υγείας & HIV στο Kaiser Family Foundation και επίκουρη λέκτορας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Main Photo: Άνθρωποι απολαμβάνουν τον ήλιο στην παραλία Margate στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Ιούνιο του 2020. Andrew Couldridge / Reuters
——————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας