Εθνικά Θέματα

Υψηλά στοιχήματα μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων

Οι «κόκκινες γραμμές» και η χρήση τους στην διεθνή σκακιέρα

Ιπποκράτης Δασκαλάκης*

Οι ελληνικές κυβερνήσεις, εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, απέτυχαν να κατανοήσουν την φύση της τουρκικής απειλής και, ενώ παρακολουθούσαν την συνεχή αύξηση της τουρκικής ισχύος και την σταδιακή αύξηση της έντασης και του αριθμού των διεκδικήσεων και προκλήσεων, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα αμυντικής θωράκισης της χώρας.

Η δήλωση του υπουργού Επικρατείας, Γιώργου Γεραπετρίτη, για χάραξη της περιβόητης «κόκκινης γραμμής» έναντι της τουρκικής προκλητικότητας στο εξώτατο όριο των χωρικών μας υδάτων, δηλαδή στα 6 ναυτικά μίλια, προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων από διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι δηλώσεις έγιναν κατά την διάρκεια πρόσφατης συνέντευξής του σε τηλεοπτικό κανάλι και μάλλον -το συγκεκριμένο σημείο- δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ή δεύτερης ερμηνείας.

Να επισημάνουμε ότι υπάρχει διεθνώς μεγάλη θεωρητική συζήτηση για την σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα θέσεως «κόκκινων γραμμών». Συνήθως αυτές τοποθετούνται από την πλευρά που για διαφόρους λόγους επιδεικνύει μια περισσότερο αμυντική στάση έναντι του αντιπάλου. Ως επί το πλείστον, η αμυντική στάση επιλέγεται από την πλευρά εκείνη που κρίνει ως μη συμφέρουσα μια σύγκρουση, τουλάχιστον την συγκεκριμένη στιγμή. Αν δεν συνέβαινε αυτό, αντί της χάραξης «κόκκινων γραμμών» μάλλον θα ήταν προτιμότερο να ανταπαντήσει με προβολή τελεσιγράφων, απειλών, αντίστοιχων απαιτήσεων ή ενεργειών σε βάρος της άλλης πλευράς. Ορθώς επισημαίνεται ότι η επίσημη τοποθέτηση προειδοποιητικών ορίων περιορίζει το πλήθος των επιλογών που έχει το κράτος και μπορεί να οδηγήσει και σε αυτοπαγίδευσή του. Κατά συνέπεια, οι κόκκινες γραμμές πρέπει να τίθενται με μεγάλη φειδώ, αφού έχουν εξεταστεί όλοι οι πιθανοί τρόποι αντίδρασης του αντιπάλου και τολμώ να προσθέσω, έχοντας πάντα -καλά φυλαγμένη- και μια εφευρετική και λογικοφανή δικαιολογία αναδίπλωσης (ή ανακυβίστησης, με άλλα λόγια).

Ας επανέλθουμε, όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας και στην πραγματικά προκλητική δέσμευση περιοχής για έρευνες από το Oruz Reis. Η Τουρκία με προσεγμένες και προσχεδιασμένες κινήσεις θέτει την Ελλάδα συνεχώς μπροστά σε δυσεπίλυτα διλήμματα. Μπορεί, με νομικούς όρους, η ελληνική υφαλοκρηπίδα να «υφίσταται εξ αρχής» (ab initio) και «εκ του γεγονότος» (ipso facto) αλλά αυτό δεν αποκλείει μια ενδεχόμενη διαφορετική διευθέτηση των ορίων της από διεθνές όργανο ή ακόμη και κατόπιν διμερούς συμφωνίας σύμφωνα και με τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις θεωρείται σκόπιμη και επιβεβλημένη η εκατέρωθεν αποφυγή προκλητικών ενεργειών, πρόβλεψη την οποία η Άγκυρα καταφανώς παραβαίνει. Υπό αυτά τα δεδομένα και παρά την ύπαρξη εσωτερικής νομικής πρόβλεψης (Ν 4001/2011) και πρόβλεψης της «μέσης γραμμής» (UNCLOS) ως μιας εκ των μεθόδων χάραξης της υφαλοκρηπίδος, η εκ μέρους μας διεκδίκηση τμημάτων της πέραν των χωρικών υδάτων μας, σε ορισμένες περιοχές δεν είναι επαρκώς -με όρους διεθνούς δικαίου- εξασφαλισμένη. Ως εκ τούτου οι ελληνικές επιλογές είναι περιορισμένες και απολύτως δικαιολογημένη η εκ μέρους μας προσπάθεια αποφυγής ανάληψης δυναμικών ενεργειών που, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα ενδυναμώσουν την σχετικά ασθενή νομική και διεθνή εικόνα της Άγκυρας. Αν μάλιστα, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης δεν είναι ευνοϊκό, αυτό θα μεταβάλει σε βάρος μας την συνολική ισορροπία δυνάμεων αλλά και επιχειρημάτων. Παρά ταύτα είναι γεγονός ότι η τουρκική συνεχόμενη διενέργεια τετελεσμένων ενεργειών στις περιοχές αυτές δημιουργεί μια δυναμική που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας και σταδιακά υποσκάπτει ενδεχόμενα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Πράγματι, λοιπόν, η ανακοπή ενδεχόμενης εισόδου του Oruc Reis στην περιοχή εντός των 12 ναυτικών μιλίων, προϋποθέτει την χρήση βίας ή στην καλύτερη περίπτωση την διεξαγωγή επικίνδυνων ναυτικών ελιγμών που αργά ή γρήγορα θα επιφέρουν τη μοιραία σύγκρουση σκαφών, ίσως ακόμη και την επακόλουθη χρήση πυρών. Σίγουρα υπάρχουν και αρκετές άλλες άγνωστες (και ορθά παραμένουν έτσι) επιχειρησιακές επιλογές, αλλά όλες τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο εξέλιξης σε ένα θερμό επεισόδιο που μάλλον φαίνεται να επιζητεί η Άγκυρα.

Αποδείχτηκε, δυστυχώς, ότι οι διεθνείς πιέσεις και προειδοποιήσεις προς την Τουρκία δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα καθώς δεν συνοδεύονται (και ούτε πρόκειται να συνοδευθούν σύντομα) από ουσιαστικές κυρώσεις, ως εκ τούτου καλό είναι να μην έχουμε αυταπάτες. Πολύ δύσκολα, τρίτο κράτος, όση κατανόηση και να επιδεικνύει για τα ελληνικά προβλήματα (παράλληλα φυσικά με την ταύτιση συμφερόντων), θα προχωρήσει σε ενεργό στρατιωτική σύμπραξη για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατανοητή επίσης είναι και η εκ μέρους των Αθηνών, προσπάθεια να κερδίσει χρόνο, με την προσδοκία μιας μεταστροφής της αμερικανικής πολιτικής σε περίπτωση προεδρικής αλλαγής. Αντίστοιχα, όμως, και ο αντίπαλος επιταχύνει την προκλητικότητά του για να εκμεταλλευτεί το ερχόμενο τρίμηνο.

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΣΤΑ 12 ΜΙΛΙΑ

Προτάθηκε -από πολλές πλευρές- η ανακήρυξη χωρικών υδάτων εύρους 12 ναυτικών μιλίων σε όλη την επικράτεια ή τουλάχιστον στα άμεσα αμφισβητούμενα σημεία της (επί του παρόντος σύμπλεγμα Μεγίστης). Μέτρο πραγματικά ριζικό αλλά και συνάμα επικίνδυνο καθώς ενδέχεται να προκαλέσει την απόλυτη πολεμική σύγκρουση των δύο χωρών. Πολλάκις έχω τοποθετηθεί επιχειρηματολογώντας ότι η άμεση επέκταση των χωρικών μας υδάτων πρέπει να είναι η αυτοματοποιημένη και αμετάκλητη άμεση απάντηση της χώρας σε οποιαδήποτε τουρκική επιθετική ενέργεια ή παραβίαση της κυριαρχίας μας. Βέβαια, η δημόσια τοποθέτηση «κόκκινων γραμμών» είναι επικίνδυνη, όπως προαναφέραμε, μη λησμονώντας ότι ακόμη και η παραβίαση του εθνικού εναερίου χώρου και πολύ περισσότερο ή πτήση υπεράνω εθνικού εδάφους, αποτελούν παραβίαση της κυριαρχίας μας. Μια εσπευσμένη επέκταση των χωρικών μας υδάτων στο Καστελόριζο εκτιμώ ότι δεν θα οδηγούσε σε υλοποίηση της τουρκικής απειλής του «casus belli» αλλά στην τουρκική πλήρη αγνόηση των νέων ορίων και μάλλον στην εφαρμογή ενός αεροναυτικού αποκλεισμού του συγκροτήματος με δεκάδες προκλητικές ενέργειες. Φυσικά, μια σημειακή ή γενική επέκταση των χωρικών μας υδάτων, θα μπορούσε να υλοποιηθεί λίγο αργότερα, χωρίς κίνδυνο απώλειας του δικαιώματος και υπό καλύτερη προετοιμασία, ενδεχομένως και σε καλύτερο timing, ακόμη και ως αναπόφευκτη πλέον αντίδραση στην έλευση του πλωτού γεωτρύπανου που μάλλον δεν θα αργήσει.

Να λάβουμε επίσης υπόψη ότι πλειάδα ελληνικών κυβερνήσεων (διαφορετικών πολιτικών τοποθετήσεων), παρά τις «παλικαρίστικες» δηλώσεις τους -πάντα από τον ασφαλή χώρο της αντιπολίτευσης- περί επέκτασης των χωρικών υδάτων ή ανακήρυξης ΑΟΖ, ουδέποτε προχώρησαν σε ανάλογες ενέργειες ή τουλάχιστον σε πειστική επίδειξη πρόθεσης και έναρξης των αναγκαίων προετοιμασιών. Φυσικά και δεν τις κατηγορώ για ενδοτικότητα, απλά το αναφέρω για να αντιληφθούμε το μέγεθος του διλήμματος που ανακύπτει καθώς, εκ θέσεως ευθύνης, προσμετρούνται διαφορετικά οι συνέπειες κάθε ανάλογης ενέργειας. Ούτε φυσικά και πρέπει να παραγνωρίζουμε και την βαρύτητα των -άγνωστων σε όλους εμάς- εκτιμήσεων και εισηγήσεων των κατά καιρούς στρατιωτικών ηγεσιών για την εξέλιξη ενδεχόμενης σύρραξης. Παρά ταύτα, όμως, φοβούμαι ότι οι κυβερνήσεις μας αφενός δεν κατόρθωσαν να καταστρώσουν μια στρατηγική σταδιακής αύξησης των χωρικών υδάτων και αφετέρου -και σημαντικότερο- δεν τόλμησαν να προβούν στις ανάλογες παντοειδείς προετοιμασίες. Αλλά, ούτε φαίνεται να έλαβαν επαρκώς υπόψη τους τις εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων την τελευταία δεκαπενταετία. Προς υποστήριξη των απόψεών μου θα θέσω το θεωρητικό ερώτημα εάν η χώρα διέθετε ετοιμότητα άμεσης επέκτασης των χωρικών μας υδάτων το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2016, σε περίπτωση που η φίλη και γειτονική χώρα οδηγείτο σε έναν βαθύτατο και μακροχρόνιο εμφύλιο σπαραγμό ή ακόμη, αν η «επακούμβηση» των δύο φρεγατών τον Αύγουστο οδηγούσε σε μείζονα αεροναυτική σύγκρουση. Επίσης, ως μια ελάχιστη αντίδραση στο τουρκικό «casus belli», θα μπορούσε η ελληνική Βουλή να είχε εξουσιοδοτήσει τις ελληνικές κυβερνήσεις να επεκτείνουν άμεσα τα χωρικά ύδατα σε περίπτωση ελληνοτουρκικού θερμού επεισοδίου.

Επί του θέματος των τουρκικών θαλασσίων ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο, εκτιμώ ότι η κυβέρνηση ορθά χειρίστηκε την καλοκαιρινή κρίση (όπως και την κρίση του Έβρου), αντίστοιχα ορθά έπραξε και η προηγούμενη κυβέρνηση, σε ανάλογη τουρκική πρόκληση το 2018. Μέμφομαι, όμως, τις κυβερνήσεις μας -εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες- διότι απέτυχαν να κατανοήσουν την φύση της τουρκικής απειλής και, ενώ παρακολουθούσαν την συνεχή αύξηση της τουρκικής ισχύος και την σταδιακή αύξηση της έντασης και του αριθμού των διεκδικήσεων και προκλήσεων, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα αμυντικής θωράκισης της χώρας.

Η σημαντικότατη πρόκληση της πανδημίας στις αρχές του 2020 απέδειξε τις δυνατότητες ανάληψης πρωτοβουλιών και νομίμων κινήσεων αλλά και την απαραίτητη διακομματική υποστήριξη για την αντιμετώπιση κρισίμων καταστάσεων. Φοβούμαι, όμως, ότι η προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων δεν κρίθηκε ως ανάλογης σπουδαιότητας με την αντιμετώπιση του κορωνοϊού για ακατανόητους σε εμένα λόγους. Ακόμη και σήμερα, αναγκαίες προμήθειες κρισίμων ανταλλακτικών, πυρομαχικών και αναβαθμίσεις οπλικών συστημάτων (δεν μιλάω για προμήθειες κρισίμων οπλικών συστημάτων) δεν προχωρούν με τις αναγκαίες ταχύτητες και ο λόγος δεν εστιάζεται στην οικονομική δυστοκία αλλά στην αβελτηρία λήψης δυναμικών αποφάσεων. Επί τουλάχιστον έναν χρόνο, ένα άκρως αποτυχημένο θεσμικό πλαίσιο διενέργειας προμηθειών δεν έχει καταστεί δυνατόν να αντικατασταθεί ή τουλάχιστον να γίνει λειτουργικό.

Με τις παραπάνω σκέψεις, θεωρώ ατυχή την δήλωση του Υπουργού Επικρατείας περί «κόκκινων γραμμών» ως αφενός εκφράζουσα το αυτονόητο περί υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας, αφετέρου ως ενθαρρύνουσα την επαύξηση της τουρκικής προκλητικότητας για παρείσφρηση στην περιοχή μεταξύ 6 με 12 ναυτικών μιλίων. Επιπρόσθετα, κατά κάποιο τρόπο, ακυρώνει την καλοκαιρινή δυναμική κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Δεν τάσσομαι υπέρ της τοποθέτησης «κόκκινων γραμμών» στα 12 ναυτικά μίλια, αντιλαμβανόμενος ότι με την υπάρχουσα αντικειμενική δυσκολία παρεμπόδισης, χωρίς την καταφυγή σε πολεμική σύγκρουση, θα ήταν πολλαπλώς επιζήμια μια ενδεχόμενη μη τήρηση της δέσμευσης, γεγονός που θα οδηγούσε στην πλήρη αποδυνάμωση της ελληνικής αποτροπής. Εκτιμώ όμως ότι θα ήταν καλύτερα να παρέμενε στην αντίπαλη πλευρά η ασάφεια περί των δικών μας προθέσεων.

Το ζητούμενο δεν είναι η ανταλλαγή αντιπαραγωγικών εσωτερικών διαξιφισμών αλλά η δρομολόγηση όλων των απαραίτητων ενεργειών που θα επιτρέψουν την επέκταση (σταδιακή ή μη) των χωρικών μας υδάτων είτε ως άμεση αντίδρασή μας σε ενδεχόμενη ακραία τουρκική ενέργεια, είτε ως υλοποίηση ενός ζωτικού μακροχρόνιου εθνικού στόχου. Η αόριστη αναφορά της «εν χρόνω που θα επιλεγεί από την ελληνική κυβέρνηση ενάσκηση του αναφαίρετου δικαιώματος επέκτασης των χωρικών μας υδάτων» έχει μάλλον εξαντλήσει την χρησιμότητα και πειστικότητά του. Η τοποθέτηση, πάντως, ενός παρόμοιου ζωτικού εθνικού στόχου θα ήταν ματαιοπονία αν δεν συνοδεύεται με την αντίστοιχη ενδυνάμωση των αμυντικών μας δυνατοτήτων μας χωρίς να παραμεληθούν η εξασφάλιση της διεθνούς υποστήριξης, η προετοιμασία της κοινωνίας και οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας.

Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

*Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ είναι Αντιστράτηγος (εα), υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) και του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (fainst.eu), διαλέκτης και συνεργάτης στην Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)

Photo: Το τουρκικό πλοίο σεισμικών ερευνών Oruc Reis, πλέει στον Βόσπορο, στην Κωνσταντινούπολη, στις 3 Οκτωβρίου 2018. REUTERS/Yoruk Isik
———————————————————————
Πηγή: http://foreignaffairs.gr

Πληροφορίες για το συντάκτη

Gorga News

Προσθήκη σχολίου

Κάνετε κλικ για να εισάγετε το σχόλιο σας