Εθνικά Θέματα Κυρίως Θέμα

Το τζαμί, το φράγμα και ο πολιτισμικός πόλεμος του Ερντογάν που διευρύνεται

Η συνδεδεμένη μοίρα δύο τοποθεσιών πολιτιστικής κληρονομιάς στην Τουρκία

Nick Danforth*

Ο πολιτιστικός πόλεμος του Ερντογάν ορίζει την πίστη, τον εθνικισμό και την υλική πρόοδο ως μέρος ενός αγώνα μηδενικού αθροίσματος με τους αντιπάλους του στο εξωτερικό και εγχωρίως. Είναι μια κοσμοθεωρία που αντηχεί σε πολλούς ψηφοφόρους.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η τουρκική κυβέρνηση έχει φλερτάρει με την διεθνή καταδίκη για τον χειρισμό της μοναδικής πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Στις αρχές Ιουλίου, ανερχόμενα νερά από ένα νέο φράγμα πλημμύρισαν τον αρχαιολογικό χώρο της Hasankeyf, οδηγώντας τους New York Times να δηλώσουν [1] ότι η αρχαία κοιλάδα είχε «χαθεί λόγω της “προόδου”». Αμέσως μετά, ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ανακοίνωσε ότι η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης -η αρχαία εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί και μετά μετατράπηκε σε μουσείο- θα μετατραπεί πάλι σε τζαμί. Οι επικριτές ανησυχούν για το τι θα σημαίνει αυτό για τα περίτεχνα βυζαντινά ψηφιδωτά του κτηρίου [2], επισημαίνοντας το αυξανόμενο υλικό τίμημα των θρησκευτικών και αυταρχικών πολιτικών του Ερντογάν.

Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν καλωσορίζει την διεθνή καταδίκη. Παίρνει δύναμη από την συνεχή διαμάχη του με εγχώριους και ξένους εχθρούς, και οι μάχες για την Hasankeyf και την Αγία Σοφία τροφοδοτούν την στάση του της αγανάκτησης και του παραπόνου. Ο Ερντογάν παρουσίασε την επαναμετατροπή της Αγίας Σοφίας όχι μόνο ως πράξη ευσέβειας ή ως την διόρθωση μιας ιστορικής αδικίας, αλλά ως υπεράσπιση της κυριαρχίας της Τουρκίας. Στην περίπτωση της Χασάνκιφ, ο Ερντογάν πρότεινε ότι οι επικριτές αντιτίθενται στην δημιουργία του φράγματος όχι επειδή ανησυχούν για την πολιτιστική κληρονομιά ή το περιβάλλον, αλλά επειδή δεν θέλουν να ευημερήσει η Τουρκία.

Ο πολιτιστικός πόλεμος του Ερντογάν [3] ορίζει την πίστη, τον εθνικισμό και την υλική πρόοδο ως μέρος ενός αγώνα μηδενικού αθροίσματος με τους αντιπάλους του στο εξωτερικό και εγχωρίως. Είναι μια κοσμοθεωρία που αντηχεί σε πολλούς ψηφοφόρους. Ωστόσο, δεν έχει κάνει πολλά για να βελτιώσει την οικονομία της Τουρκίας, ενώ αφήνει την χώρα ολοένα και πιο καταπολεμούμενη στις σχέσεις της με τους γείτονές της. Η μαχητικότητα του προέδρου παράγει μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: κατηγορεί τις εξωτερικές και τις ξένες δυνάμεις για τα προβλήματα που δημιουργούνται από την δική του επίμονη δημιουργία εχθρών του έθνους.

ΤΖΑΜΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ

Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός έχτισε την Αγία Σοφία τον έκτο αιώνα ως μέγα σύμβολο αυτοκρατορικής πίστης και ισχύος. Αφού οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1453, ο Σουλτάνος Μεχμέτ Β’ μετέτρεψε τον καθεδρικό ναό σε τζαμί για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Το 1934, ο Τούρκος πρόεδρος Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος είχε ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη αφού νίκησε βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις, διέταξε το κτίριο να μετατραπεί σε μουσείο. Η πράξη είχε σκοπό να αναδείξει την κοσμική προοπτική της νέας τουρκικής δημοκρατίας, καθώς και να επικαλεστεί μια αίσθηση κοινών πολιτιστικών και πολιτισμικών αξιών με τις Δυτικές δυνάμεις που η Τουρκία μόλις είχε νικήσει. Αλλά πολλοί Ισλαμιστές και συντηρητικοί εθνικιστές απεχθάνονταν βαθιά αυτήν την απόφαση˙ η απο-ιεροποίηση της Αγίας Σοφίας ήταν προσβολή για τη μουσουλμανική ταυτότητα της Τουρκίας και μια δωροδοκία για τους Δυτικούς εχθρούς της Τουρκίας.

Όταν ανακοίνωσε το νέο καθεστώς της Αγίας Σοφίας [4], ο Ερντογάν χαρακτήρισε το κτίριο ως «η κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας». Ωστόσο, το υπόλοιπο της ομιλίας του διαβαζόταν σαν μια προειδοποίηση ενάντια σε οποιονδήποτε μπορεί να πάρει αυτή την φράση πολύ κυριολεκτικά. Επέμεινε ότι η αμφισβήτηση της απόφασής του να μετατρέψει την Αγία Σοφία ήταν επίθεση εναντίον των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας, όχι διαφορετική από την αμφισβήτηση της σημαίας της ή των συνόρων της. Λίγες μέρες αργότερα, απάντησε [5] στην κριτική από την ελληνική και την αμερικανική κυβέρνηση λέγοντας ότι η επίπληξή τους ήταν «ισοδύναμη με μια άμεση επίθεση στην κυριαρχία μας».

Για να τονίσει περαιτέρω τη νέα του συγχώνευση της πίστης και της τουρκικής κυριαρχίας, ο Ερντογάν επέλεξε μια συμβολικά σημαντική ημέρα –την 24η Ιουλίου- για να πραγματοποιήσει τις πρώτες επίσημες προσευχές στην επαναμετατραπείσα [σε τζαμί] Αγία Σοφία. Οι Συμμαχικές δυνάμεις υπέγραψαν την Συνθήκη της Λωζάνης εκείνη την ημερομηνία το 1923, αναγνωρίζοντας την εμφάνιση μιας ανεξάρτητης, σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας υπό την ηγεσία του Ατατούρκ. Όπως γράφτηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Ατατούρκ, οι παραδοσιακοί απολογισμοί της τουρκικής ιστορίας παρουσίασαν την Λωζάνη ως τον νομικό [έγγραφο] τίτλο της τουρκικής δημοκρατίας και την καθιέρωση της σκληρά κερδισμένης κυριαρχίας της. Με το να κάνει προσευχές στην Αγία Σοφία σε αυτήν την επέτειο, ο Ερντογάν απέρριψε και αναθεώρησε αυτόν τον απολογισμό. Υπονοούμενη στην αφήγηση του Ατατούρκ ήταν η ιδέα ότι έκανε την Αγία Σοφία μουσείο αφότου απελευθέρωσε την Τουρκία από τους Ευρωπαίους κατακτητές που θα είχαν μετατρέψει το κτίριο σε εκκλησία. Υπονοούμενη στην αφήγηση του Ερντογάν είναι η ιδέα ότι η ίδια η εκκοσμίκευση του Ατατούρκ αντιπροσώπευε ένα είδος συνεχιζόμενης ξένης κατοχής. Για τον Ataturk, με άλλα λόγια, η εκκοσμίκευση ήταν αναπόσπαστο μέρος της εγκαθίδρυσης της τουρκικής κυριαρχίας. Για τον Ερντογάν, η τουρκική κυριαρχία παραμένει τμηματική έως ότου η θρησκεία αποκατασταθεί στην δικαιωματική θέση της.

Ο Ερντογάν έχει ανησυχήσει τους γείτονες της Τουρκίας στο παρελθόν, υποστηρίζοντας ότι η κυριαρχία της χώρας του εξακολουθεί να είναι ελλιπής. Ο πρόεδρος έχει επικρίνει τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης, ενώ επικαλείται επίσης τα «πνευματικά σύνορα» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περιγράφει ένα ευρύ τμήμα της ανατολικής Μεσογείου ως «γαλάζια πατρίδα» της Τουρκίας. Σε συνδυασμό με τις πρόσφατες τουρκικές στρατιωτικές αποστολές σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία, αυτή η ρητορική βοήθησε να φέρει μια σειρά περιφερειακών κρατών –συμπεριλαμβανομένων της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων– σε μια βαθύτερη ευθυγράμμιση εναντίον της Άγκυρας. Αυτός ο σχηματισμός με την σειρά του ενίσχυσε την πεποίθηση της Άγκυρας ότι πρέπει να υπερασπιστεί την τουρκική κυριαρχία ενάντια στην εχθρική περικύκλωση.

ΦΡΑΓΜΑ ΣΤΟΥΣ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ

Η υπόθεση της Χασάνκιφ μπορεί να είναι λιγότερο γνωστή από εκείνη της Αγίας Σοφίας, αλλά αποκαλύπτει εξίσου την επιθετική πολιτική του Ερντογάν. Φωλιασμένη κατά μήκος του ποταμού Τίγρη, η Hasankeyf προσέφερε στους επισκέπτες μια γραφική συσσώρευση τζαμιών, τάφων, οχυρώσεων και άλλων αρχιτεκτονικών μνημείων που χτίστηκαν από μια σειρά αυτοκρατοριών επί χιλιετίες συνεχούς ανθρώπινης κατοίκησης. Η κριτική για το έργο του φράγματος [6] έχει εντατικοποιηθεί καθώς τα νερά που μαζεύονται έχουν ανέβει τα τελευταία χρόνια, αλλά η Άγκυρα ανταποκρίθηκε με όλο και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα να προχωρήσει.

Τα φράγματα εκτόπιζαν πάντα ανθρώπους και έβλαπταν το περιβάλλον -αλλά για δεκαετίες ήταν επίσης σύμβολα ανάπτυξης και εκδημοκρατισμού. Οι πρώτες ελεύθερα εκλεγμένες κυβερνήσεις της Τουρκίας έχτιζαν φράγματα με την ενθουσιώδη υποστήριξη Αμερικανών συμβούλων κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Τούρκος πρόεδρος Celal Bayar επισκέφθηκε το φράγμα Hoover το 1954 και ο μελλοντικός πρωθυπουργός Suleyman Demirel σπούδασε υδραυλική μηχανική ως υπότροφος του Eisenhower στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια εποχή που πολλοί Αμερικανοί είδαν την Αρχή της Κοιλάδας του Τενεσί (Tennessee Valley Authority) ως καθοριστικό παράδειγμα της δέσμευσης του προέδρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ στην αγροτική ανάπτυξη, οι Τούρκοι πολιτικοί έχτισαν επίσης φράγματα για να κερδίσουν ψήφους από χωρικούς απελπισμένους για άρδευση και ηλεκτρισμό.

Το φράγμα που πλημμύρισε την Hasankeyf ήταν μέρος του Έργου της Νοτιοανατολικής Ανατολίας [7], ένα σχέδιο δεκαετιών με το οποίο οι Τούρκοι αξιωματούχοι ήλπιζαν να μετριάσουν τον κουρδικό σεπαρατισμό αναπτύσσοντας την περιοχή όπου ζούσαν οι Κούρδοι. Η προσέγγιση ήταν σίγουρα πιο ειρηνική από την βίαιη καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων από την κυβέρνηση, αλλά παρά ταύτα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την ευημερία ως αντίδοτο για την άρνηση των πολιτιστικών και γλωσσικών δικαιωμάτων. Από τότε που ήρθε στην εξουσία το 2002, ο Ερντογάν και το κόμμα του έχουν ομοίως μιλήσει σχετικά με το να κερδίσουν Κούρδους ψηφοφόρους μέσω της πολιτικής ανάπτυξης. Ωστόσο, αυτή η ρητορική έχει αποδειχθεί κούφια τα τελευταία τέσσερα χρόνια, καθώς ο Ερντογάν συστηματικά [8] συνέλαβε Κούρδους βουλευτές και αντικατέστησε εκλεγμένους Κούρδους δημάρχους με διορισμένους από την κυβέρνηση.

01082020-2.jpg

Ένας φρουρός δίπλα στον ποταμό Τίγρη στην Χασάνκιφ της Τουρκίας, τον Φεβρουάριο του 2020. Murad Sezer / Reuters
———————————————————

Τα τελευταία χρόνια, μεγάλης κλίμακας φράγματα όπως αυτό της Hasankeyf, δέχτηκαν κριτική από Τούρκους φιλελεύθερους και περιβαλλοντολόγους, οι οποίοι αμφισβητούν τα πρακτικά τους οφέλη και υποστηρίζουν ότι αυτά τα οφέλη είναι απίθανο να προκύψουν στους ίδιους ανθρώπους που εκτοπίζονται από τα φράγματα. Ο Ερντογάν, με την σειρά του, απάντησε επιθετικά: οι Αρχές συνέλαβαν έναν ξένο δημοσιογράφο που επισκεπτόταν την Χασάνκιφ, συνέλαβαν περιβαλλοντικούς διαδηλωτές και, ευρύτερα, χαρακτήρισαν τους αντιπάλους του έργου ως τρομοκράτες και ξένους πράκτορες.

Έτσι, το φράγμα, όπως και πολλά άλλα αναπτυξιακά έργα, έχει γίνει πιο σημαντικό για αυτό που σηματοδοτεί παρά για ό, τι πραγματικά επιτυγχάνει. Ο Ερντογάν έχει επιδιώξει τεράστια κατασκευαστικά έργα, όπως η κατασκευή του μεγαλύτερου αεροδρομίου στον κόσμο στην Κωνσταντινούπολη και η εκσκαφή ενός καναλιού που θα συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με την Θάλασσα του Μαρμαρά, προκειμένου να αποδείξει την ισχύ της Τουρκίας, παρόλο που τα πλεονεκτήματα αυτών των έργων δεν είναι καθόλου σαφή. Ο Ερντογάν ελπίζει ότι η συμβολική απήχηση [9] τέτοιων έργων -που εμφανίζει την Τουρκία ως ισχυρό και ανεξάρτητο παράγοντα στην παγκόσμια σκηνή- θα καταστήσει τα ερωτήματα σχετικά με το κόστος τους πέραν συζητήσεων. Για παράδειγμα, οι επικριτές δυσφόρησαν για την τιμή και την ασφάλεια του νέου αεροδρομίου της Κωνσταντινούπολης, αλλά ο φιλοκυβερνητικός Τύπος έκανε το να αποδειχθούν αυτοί οι επικριτές λάθος, μέρος του ίδιου του σκοπού του έργου. Όπως ανακοίνωσε ένα έγγραφο [10] πριν από τα εγκαίνια του αεροδρομίου το 2018: «Το έργο που είπαν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει, ανοίγει επίσημα αύριο».

ΠΥΡΡΕΙΕΣ ΝΙΚΕΣ

Η μαχητική ρητορική του Ερντογάν έχει αποδειχθεί αποτελεσματική εν μέρει λόγω της επιτυχίας του να διαλέγει τις σωστές μάχες, και στην συνέχεια να πολεμά μέχρι να ολοκληρωθούν. Ερωτηθείς για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας, ένας εξέχων ηγέτης της εθνικιστικής αντιπολίτευσης παραδέχτηκε την έκπληξή του [11]: «Είναι η πρώτη φορά που έκανα λάθος. Είπα ότι ο Ερντογάν δεν θα ανοίξει ποτέ την Αγία Σοφία για προσευχή … έκανα λάθος. Αφήστε το να είναι ευλογημένο. Τα συγχαρητήριά μου στον κ. Ερντογάν». Οι αντίπαλοι υποδηλώνουν τακτικά ότι οι παλληκαρισμοί του Ερντογάν είναι απλώς για επίδειξη, μέρος μιας κυνικής προσπάθειας να κερδίσει ψήφους. Αλλά το γεγονός ότι συχνά κάνει τα λόγια έργα, προσδίδει στον πρόεδρο υποστήριξη. Για παράδειγμα, το 2019, πολλοί από τους εγχώριους και διεθνείς επικριτές του Ερντογάν δεν πίστευαν ότι θα προχωρούσε με το σχέδιό του να αγοράσει ρωσικούς πυραύλους αεροπορικής άμυνας, επιμένοντας ότι τελικά θα υποκύψει στην πίεση των ΗΠΑ. Οι επικριτές εξακολουθούν να αναρωτιούνται για το σκεπτικό για ένα οπλικό σύστημα 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων που βρίσκεται επί του παρόντος σε αποθήκες, το οποίο ενδέχεται να επιφέρει κυρώσεις από τις ΗΠΑ, και που η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αμυνθεί ενάντια σε ρωσικές επιθέσεις (όπως οι αεροπορικές επιθέσεις που σκότωσαν 33 Τούρκους στρατιώτες στην Idlib την περασμένη άνοιξη). Ωστόσο, το προκλητικό σχέδιο του Ερντογάν εξασφάλισε ότι η ίδια η πράξη του να προχωρήσει με την αγορά έμοιαζε με νίκη [12], ακόμη και στα μάτια των επικριτών του.

Το μυστήριο είναι πόσο καιρό τέτοιες νίκες θα είναι αρκετές για τους Τούρκους ψηφοφόρους -και τι θα κάνει ο Ερντογάν όταν πάψουν να είναι. Η οικονομία της Τουρκίας καταρρέει, οι τιμές αυξάνονται και το νόμισμά της εξασθενεί. Ο Ερντογάν μέχρι στιγμής κατάφερε να διατηρήσει την μικρή του πλειοψηφία λογοκρίνοντας και συλλαμβάνοντας τους αντιπάλους του, ενώ ξαναγράφει τους εκλογικούς κανόνες υπέρ του. Αλλά αν η πραγματική βάση των υποστηρικτών του διαβρώνεται τόσο γρήγορα όσο προτείνουν ορισμένες δημοσκοπήσεις [13], ακόμη και αυτά τα αντιδημοκρατικά μέτρα ενδέχεται να μην είναι πλέον αρκετά. Οι προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές προγραμματίζονται επί του παρόντος για το 2023. Τα επόμενα χρόνια, οι ψηφοφόροι θα έχουν αναμφίβολα περισσότερα τζαμιά και μεγάλα έργα και ατελείωτες τριβές στην ανατολική Μεσόγειο. Τότε θα πρέπει να αποφασίσουν το εάν αυτές οι μάχες αποτελούν την πηγή ή την λύση στα προβλήματά τους.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο NICK DANFORTH είναι υπότροφος George F. Kennan στο Ινστιτούτο Kennan του Κέντρου Wilson.

Photo: Ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετέχει στις προσευχές της Παρασκευής στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, τον Ιούλιο του 2020. Murat Cetinmuhurdar / Turkish Presidential Press Office / Reuters
—————————————————–
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας