Άμυνα Διπλωματία

Το βασικό εισόδημα έχει δυναμική

Πώς η πανδημία έφερε μια περιθωριακή ιδέα στη μόδα

Evelyn L. Forget*

Το να βλέπεις το βασικό εισόδημα ως δαπάνη είναι ο λανθασμένος τρόπος να το δεις. Είναι μια επένδυση στο είδος της κοινωνίας που θέλουν οι άνθρωποι, αυτή που εκτιμά και επενδύει στην υγεία, την εκπαίδευση και την ασφάλειά τους. Οι αποδόσεις αυτής της επένδυσης δεν είναι μόνο στην υψηλότερη ποιότητα ζωής αλλά και οικονομικές.

Το βασικό εισόδημα -μια τακτική, χωρίς προϋποθέσεις πληρωμή που διανέμεται από την κυβέρνηση- είναι μια παλιά ιδέα. Ο Thomas More έγραψε για αυτό κατά την Αναγέννηση στο βιβλίο του «Ουτοπία», και ο Thomas Paine κήρυξε τα πλεονεκτήματά του όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν στα σπάργανα. Αλλά η ιδέα δεν απέκτησε ποτέ την αποδοχή της κύριας τάσης. Παρόλο που οι κοινωνικοί επιστήμονες είχαν δοκιμάσει από καιρό τις επιπτώσεις ενός βασικού εισοδήματος με πιλοτικά σχέδια σε όλο τον κόσμο, ήταν εύκολο να φανταστεί κανείς ότι οι κυβερνήσεις που επέτρεπαν αυτά τα πειράματα ήλπιζαν ότι ο δημόσιος ενθουσιασμός θα μπορούσε να εξαφανιστεί την στιγμή που θα συλλέγονταν τα αποτελέσματα. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (International Labor Organization. ILO), ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας [1] και, ιδιαίτερα, η Παγκόσμια Τράπεζα [2] έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον για το βασικό εισόδημα. Ποτέ, ωστόσο, η ιδέα δεν έκανε το άλμα από τις λευκές βίβλους [στμ: εκθέσεις για συγκεκριμένο ζήτημα] στην πραγματική πολιτική.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος υποστηρικτής του βασικού εισοδήματος ήταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία του 2020, Andrew Yang. Ως μια λύση στην διαρθρωτική ανεργία που προκαλείται από τον αυτοματισμό, ο Γιανγκ πρότεινε κάθε Αμερικανός ενήλικας να λαμβάνει μηνιαία επιταγή 1.000 δολαρίων. Το ονόμασε «Μέρισμα Ελευθερίας» και αποτελούσε σημαντικό μέρος της πλατφόρμας του. Όμως στις 11 Φεβρουαρίου, έχοντας λάβει μόλις το 2,8% των ψήφων στις προκριματικές του Νιού Χάμσαϊρ, ο Γιανγκ αποχώρησε από τον αγώνα. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την ιδέα του δεν φαινόταν να προκαλεί έκπληξη. Στις περισσότερες χώρες με υψηλό εισόδημα, ήταν δίκαιο να πούμε ότι ένα βασικό εισόδημα είχε μια λατρευτική ακολουθία, δημοφιλές μόνο στα είδη των ανθρώπων που διάβαζαν θεωρητικές μυθοπλασίες και φορούσαν μπλουζάκια με αθλητικά αστεία μεταμφιεσμένα σε μαθηματικές εξισώσεις. Ήταν κάτι περιθωριακού ενδιαφέροντος.

Στην συνέχεια ήρθε η πανδημία. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, αφού η [ασθένεια] COVID-19 ανάγκασε τις κυβερνήσεις να κλείσουν ολόκληρες οικονομίες, οι ηγέτες σε όλο τον κόσμο συνειδητοποίησαν ότι τα υπάρχοντα προγράμματα παροχών δεν ανταπεξέρχονταν στο καθήκον να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες ενώ δεν εργάζονταν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και οι συντηρητικοί παρατάσσονταν για να υποστηρίξουν άνευ όρων επιχορηγήσεις σε μετρητά. Ο γερουσιαστής Mitt Romney, Δημοκρατικός της Γιούτα, πρότεινε [3] να σταλεί σε κάθε Αμερικανό ενήλικα μια εφάπαξ πληρωμή 1.000 δολαρίων. Το Κογκρέσο πέρασε γρήγορα ένα τεράστιο πακέτο τόνωσης [της οικονομίας], το οποίο διέθεσε πληρωμές έως 1.200 δολαρίων σε άτομα κάτω από ένα ορισμένο όριο εισοδήματος, επέκτεινε την κατηγορία των ατόμων που είναι επιλέξιμα για επίδομα ανεργίας και πρόσθεσε επιπλέον 600 δολάρια σε κάθε εβδομαδιαία επιταγή [επιδόματος] ανεργίας. Σε λιγότερο από έναν μήνα, μια ιδέα που σχεδόν όλοι οι πολιτικοί θεωρούσαν ως εκκεντρική είχε -σε προσωρινή, μερική μορφή- γίνει πραγματική πολιτική.

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Αυτό που άλλαξε, φυσικά, ήταν η πολιτική. Σε κανονικές εποχές, οι άνεργοι [4] δύσκολα αποτελούν σημαντικό εκλογικό σώμα, αλλά η πανδημία αύξησε δραματικά τον αριθμό των ατόμων χωρίς δουλειά και οι πολιτικοί θεώρησαν ότι έπρεπε να ανταποκριθούν. Καθώς ξεκίνησαν τα lockdown και οι επιχειρήσεις έκλεισαν, άνθρωποι που δεν περίμεναν ποτέ να χρειαστούν κυβερνητική βοήθεια άρχισαν να πανικοβάλλονται όταν χάθηκαν οι μισθοί τους. Πολλοί στράφηκαν σε καθιερωμένα κοινωνικά προγράμματα και ανακάλυψαν ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις -επειδή εργάζονταν με μερική απασχόληση, ήταν αυτοαπασχολούμενοι ή εργάζονταν στην gig economy [στμ: εργασία μέσω διαδικτυακών πλατφορμών]. Όσοι όντως πληρούσαν τις προϋποθέσεις διαπίστωσαν ότι το επίπεδο των παροχών για τις οποίες ήταν επιλέξιμοι δεν πλησίαζε τα βασικά έξοδά τους.

Αντιμετωπίζοντας εκατομμύρια αιτούντες που δεν χρειάστηκαν ποτέ άλλοτε υποστήριξη, τα συστήματα πρόνοιας κατακλύστηκαν. Η πανδημία αποκάλυψε τον βαθμό στον οποίο η ασφάλιση ανεργίας και άλλα κοινωνικά προγράμματα δεν κατάφεραν να συμβαδίσουν με την εξέλιξη της αγοράς εργασίας. Σε όλο τον κόσμο, οι δημόσιοι υπάλληλοι επιφορτίστηκαν με τον σχεδιασμό προσωρινών προγραμμάτων που εκτυλίχθηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες -μερικά πιο επιτυχημένα από άλλα. Πολλές υψηλού εισοδήματος χώρες έκαναν κέντρο της απάντησής τους τις παροχές μετρητών σε άτομα. Τον Ιούνιο, η Ισπανία [5] παρουσίασε ένα πρόγραμμα που προσέφερε μηνιαίες πληρωμές περίπου 1.100 δολαρίων σε φτωχά νοικοκυριά. Τον Αύγουστο, η Γερμανία [6] ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στο οποίο 120 Γερμανοί θα λάβουν 1.400 δολάρια το μήνα για τρία χρόνια. Χωρίς καμία πρόθεση να το πράξουν, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν να πειραματίζονται με διάφορες μορφές βασικού εισοδήματος.

Τα δημοσιονομικά γεράκια είχαν από καιρό υποστηρίξει ότι τα πιο γενναιόδωρα κοινωνικά προγράμματα ήταν απλά πολύ ακριβά για να χρηματοδοτηθούν και πολύ περίπλοκα για να τύχουν διαχείρισης, αλλά αυτό αποκαλύφθηκε ότι είναι αναληθές. Ο Καναδάς είχε λειτουργικό ένα γενναιόδωρο επίδομα αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης μόλις δύο εβδομάδες αφότου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας [7] κήρυξε την COVID-19 ως πανδημία. Το πρόγραμμα κάλυψε όχι μόνο άτομα που έχασαν την δουλειά τους ή είχαν μειώσει τις ώρες [εργασίας] τους λόγω του κλεισίματος [της οικονομίας], αλλά και εκείνους που δεν μπορούσαν να εργαστούν επειδή ήταν σε καραντίνα ή φρόντιζαν τα παιδιά τους. Οι εργαζόμενοι στην gig economy και οι αυτοαπασχολούμενοι ήταν επιλέξιμοι. Οι χρήστες θα μπορούσαν να κάνουν αίτηση στο διαδίκτυο ή μέσω τηλεφώνου μέσα σε λίγα λεπτά και οι πληρωμές κατατίθεντο απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των παραληπτών εντός ημερών.

Ούτε το καναδικό πρόγραμμα [8] ούτε τα αντίστοιχά του σε άλλες χώρες είναι πραγματικά βασικά εισοδήματα. Όλα σχεδιάστηκαν για να είναι προσωρινά, και ουσιαστικά όλα τους απαιτούσαν τους από τους παραλήπτες να έχουν εργαστεί τους προηγούμενους 12 μήνες, ένας κανόνας που αποκλείει τους μακροχρόνια άνεργους και τα άτομα με αναπηρία. Αλλά με το μεγαλύτερο μέγεθός τους, τις χαλαρότερες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, την χωρίς προβλήματα διαδικασία υποβολής αιτήσεων, και την υποκείμενη εμπιστοσύνη στους παραλήπτες να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις, τα προγράμματα θύμιζαν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά ενός βασικού εισοδήματος.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ

Το πραγματικό βασικό εισόδημα δεν είναι ένα βραχυπρόθεσμο επίδομα έκτακτης ανάγκης, αλλά ένα μόνιμο πρόγραμμα που προσφέρει μια προβλέψιμη πληρωμή. Υπάρχουν δύο κύριες μορφές. Η πρώτη είναι ένα καθολικό βασικό εισόδημα, το οποίο πληρώνει σε όλους το ίδιο ποσό σε τακτική βάση και εξαρτάται από ένα προοδευτικό φορολογικό σύστημα για την ανάκτηση ορισμένων από τις πληρωμές από τους υψηλόμισθους. Το δεύτερο είναι ένα εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα, το οποίο πληρώνει τους υψηλόμισθους λιγότερο (και καθόλου αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή). Αλλά και οι δύο τύποι έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίζουν ότι όλοι στην κοινωνία έχουν αρκετά χρήματα για να ζήσουν μια μαζεμένη αλλά αξιοπρεπή ζωή. Αμφότεροι δεν απαιτούν από τους ανθρώπους να παρουσιάσουν ένα ιστορικό αμειβόμενης εργασίας, να αποδείξουν ότι αναζητούν εργασία ή να συμμετάσχουν σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης [9].

Το βασικό εισόδημα δεν αντικαθιστά τις κοινωνικές υπηρεσίες˙ τα άτομα με αναπηρίες ή εθισμούς χρειάζονται ακόμη ειδική υποστήριξη και όλοι χρειάζονται υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση. Το βασικό εισόδημα είναι απλώς χρήματα, αλλά αυτό είναι το πλεονέκτημά του έναντι άλλων προγραμμάτων στήριξης του εισοδήματος. Με ένα βασικό εισόδημα, το μόνο που έχουν να κάνουν οι κυβερνήσεις είναι να μεταφέρουν μετρητά σε ανθρώπους. Αυτή είναι μια πολύ πιο αποτελεσματική μέθοδος υποστήριξης από πολλά από τα περίπλοκα, γραφειοκρατικά συστήματα που ισχύουν σήμερα. Ένα βασικό εισόδημα έχει ένα άλλο πλεονέκτημα έναντι των υπαρχόντων προγραμμάτων: δεν υποτίθεται ότι γνωρίζει τι χρειάζεται κάποιος. Σκεφτείτε το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Διατροφικής Βοήθειας (Supplemental Nutrition Assistance Program) της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το οποίο παρέχει χρήματα που μπορούν να δαπανηθούν μόνο για φαγητό. Η υποκείμενη υπόθεση είναι ότι οι άνθρωποι θα λάβουν κακές αποφάσεις εάν αφεθούν στην δική τους κρίση. Η υπόθεση του βασικού εισοδήματος, αντιθέτως, είναι ότι η άμεση αιτία της φτώχειας είναι η έλλειψη χρημάτων, και έτσι η κυβέρνηση πρέπει να λύσει αυτό το πρόβλημα και να αφήσει τους ανθρώπους να αποφασίσουν από μόνοι τους πώς να τα ξοδέψουν.

Όταν το κάνουν, αρχίζουν να συμβαίνουν καλά πράγματα. Κατ’ αρχήν, οι άνθρωποι γίνονται πιο υγιείς. Η πρώτη μου εφόρμηση [στο ζήτημα σχετικά με] το βασικό εισόδημα ήταν μια επανεξέταση του Πειράματος του Βασικού Ετήσιου Εισοδήματος στη Manitoba (Manitoba Basic Annual Income Experiment) ή Mincome, το οποίο προσέφερε ένα βασικό εισόδημα από το 1975 έως το 1978. Διαπίστωσα ότι τα άτομα που έλαβαν βασικό εισόδημα χρησιμοποίησαν τα νοσοκομεία κατά 8,5% λιγότερο [10] από εκείνα που δεν έπαιρναν. Η μείωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μειωμένη ζήτηση για υπηρεσίες ψυχικής υγείας: λιγότερα άτομα επισκέφθηκαν οικογενειακούς γιατρούς παραπονούμενα για κατάθλιψη, άγχος, διαταραχές ύπνου ή οικογενειακή δυσλειτουργία. Άλλες μελέτες έχουν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα. Για παράδειγμα, σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε στο Μαλάουι το 2008–9, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όταν οι οικογένειες λάμβαναν τακτικές πληρωμές σε μετρητά, τα ποσοστά μετάδοσης του HIV μειώνονταν [11], πιθανώς επειδή λιγότερα έφηβα κορίτσια εμπλέκονταν σε σεξουαλική εργασία.

Υπάρχει επίσης λόγος να πιστεύουμε ότι ένα βασικό εισόδημα θα μπορούσε να μειώσει το έγκλημα. Οι κοινωνιολόγοι έχουν συνδέσει εδώ και καιρό την φτώχεια με το έγκλημα, και πολλά από τα πιο κοινά αδικήματα -κλοπή και διακίνηση ναρκωτικών- έχουν ένα οικονομικό κίνητρο πίσω από αυτά. Κατά την διάρκεια του πειράματος Mincome, το έγκλημα μειώθηκε κατά 15% [12] στη μικρή αγροτική πόλη που χρησίμευσε ως χώρος δοκιμής όπου όλες οι οικογένειες ήταν επιλέξιμες να συμμετάσχουν. Η κοινότητα κατέγραψε όχι μόνο λιγότερα εγκλήματα ιδιοκτησίας αλλά και λιγότερη βία.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρήματα εναντίον ενός βασικού εισοδήματος είναι ότι θα αποθαρρύνει την εργασία, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό. Σκεφτείτε ξανά το πείραμα Mincome. Οι πληρωμές ήταν σχετικά μέτριες, με μια τετραμελή οικογένεια που δεν είχε άλλο εισόδημα να λαμβάνει περίπου 15.000 δολάρια ετησίως σε τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ. Το πείραμα, το οποίο προοριζόταν για να φανεί αν αυτοί που έλαβαν βασικό εισόδημα δούλευαν λιγότερο, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι δεν το έκαναν.

Δύο ομάδες, ωστόσο, μείωσαν τις ώρες τους, αλλά ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι που κάποιος θα ήλπιζε ότι θα απομακρύνονταν προσωρινά από την αγορά εργασίας. Η μια ήταν νέες μητέρες, οι οποίες χρησιμοποίησαν το επίδομα για να περάσουν μεγαλύτερο διάστημα μητρότητας για την φροντίδα των παιδιών τους σε μια εποχή που οι περισσότερες εταιρείες πρόσφεραν μόλις τέσσερις εβδομάδες άδεια, το νόμιμο ελάχιστο. Η άλλη ήταν νεαροί άνδρες, οι οποίοι, αντί να εγκαταλείψουν το γυμνάσιο μόλις έγιναν 16 ετών, έμειναν στο σχολείο και αποφοίτησαν -μια απόφαση που καθυστέρησε την έναρξη της επαγγελματικής τους ζωής, αλλά βελτίωσε δραστικά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές σταδιοδρομίας τους.

Κάθε άλλο πείραμα με ένα βασικό εισόδημα αποκαλύπτει παρόμοια αποτελέσματα: η λήψη ενός βασικού εισοδήματος δεν έχει σχεδόν καμία επίδραση στους κύριους παραγωγούς εισοδήματος (primary earner) εργαζόμενους, ενώ οι δευτερεύοντες και τριτεύοντες εργαζόμενοι -κυρίως οι άνθρωποι που εργάζονται μόνο λίγες ώρες την εβδομάδα- εργάζονται λίγο λιγότερο. Επιπλέον, οι άνθρωποι επενδύουν στην εκπαίδευση. Στον αγροτικό χώρο δοκιμών του προγράμματος Mincome, περισσότερα αγόρια από φτωχές οικογένειες αποφοίτησαν από το λύκειο. Σε μια τυχαιοποιημένη δοκιμή ελέγχου [13] που πραγματοποιήθηκε στο Οντάριο το 2018, οι παραλήπτες χρησιμοποίησαν τα επιπλέον μετρητά για να εγγραφούν στο κοινοτικό κολέγιο. Στο πείραμα του Μαλάουι [14], οι οικογένειες που λάμβαναν πληρωμές είχαν περισσότερες πιθανότητες να στείλουν τους εφήβους τους στο σχολείο. Αυτό δεν είναι απλώς φιλανθρωπία˙ είναι έξυπνη στρατηγική για την αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού.

Δύο άλλα πρόσφατα πειράματα -το ένα στην Φινλανδία [15] και το άλλο στην Ολλανδία [16]- βρήκαν στοιχεία ότι ένα βασικό εισόδημα μπορεί επίσης να βοηθήσει άτομα που είναι άνεργα επί χρόνια. Και στις δύο δοκιμές, όσοι έλαβαν ένα βασικό εισόδημα ήταν πιο πιθανό να βρουν θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης μέχρι το τέλος του πειράματος από όσο η ομάδα ελέγχου όπου τα άτομα κολλούσαν με την κατεστημένη προσέγγιση των υποχρεωτικών αναζητήσεων εργασίας, των προγραμμάτων ετοιμότητας προς εργασία, και της τακτικής επαφής με έναν κοινωνικό λειτουργό. Οι ερευνητές θεωρητικολόγησαν ότι χωρίς όλες τις γραφειοκρατικές προϋποθέσεις, οι συμμετέχοντες είχαν περισσότερο χρόνο να αναζητήσουν μια καλύτερη δουλειά˙ δεν χρειάζονταν να συμβιβαστούν με μια προσωρινή εργασία της gig economy που ήταν διαθέσιμη αμέσως ώστε να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του προγράμματος.

ΑΞΙΖΕΙ

Ίσως το πιο κοινό επιχείρημα εναντίον ενός βασικού εισοδήματος είναι ότι όσο ωφέλιμο και αν είναι, είναι απλά πολύ ακριβό. Για παράδειγμα, μια εκτίμηση [17] έθεσε το κόστος της πρότασης του Γιανγκ στα 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Παρόλο που το ακαθάριστο κόστος ενός καθολικού βασικού εισοδήματος είναι εντυπωσιακό, ορισμένες από τις δαπάνες θα επιστρέφονται στην κυβέρνηση μέσω φορολογίας, ειδικά εάν το πρόγραμμα συμβαδίζει με ένα πιο προοδευτικό φορολογικό σύστημα. Τα εγγυημένα ελάχιστα εισοδήματα, από την πλευρά τους, στοχεύουν σε εκείνους που έχουν χαμηλά εισοδήματα και έτσι έχουν πολύ χαμηλότερο τίμημα. Στην πραγματικότητα, το κόστος τους είναι συγκρίσιμο με τις δαπάνες για κοινωνικά προγράμματα που κάνουν ήδη πολλές κυβερνήσεις, όπως παροχές για παιδιά, και πολύ χαμηλότερο από αυτά που δαπανούν οι περισσότερες κυβερνήσεις για συντάξεις.

Όμως, το να βλέπεις το βασικό εισόδημα ως δαπάνη είναι ο λανθασμένος τρόπος να το δεις. Είναι μια επένδυση στο είδος της κοινωνίας που θέλουν οι άνθρωποι -αυτή που εκτιμά και επενδύει στην υγεία, την εκπαίδευση και την ασφάλειά τους. Οι αποδόσεις αυτής της επένδυσης δεν είναι μόνο στην υψηλότερη ποιότητα ζωής αλλά και σε δολάρια, διότι ένα βασικό εισόδημα μειώνει την επιβάρυνση για άλλα προγράμματα, όπως το Medicare, τα οποία ήταν από καιρό υπεύθυνα για την θεραπεία των συνεπειών της φτώχειας. Καλύτερα να δοθούν χρήματα στους φτωχούς εκ των προτέρων, ώστε να μπορούν να φροντίζουν τον εαυτό τους παρά να υπάρχει αναμονή μέχρι να αρρωστήσουν και να πληρωθεί η θεραπεία τους. Ένα βασικό εισόδημα είναι τόσο οικονομικά αποδοτικό όσο και ανθρώπινο.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δίσταζαν να αγκαλιάσουν το βασικό εισόδημα. Φαινόταν πολύ αδιανόητο, πολύ ασυνήθιστο. Αλλά οι κρίσεις έχουν έναν τρόπο να αλλάζουν την πολιτική μέσα σε μια νύχτα. Η πανδημία έχει αφυπνίσει τους πολιτικούς ως προς μια αλήθεια που πολλοί γνωρίζουν εδώ και πολύ καιρό: το υπάρχον δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας είναι γεμάτο τρύπες [18] και είναι καιρός για κάτι καινούργιο.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Η EVELYN L. FORGET είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Basic Income for Canadians: From the COVID-19 Emergency to Financial Security for All.

Photo: Ο Δημοκρατικός προεδρικός υποψήφιος, Andrew Yang, σε μια συγκέντρωση στο Λος Άντζελες, τον Απρίλιο του 2019. Lucy Nicholson / Reuters
—————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας