Εθνικά Θέματα Κυρίως Θέμα

Το Περιπετειώδες Οδοιπορικό μιας Ελληνίδας Δημοσιογράφου στην Τουρκία του Covid-19

Από τη φιέστα στην Αγιά Σοφιά, ως τη διασκέδαση στα μπαρ της Άγκυρας.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που φίλοι, συγγενείς και γνωστοί μού λένε, με μια φωνή, «Έχεις τρελαθεί; Έχεις παιδί. Είναι δυνατό να πας τώρα Τουρκία;». Και δεν έφταιγε μόνον ο Covid-19, που επιμένει γερά στη γείτονο, παρότι η ερντογανική μονταζιέρα με τα «πειραγμένα» νούμερα των νέων κρουσμάτων και των νεκρών δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις για το μέγεθος της πανδημίας. Οι πτήσεις, λόγω κορονοϊού, παρέμεναν κλειστές (τελικά ούτε μέσα στον Αύγουστο άνοιξαν) και, επιπλέον, η τουρκική προεδρία, από την οποία πάντοτε λάμβανα την επίσημη άδεια για να εργαστώ ως δημοσιογράφος στη χώρα, παρόλη την παρέμβαση και του ελληνικού προξενείου, έναν μήνα με κρατούσε σε αναμμένα κάρβουνα.

Άδεια δεν πήρα τελικά ποτέ, κάτι που ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι η πρώτη είδηση και στα τουρκικά Μέσα ήταν ήδη η Αγιά Σοφιά που μετατράπηκε σε τζαμί, το «πένθος των Ελλήνων», αλλά και τα τεμένη της ελληνικής επικράτειας, που οι «άπιστοι» έχουνε μετατρέψει σε σινεμά, καφετέριες και μουσεία!

Το τηλεφώνημα απ’ το Πατριαρχείο, που με καλούσε σε συνάντηση με τον Βαρθολομαίο το απόγευμα της επόμενης ημέρας, αποδείχτηκε από μηχανής θεός και καταλύτης στην επίλυση του γρίφου ενός αμφιλεγόμενου και μάλλον ριψοκίνδυνου ταξιδιού, αφού με έκανε να μαζεύω μέσα στο επόμενο λεπτό, βιαστικά λίγα ρούχα, την οδοντόβουρτσα και το laptop μου, να γεμίζω στο πρώτο πρατήριο στη Λεωφόρο Αθηνών το ρεζερβουάρ με diesel και να ξεκινώ οδικώς για το μεγάλο ταξίδι ως την Κωνσταντινούπολη, μέσω των Κήπων, τη μοναδική δίοδο προς την Τουρκία, όπως ενημερώθηκα τηλεφωνώντας στα υπουργεία που είχαν εμπλακεί στα επεισόδια του Έβρου. Θα προλάβαινα;

IMG-0389.JPG

Το φυλάκιο στις Καστανιές παρέμενε κλειστό, σε αναμονή του δεύτερου κύματος προσφυγικών πιέσεων, υποθέτω, όταν ο «σουλτάνος» θελήσει να δημιουργήσει νέα κρίση στην περιοχή.

Η αρχική σκέψη μου είναι να κάνω μια πρώτη στάση, μετά τα σύνορα, στην Αδριανούπολη, όπου σε αυτοψία τους Τούρκοι συνάδελφοι είχαν συναντήσει προωθημένες ομάδες προσφύγων με τους διακινητές τους. Ωστόσο, όπως με ενημέρωσαν στη συνέχεια, η αστυνομία έκοβε βόλτες διαρκώς, αναζητώντας Γκιουλενιστές που θέλαν να διαφύγουν στην Ελλάδα – βάσει πληροφοριών των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Χωρίς την εξουσιοδότηση από την τουρκική προεδρία θα ήταν ρίσκο -αν όχι αυτοκτονία- να αναμειχθώ στα πόδια τους κι έτσι προσπέρασα την πινακίδα Edirne χωρίς να το πολυσκεφτώ, έχοντας μπει μπαϊλτισμένη, αλλά πολύ ορεξάτη, στο τουρκικό έδαφος.

Το φυλάκιο των Κήπων είναι ένα απέραντο άτακτο γκαράζ επαγγελματικών φορτηγών, που περιμένουν ή ξαποσταίνουν, αφήνοντας με το ζόρι ένα άνοιγμα για να περάσει επιβατικό όχημα. Επιχειρώ να ρωτήσω έναν Βαλκάνιο νταλικέρη αν είναι ελεγχόμενη η κατάσταση στο τουρκικό συνοριοφυλάκιο της Ipsala, ακόμη και με τη νοηματική, αλλά είναι αδύνατο.  Είμαι το μοναδικό αυτοκίνητο που διασχίζει τα σύνορα και δεν ξέρω τι με περιμένει. Προσπερνώ το φυλάκιο των Κήπων με τους Έλληνες φαντάρους και διατρέχω συγκρατημένα, μέσα από καταπράσινες κοιλάδες (καρτ ποστάλ της ειδυλλιακής Αρκαδίας, σκέφτομαι, πιάνοντας στο ραδιόφωνο τούρκικο ραδιοσταθμό με ταξιδιάρικους αμανέδες και παράσιτα), το δάσος από τούρκικες σημαίες και τους Τούρκους στρατιώτες που συζητούν χαλαρά, υπό την κυματιστή σκιά τους.

Ενώ το έχω πάρει πια απόφαση ότι δεν θα με αφήσουν να περάσω, ξαφνικά παρεμβαίνει ένας νεαρός αστυνομικός, που με ακολουθεί παντού, με παρατηρεί, με ρωτάει αν είμαι παντρεμένη και αν έχω social media.

Στο συνοριοφυλάκιο της Ipsala με περιμένει μια αυστηρή, εμφανώς βαριεστημένη Τουρκάλα υπάλληλος. Με θερμομετρεί ανόρεχτα και με στέλνει να καταβάλω τρία ευρώ, για την είσοδο στη χώρα. Προχωρώντας λίγα μέτρα πιο μπροστά, σταματώ πίσω από ένα σαραβαλιασμένο Zastava, με τουρκικές πινακίδες. Απ’ το πορτ μπαγκάζ του, μια κουρασμένη γυναίκα με μαντήλα έβγαζε γυάλινα βάζα με τουρσιά, τάπερ με φαγητά και μπόγους με ρούχα, που τοποθετούσε πάνω σε ένα πάγκο. Ο γιος της (ίσως κι εγγονός), που ξέρει συμπαθητικά αγγλικά και μου προτείνει να τους πάρω το κατόπι για να μην χαθώ στον δρόμο ως στην Κωνσταντινούπολη, ρωτάει για λογαριασμό μου την αγέλη των Τούρκων αστυνομικών, που ξαφνικά έχουν μαζευτεί γύρω μας, αν πρέπει να αδειάσω κι εγώ το όχημά μου. Δεν απαντούν.

Περιεργάζονται καλά-καλά το αυτοκίνητό μου, ακόμη και τις γρατζουνιές του, και με ρωτάνε πού πηγαίνω και γιατί. Δεν αποκαλύπτω τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα και στην πρώτη ευκαιρία πετάω κάτω από το κάθισμα κι εξαφανίζω τις δημοσιογραφικές μου ταυτότητες.

Μέσα σε λίγα λεπτά έχουν βγάλει όλα μου τα υπάρχοντα σε κακό χάλι στο χώμα, έχουν σχεδόν βανδαλίσει το παιδικό καρεκλάκι, ενώ τους ζητώ επίμονα να με αφήσουν να το βγάλω η ίδια, το αμάξι μου περνά από ακτίνες Χ, σε ένα χωράφι με αγριόχορτα, ενώ παραμένει αβέβαιο το αν θα περάσω τελικά τα σύνορα. Το αυτοκίνητο ανήκει στους γονείς μου και ήταν υποχρεωτική η ενυπόγραφη σε αστυνομικό τμήμα εξουσιοδότησή τους, για να μπορέσω να το βγάλω εκτός συνόρων.

Παραμένω καθηλωμένη, κανείς δεν μου λέει τι μέλλει γενέσθαι, ενώ μια αστυνομικός που ελέγχει ξανά τα έγγραφα του αυτοκινήτου μιλάει ξαφνικά έντονα, χειρονομώντας και δείχνοντάς τα, σε έναν συνάδελφό της που κάτι της ψελλίζει.

Ενώ το έχω πάρει πια απόφαση ότι δεν θα με αφήσουν να περάσω, ξαφνικά παρεμβαίνει ένας νεαρός αστυνομικός, που με ακολουθεί παντού, με παρατηρεί, με ρωτάει αν είμαι παντρεμένη και αν έχω social media. Επιτέλους, καταφέρνω να διασχίσω τα σύνορα, αλλά ξέρω ότι πλέον υπάρχει το σοβαρότατο ενδεχόμενο να μην προλάβω το ραντεβού μου στο Πατριαρχείο.

Γκαζώνω όπου μπορώ, ξεπερνώντας πολλές φορές το όριο ταχύτητας που είναι 130, μολονότι υπάρχουν κάμερες παντού. Οι Τούρκοι οδηγοί είναι μάλλον συντηρητικοί, παρότι ιδιαιτέρως απρόβλεπτοι κι επικίνδυνοι.

Διαπιστώνω έκπληκτη πως είμαι η δεύτερη γυναίκα που πιάνει τιμόνι, σε όλη τη διαδρομή ως την αγρίως μποτιλιαρισμένη Istanbul, με τη θάλασσα του Μαρμαρά στα δεξιά μου να στραφταλίζει και ανέμελους λουόμενους να προβάλουν με ένα στρώμα θαλάσσης από τον οικισμό των χωριών και των πολιτειών της διαδρομής. Τίποτα δεν προδίδει ότι έχω εισέλθει σε επικράτεια του Covid. Μάσκες δεν φοράει κανείς, ούτε καν οι υπάλληλοι στα πρατήρια βενζίνης που σταματάω για ανεφοδιασμό.

Ο πλοηγός στο κινητό μού δείχνει, μετά από τρεις-τέσσερις ώρες, ότι είμαι μόλις δύο χιλιόμετρα από το Πατριαρχείο, όταν ξαφνικά η τεθωρακισμένη Mercedes μπροστά μου φρενάρει απότομα και εγώ την ακουμπάω. Πετάγονται σαν ελατήρια έξω δύο οπλισμένοι φουσκωτοί, κάνοντάς μου αγριεμένοι νεύμα να παραμερίσω. Αποδέχομαι τη μοίρα μου («δεν θέλει ο Αλλάχ να συναντήσω τον Πατριάρχη»), ώσπου βγαίνει κι ο «μεγάλος» απ’ το πίσω κάθισμα, επιθεωρεί την κατάσταση και μου κάνει νεύμα να φύγω.

Πρέπει να αφήσω το αμάξι στο πρώτο γκαράζ, αλλά ο γκαραζιέρης δεν δέχεται τα ευρώ, παρόλο που επιμένω ότι θα του δώσω περισσότερα από αυτά που ζητάει. Τελικά, στριμώχνομαι στα ελικοειδή στενά του Πατριαρχείου, όπου διαπιστώνω έκπληκτη πως έχουνε πάρει τα πάνω τους. Είναι γεμάτα με μικρά μπαρ και καφετέριες, με πάρα πολύ κόσμο. Λίγες ώρες μετά, διασχίζω τη γέφυρα του Γαλατά, με τους αιώνιους -σαν να μην έχουν κουνηθεί ποτέ από τη θέση τους- ψαράδες (που επίσης δεν φοράνε μάσκα) και την ωραιότερη θέα του κόσμου στον Βόσπορο, για να βρεθώ στην άδεια από τουρίστες γειτονιά της Αγιάς Σοφιάς, παρκάροντας κυριολεκτικά δίπλα της, αφού τα ξενοδοχεία της περιοχής, τα τουριστικά καταστήματα και τα εστιατόρια παραμένουν κλειστά λόγω πανδημίας.

Ο Ουνούρ είναι ο γιος του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Spectra, στο οποίο παρέμεινε κλεισμένη από επιλογή όλη η οικογένεια στο lockdown. Έχει ταξιδέψει στη Μύκονο και μου δείχνει ενθουσιασμένος τη φωτογραφία της Ελληνίδας φιλενάδας του, την ώρα που μου εξηγεί πως είναι το μοναδικό ξενοδοχείο στην περιοχή που έχει ανοίξει – είναι κι ο λόγος που κάθομαι κι εγώ στο καφέ του και πίνω τσάι. Θα παρέμεναν ακόμα κλειστοί αν δεν εμφανίζονταν σταθεροί πελάτες τους από την Κροατία. Το ίδιο βράδυ, ο Αζιμέτ, το «τσακάλι» της ρεσεψιόν του Londra Hotel στην Istiklal, μου επιβεβαιώνει τη νέκρα που επικρατεί στα ξενοδοχεία της Πόλης. «’Εχουμε μόνο τρεις πελάτες, επιχειρηματίες. Τέτοια εποχή ήμασταν με πληρότητα 100%. Έχει καταστραφεί η οικονομία της χώρας».

Η Τσαντέρ, της οποίας ο παππούς της έδωσε το όνομα του μεγάλου του έρωτα, όπως θα μου αποκαλύψει, έχοντας προηγουμένως ερωτευτεί  τον Μητροπάνο, χάρη στην ελληνική μουσική βραδιά που διοργανώσαμε σπίτι της, μέσα στα lockdown έχασε τη δουλειά της στο αμερικάνικο οικονομικό περιοδικό Forbes. Οι Αμερικάνοι το έκλεισαν απροειδοποίητα. Μολονότι είναι γνωστή οικονομική συντάκτρια έχει αναγκαστεί να εργάζεται από το σπίτι της, με όρους είλωτα, από το πρωί ως το βράδυ, σε ένα site τεχνολογίας. «Μόλις έκανα μια συνέντευξη για ένα αντικείμενο που δεν γνωρίζω και που απεχθάνομαι. Πούλησα την ψυχή μου για τα λεφτά», μου λέει αναπάντεχα. Η φωνή της σπάσει μόνο όταν τη ρωτάω για την πανδημία. «Δεν αντέξαμε στα lockdown. Ήταν αφόρητο να μην μπορείς να συναντήσεις και να αγκαλιάσεις τους φίλους σου».

BeFunky Collage.jpg

Την πρώτη βραδιά που βρίσκομαι στο Sultanahmet, μαζί με την συγκάτοικο της Τσαντέρ, ανάμεσα στο πλήθος που γιορτάζει την επικείμενη αλλαγή του status quo του βυζαντινού μνημείου, διαπιστώνω ότι ο κόσμος κι εδώ, παρόλη την παρουσία της αστυνομίας και παρόλο που η μάσκα είναι υποχρεωτική και το πρόστιμο των 900 τουρκικών λιρών (σχεδόν 105 ευρώ) ιλιγγιώδες για ένα μέσο Τούρκο, δεν φοράει μάσκα.

Είμαι σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα όχι μόνο επειδή φοράω μάσκα, αλλά και επειδή κυκλοφορώ με στράπλες, ανάμεσα σε γυναίκες με μαντήλα και μπούρκα. Τα βλέμματα που εισπράττω είναι δολοφονικά και από την επόμενη μέρα που πρέπει να εμφανίζομαι και για τηλεοπτική ανταπόκριση, παρότι κάνει ζέστη και ιδρώνω, φοράω πάντοτε σακάκι.

Γνωρίζομαι με δύο αγόρια, που παρότι μοιάζουν hipster δεν μιλάνε αγγλικά και κρατάνε το Κοράνι. Με κάποιο τρόπο τελικά συνεννοούμαστε για το πόσο σημαντική είναι για τη ζωή τους η Αγιά Σοφιά σαν τζαμί. Μέσα στις μέρες θα συναντήσω στον ίδιο χώρο ισλαμικού μεγαλοϊδεατισμού και παράνοιας κάθε καρυδιάς καρύδι να ζει με τον δικό του τρόπο το νεοοθωμανικό όνειρο, ξεχνώντας για λίγο τον Covid και το άδειο πορτοφόλι του.

Υπάρχει, όπου κι αν στραφείς, στα πρωτοσελίδα των εφημερίδων, στα κανάλια, η ανηλεής προπαγάνδα που εμφανίζει μια εικονική πραγματικότητα ευμάρειας κι επιτυχούς εξόδου από την πανδημία, την οποία δυστυχώς δεν αναπαράγουν μόνο τα κυβερνητικά ή φιλοκυβερνητικά Μέσα, αλλά και νέοι γιατροί, όπως η Μελτέμ, που επιμένει, όταν μιλάμε, εκνευρίζοντάς με από ένα σημείο και μετά, ότι οι χειρισμοί της κυβέρνησης ήταν εξαιρετικοί και τα τουρκικά νοσοκομεία πιο επαρκή από τα ευρωπαϊκά. «Δεν υπάρχει πρόβλημα ή ρίσκο στη χώρα», επιμένει, θέλοντας να με μεταπείσει. «Οι τουρίστες μπορούν να ξαναέρθουν στην Τουρκία. Είμαστε μια πολύ ασφαλής χώρα». Συνάδελφοί της, την διαψεύδουν καταγγέλοντας σχεδόν καθημερινά στα social media τα πειραγμένα νούμερα που δίνει η κυβέρνηση για τον αριθμό των νεκρών του κορονοϊού.

Ήταν πολύ κουραστικό να βρω, μέσω όλων των επαφών μου στη χώρα, έναν ενεργό πολιτικό για συνέντευξη. Ο μοναδικός που τόλμησε να μου μιλήσει για τη φιέστα της Αγιάς Σοφιάς, ο Μούσα Πίρολου, από το φιλοκουρδικό HDP, το κόμμα που καταδίκασε απερίφραστα τη μετατροπή του status quo του μνημείου, μου υπογράμμισε σε όλους τους τόνους ότι η πανδημία στην Τουρκία είναι ταξική. Χτυπά την εργατική τάξη και δεν αγγίζει τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να παραμένουν σπίτια τους προστατευμένα ή να εργάζονται με ένα laptop.

Κι όμως. Υπάρχει κάτι ακόμη πιο σοκαριστικό, που μαθαίνω συζητώντας με την Μπιλγκέ Ναρίν, καθηγήτρια ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας, που φοράει παντού μάσκα: στην Τουρκία του 2020 το να έχεις  laptop δεν είναι αυτονόητο. Είναι ο λόγος που πολλοί φοιτητές της δεν μπορούσαν εν μέσω πανδημίας να παρακολουθήσουν τα  τηλεμαθήματά της. «Αν υπάρχει ένας υπολογιστής στο σπίτι, αυτός θα δοθεί βεβαίως αποκλειστικά στον γιο. Οι φοιτήτριες έχουν πρόβλημα», συνέχισε τις αποκαλύψεις.

Από την ημέρα της μεγάλης φιέστας και μετά, οπότε εντάθηκαν οι περιπολίες ανάμεσα στο πλήθος που συνωστίζεται για να εισέλθει πια εντός της Αγιάς Σοφιάς, βλέπω ότι ο ο κοσμός πλέον φοράει μάσκα. Το ίδιο διαπιστώνεις και στις ουρές για τα δωρεάν πλαστικά χαλάκια προσευχής μιας χρήσης και το επίσης δωρεάν τσαγάκι (πάντα η λαϊκίστικη κυβέρνηση Ερντογάν προσφέρει το κάτι τις, που μπορεί να είναι από χυμός έως και σαντουϊτσάκι).

IMG-0693.JPG

Στην πόλη η κατάσταση παραμένει η ίδια: οι περισσότεροι δεν φοράνε, ούτε έχουν τη διάθεση να φορέσουν μάσκα, παρότι δεν είναι απλώς  πάμφθηνες (τη συσκευασία 50 μασκών τη βρίσκεις προς τέσσερα ευρώ) αλλά και δήμοι, όπως του Μπέγιογλου, τις μοιράζουν δωρεάν. Το κιόσκι του για τη διανομή μασκών στη αρχή της έρημης από τουρίστες και με κλειστά μαγαζιά τουριστικής Istiklal, στο Taksim, οι ντόπιοι το προσπερνούν ασυγκίνητοι. Παρότι υπάρχει η σχετική ένδειξη σε επιγραφή που εικονίζει μια μάσκα, δεν τηρείται κανένας κανόνας κοινωνικής απόστασης και κανείς δεν φοράει μάσκα. Μόνο στα μεγάλα πολυκαταστήματα πριν μπεις σε θερμομετρούν και επιβάλλεται η μάσκα. Αλλά δεν μπαίνει ψυχή. Η τουρκική αγορά έχει παγώσει.

Οι κάτοικοι της βαρετής πρωτεύουσας, που ανοικοδομείται φρενιασμένα, φοράνε μάσκες στους δρόμους, αλλά όχι στα μπαρ.

Οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί ότι θα εκτιναχθεί η τουριστική κίνηση με τον θρησκευτικό τουρισμό που θα συρρεύσει απ’ τα αραβικά κράτη, λόγω Αγιάς Σοφιάς, διαψεύστηκαν. Μονάχα επαρχιακά βανάκια που έφερναν αυθημερόν ντόπιους από κάθε γωνιά της Τουρκίας έκαναν χρυσές δουλειές τις μέρες που ο τουρκικός Τύπος «έπαιζε» υστερικά ως πρώτο θέμα το «λάφυρο»-βυζαντινό μνημείο.

IMG-1120.JPG

Όλη την ημέρα συναντώ πολύ κόσμο, οργώνοντας το δαιδαλώδες σε βαθμό παραλογισμού οδικό δίκτυο της Πόλης με το αυτοκίνητο, κάνω συνεντεύξεις, γράφω σε καφενεία, εστιατόρια και μπαρ, προτιμώντας το Gagarin (το κριτήριο είναι πάντα το wifi και η πρίζα) ή το ήσυχο γραφείο της τηλεόρασης Ιleri, όπου μου ζητούν ως Ελληνίδα δημοσιογράφο μια συνέντευξη για την Αγ. Σοφιά και προετοιμάζομαι για το βραδινό τηλεοπτικό δελτίο.

Αργότερα, όταν έχω τελειώσει το ρεπορτάζ, προσπαθώ να βρω στα μπαρ των κοσμικών γειτονιών -στο Τζιχάνγκιρ, το Σισλί, το Μπεσίκτας- παρέα με Τούρκους συναδέλφους, ένα τραπέζι. Δύσκολο. Ο κόσμος που κατακλύζει καθημερινά τα στέκια που σερβίρουν αλκοόλ θέλει να συνεχίσει να πίνει και μετά τις 12, ώρα που όλα τα μαγαζιά εστίασης κατεβάζουν ρολά, λόγω πανδημίας. Το κάνει στο όρθιο, παρότι παρανομεί, θυμίζοντας ανάλογα σκηνικά στην Αθήνα. Όσο περνούν οι μέρες, ολοένα και περισσότερο, πείθομαι επικινδύνως ότι στην Τουρκία δεν υπάρχει κορονοϊός.

IMG-1195.JPG

Την ένατη ημέρα αποφασίζω να κάνω μια ηρωϊκή έξοδο ως την Άγκυρα, για να συναντήσω τον άνθρωπο από την τουρκική προεδρία που μου έκανε τη ζωή δύσκολη, αρνούμενος να μου δώσει την εξουσιοδότηση. Όλα τα ρεπορτάζ, τις συνεντεύξεις, τις τηλεοπτικές αναμεταδόσεις τις κάνω στη ζούλα, με κίνδυνο να συλληφθώ, με την κατηγορία-καραμέλα της τουρκικής κυβέρνησης, για κατασκοπία.

Οι κάτοικοι της βαρετής πρωτεύουσας, που ανοικοδομείται φρενιασμένα, φοράνε μάσκες στους δρόμους, αλλά όχι στα μπαρ, όπου το  βράδυ της αφίξεώς μου μια κεφάτη πολυεθνική παρέα με Τούρκους, έναν Δανό, έναν Πορτογάλο, μια Βόσνια, αλλά και μια χαριτωμένη μικροσκοπική ύπαρξη απ’ το Εκουαδόρ, με ενθαρρύνουν να δοκιμάσω τα κοκτέιλ της Άγκυρας. Η Αντρέα από το Quito με αποσβολώνει όταν ξεκινάμε τη συζήτηση, με εκκωφαντική υπόκρουση hard rock επιτυχίες των 70’s, των 80’s και των 90’s. Ο σύντροφός της, μετά από έρευνα αγοράς, κατέληξε να κάνει προς 1.000 μόλις ευρώ μεταμόσχευση μαλλιών στην Άγκυρα. Στις Βρυξέλλες, όπου πλέον ζουν μόνιμα, η ίδια επέμβαση κοστίζει 10.000. Λόγω πανδημίας εγκλωβίστηκαν στην Τουρκία, «αλλά περνάμε πιο τέλεια, δεν θέλουμε να φύγουμε».

IMG-1232.jpg

Τελικά, αποφασίζω να μην κάνω στάση στην Πόλη και να φύγω απευθείας για την Αθήνα. Ακούω τούρκικα μουσικά κανάλια στη διαπασών, πίνοντας σιγά-σιγά τους τέσσερις εσπρέσο που μου έριξε σε ένα βάζο για τη διαδρομή η Ιβάνα, η νέα Βόσνια φίλη που μαγείρεψε, την περασμένη βραδιά, την ωραιότερη arrabiata pasta που έχω δοκιμάσει. Έχει σπουδάζει στην Καλών Τεχνών του Μιλάνο και έχει όλα τα ιταλικά χούγια. Στην Άγκυρα την έφερε ο έρωτάς της για τον Τζεμ, με τον οποίο γνωρίστηκαν στο Σεράγεβο, κάνοντας τους καθολικούς γονείς της έξαλλους. «Δεν ήθελαν να μπλέξω με Τούρκο». Το ζευγάρι άκουγε τις αφηγήσεις μου για τα ευτράπελα που εκτυλίσσονται γύρω από την Αγιά Σοφιά τις τελευταίες μέρες, κάνοντας μορφασμούς. Όταν τους αποχαιρέτισα, ανανεώσαμε το ραντεβού μας συγκινημένοι στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Τζεμ ευελπιστεί να έχει πάρει μετάθεση μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Οδηγώ γρήγορα και σταματάω μόνο για diesel και για τουαλέτα. Σε όλο το το ταξίδι της επιστροφής, πέρα από μια μικρή επίθεση που δέχτηκα στο αυτοκίνητο από μια συμμορία ξυπόλητων παιδιών με πέτρες, σε απομονωμένη φτωχογειτονιά της Πόλης, κίνδυνο ένιωσα μόνο σε μια τουαλέτα στην τουρκική εθνική οδό. Από νταλικέρηδες.

BeFunky Collage.jpg

Στα χωριά πριν τη συνοριακή Ipsala, όπου ο Τούρκος συνοριοφύλακας, μετά τον έλεγχο, μου είπε «έφυγες» στα ελληνικά, απλώνοντας το χέρι του προς Ελλάδα, σταματώ κι αγοράζω καρπούζια και πεπόνια και φωτογραφίζομαι με χαμογελαστούς ντόπιους γέροντες, που ζουν σε έναν άλλο παράλληλο από τις τουρκικές μητροπόλεις. Αν στη θέση των τζαμιών μπουν εκκλησίες, τα χωριουδάκια της περιοχής, οι ασήμαντες, αλλοπρόσαλλες οικοδομές τους, τα φτωχικά καφενεία, τα λαϊκά κουρεία, τα μπακάλικα, θα τα περνούσες για ελληνικά.

Φτάνοντας στο ελληνικό συνοριοφυλάκιο των Κήπων, οι τρεις τελωνιακοί υπάλληλοι -και οι τρεις γυναίκες και πολύ τσαμπουκαλεμένες- κάνουν τα καψώνια που μου έκαναν οι Τούρκοι κατά την είσοδό μου στη χώρα τους. Βγάζουν με γάντια και μάσκες και πετάνε όλα μου τα υπάρχοντα έξω, ψάχνοντας ακόμη και κάτω απ΄ τα χαλάκια. Στην έρευνα του προηγούμενου αμαξιού είχαν φέρει και σκύλο. Εγώ τον σκύλο τον γλίτωσα, αλλά έφαγα πολλή ώρα και σκοτείνιασε. Δεν χρειαζόταν να έχω κάνει -όπως οι Τούρκοι- τεστ δύο ημέρων για τον κορονοϊό, ενώ ερχόμενη από την Τουρκία θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι θετική στον ιό. Περνώντας τον στόλο από νταλίκες στο φυλάκιο, ένα sms με καλοσώριζε στην Ελλάδα, αναγγέλοντας συγχρόνως ότι γίνονται δειγματοληπτικά test covid και υπάρχει η πιθανότητα να υποβληθώ σε 24ωρη καραντίνα.

Τρεις μέρες μετά, όταν έχει βγει τσάρκα το Οruc Reis και τα ελληνικά κανάλια, εν μέσω εθνικιστικών ιαχών, προέβλεπαν θερμό επεισόδιο με τη Τουρκία, μετά από το τρικούβερτο ξενύχτι στομ γάμο Έλληνα με Τουρκάλα από την Άγκυρα, που γνωρίστηκαν στη Βηρυτό, με θέα τον ναό του Σουνίου, ξεκίνησα ξανά για την Κων/πολη με το αμάξι, θέλοντας να αναμεταδώσω και την τελική πράξη του υπερφίαλου σόου του σουλτάνου: τη φιέστα στην Αγιά Σοφιά με την πρώτη μουσουλμανική προσευχή (στις 24/7). Αυτή τη φορά πέρασα εύκολα τα συνοριοφυλάκια κι έζησα ξανά, αλλά στο κρεσέντο τους, όλες τις πράξεις του διχασμού της τουρκικής κοινωνίας για ένα θέμα ήσσονος σημασίας, που ξαφνικά κατάπιε την καυτή επικαιρότητα.

Μόνο οι κοσμικές συνοικίες συνέχισαν να ζουν ατάραχες ακόμη και τις ημέρες των πρώτων προσευχών στην Αγιά Σοφιά την καθημερινότητά τους, πίνοντας γενί ρακί, μπίρα και ουίσκι.

Τίποτα δεν προμηνύει ότι κατά την νέα επιστροφή μου στην Ελλάδα, μέσα από φιδωτούς επαρχιακούς τουρκικούς δρόμους, που διέτρεχαν ατέλειωτα λιβάδια με ηλιοτρόπια, θα εγκλωβιστώ. Δεκάδες αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες βρίσκονται καθηλωμένα στο ελληνικό φυλάκιο. Ρωτάω μια γυναίκα, μόλις σταμάτησε να φωνάζει χωρίς ειρμό στο συνοριοφύλακα, τι συμβαίνει. Όλη η οικογένεια πέρασε το Σάββατο για ψώνια στην Τουρκία. Δεν τους άφηναν να ξαναμπούν στη χώρα, διότι έπρεπε στο μεταξύ να είχαν συμπληρώσει λόγω επανάκαμψης της πανδημίας (δεν απαιτούνταν πάντως test covid) μια μέρα νωρίτερα ηλεκτρονικά την φόρμα που ανάρτησε πριν από δύο μέρες η ελληνική κυβέρνηση στην ιστοσελίδα της. Χωρίς τον κωδικό που θα λαμβάναν με μέιλ δεν επιτρεπόταν να επαναπατριστούν.

Συζητώ με μια ηλικιωμένη απ’ τους Έλληνες της Ξάνθης που έχουν «κολλήσει» στα σύνορα και φοράει μάσκα καθισμένη σε ένα πεζούλι μαζί με τις έφηβες εγγονές της, για τα επίπεδα της πανδημίας στην πόλη τους. «Δεν μας φέρανε τον κορονοϊό οι Βαλκάνιοι, όπως λένε, αλλά οι δικοί μας που ήρθαν για διακοπές από τη Γερμανία, την Ολλανδία και το Βέλγιο», με διαφωτίζει.

Στα διόδια της Εγνατίας ρωτάω πάντα αν περνάνε ακόμη Βαλκάνιοι ή το κλείσιμο των συνόρων έχει ανακόψει τις ροές. Όλοι οι υπάλληλοι απαντούν καταφατικά, χωρίς περεταίρω υπονοοούμενο, πλην ενός, που ξεστομίζει  «Ο Θέος βοηθός!», κουνώντας το κεφάλι. Αναγκάζομαι να βγω στην έξοδο προς Ξάνθη για να βρω βενζινάδικο -κοτζάμ Εγνατία δεν έχει ούτε ένα- και στο πρώτο καφέ συναντώ μια οικογένεια από τη Ρουμανία. Με πιάνουν τα γέλια.

Από την ελληνική ειδησεογραφία η Αγιά Σοφιά έχει υποχωρήσει. Μόλις πιάνω τουρκικό ραδιοσταθμό, προσπερνώντας την Καβάλα, «πατάει» η ΕΡΑ. Βρήκαμε νέο κοσκινάκι, διαπιστώνω: «Ένα βήμα πριν το θερμό επεισόδιο» με την Τουρκία, για τις παράνομες έρευνές της εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Έλληνες δημοσιογράφοι κι αναλυτές φωνασκούν στα ερτζιανά κατά της τουρκικής προκλητικότητας και του μανιακού Ερντογάν.

«Στην τουρκική ειδησεογραφία δεν υπάρχει η Ελλάδα. Ήταν εξαίρεση αυτό που συνέβη με την Αγ. Σοφιά. Στην ελληνική υπάρχει καθημερινά η Τουρκία. Είτε υπάρχει είτε όχι αντικειμενικός λόγος. Δεν είναι υπερβολή;», με ρωτούσε πριν τρεις βραδιές ο Τούρκος ρεπόρτερ Μέριτς Σενιούζ, αναλύοντάς μου τις παρανοϊκές βλέψεις της Τουρκίας από τη Συρία ως τη Λιβύη, στον παγκόσμιο χάρτη, που έχει κολλήσει πάνω από τον καναπέ του σαλονιού του, αποκαθηλώνοντας έναν abstrait πίνακα, που ποτέ, όπως είπε, δεν του άρεσε.

Πηγή: https://www.vice.com

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας